328/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated328/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, αφενός μεν τη διάταξη του άρθρου 15 § 6 του Ν. 3632/1928, καθώς και εκείνη του άρθρου 20 του Ν. 1806/1988; με το να μη τις εφαρμόσει, αν και ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, αφετέρου δε τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ την οποία εφήρμοσε, μολονότι δεν ήταν εφαρμοστέα.
Full text
Απόφαση 328 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 328/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικολακόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΧΕΠΕΥ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποί εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσουτσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5898/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1512/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Νικόλαος Τσουτσάνης, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί την αναιρεσίβλητη, χωρίς, όμως, να προσκομίσει συμβολαιογραφική πράξη, που να αποδεικνύει την απαιτούμενη προς τούτο από τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ πληρεξουσιότητα. Επομένως, η εκπροσώπηση αυτής δεν είναι νόμιμη. Από την υπ' αριθ. 10455/20-3-2009 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα του Δικαστηρίου αυτού, η δικάσιμος και ο Εισηγητής δικαστής, με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρία. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ι.- Επειδή, κατ άρθρο 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 (που δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 Εισ.Ν.ΑΚ) "πάσα αξίωση πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής, παραγράφεται μετά πάροδο έτους από της λήξεως του έτους καθ` ο συνήφθη η συναλλαγή". Κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου (15 ν. 3632/1928) "χρηματιστηριακαί συναλλαγαί εν τη εννοία του παρόντος νόμου είναι αι δικαιοπραξίαι αι χρηματιστηριακώς συναπτόμεναι και έχουσαι αντικείμενον χρηματιστηριακά πράγματα".
Κατ` άρθρο 20 παρ. 1 ν.1806/1988 "Χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων".
Κατ' άρθρο 1 παρ. 26 Ν. 2533/1997 "ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο Χ.Α.Α. σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ` Ν. 1806/1988, με την οποία ορίζεται ότι "από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται ..., δ) οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν, ή που αφορούν θέματα τα οποία ρυθμίζονται απ` αυτόν", δεν καταργήθηκε μεν η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με τον νέο νόμο, καταργήθηκε όμως η διάταξη του άρθρου 16 Ν. 3632/1928, η οποία περιελάμβανε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και πάσα εν γενεί παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη προς την ενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς Ωστόσο, η διάταξη αυτή του άρθρου 16 εδ.
ε` του Ν. 3632/1928 επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, στην ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ, 1 στοιχ. γ` ν. 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως, προεκτέθηκε, η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για τα χρηματιστήρια αξιών.
Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα το γεγονός, ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν, 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν. 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1 στοιχ. γ` αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη" (ο πρώτος) και "κάθε δικαιοπραξία συναφή" (ο δεύτερος), με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3832/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Από την ειδικότητα δε των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής, και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928, που είναι και η μοναδική που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ.
Εξ άλλου, και από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι αφενός η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφ` ετέρου η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεωγράφων που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (συμβάσεως παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα.
Θα αποτελούσε δε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928.
Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, δεν συνάπτεται απ` ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του "κύκλου" ή "νοερού χώρου" του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδάφ.
ε` Ν. 3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 Ν. 1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κύριας σύμβασης δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική εκδοχή, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερόμενων νεοτέρων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά οπό νεότερο νόμο, συνηθίζεται ο νεότερος νόμος να ορίζει ρητά τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη που να ορίζει γενικά ότι καταργείται όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεότερο νόμο Από το ότι δε ο ν. 1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν. 3632/1928, συνάγεται εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της διατηρήσεως σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928, ενώ η αναφορά της παρ.
αυτού του άρθρου στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνο την έννοια της καταρτίσεως αυτών εντός του "κύκλου" του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και εντεύθεν της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Τέλος, ενισχύεται περαιτέρω η παραπάνω άποψη και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3632/1928, κατά την οποία "οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν εξαιρετική ταχύτητα, όχι μόνο ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών". (Ολ ΑΠ 28/2007, 16/2008).
Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτού και συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή, αντιστρόφως, όταν αυτός δεν εφαρμόζεται, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (Ολ.
ΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος, ότι η κατ' αυτού αξίωση της αναιρεσίβλητης προς απόληψη του ποσού των 115.423,03 ευρώ, που αφορά δαπάνες, τίμημα και αμοιβές για αγορά μετοχών, στην οποία είχε προβεί η ίδια (αναιρεσίβλητη) για λογαριασμό του, από 13-4-1999 μέχρι 22-4-2003, υπέκυψε στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 λόγω παρέλευσης έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έγιναν οι συναλλαγές μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης στις 30-4-2004, άλλως ότι μέρος της απαίτησης παραγράφηκε εν επιδικία, κρίναν (το Εφετείο) ότι δεν έχει εφαρμογή η βραχυχρόνια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, αλλά η γενική εικοσαετής του άρθρου 249 Α.Κ..
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, αφενός μεν τη διάταξη του άρθρου 15 § 6 του Ν. 3632/1928, καθώς και εκείνη του άρθρου 20 του Ν. 1806/1988; με το να μη τις εφαρμόσει, αν και ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, αφετέρου δε τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ την οποία εφήρμοσε, μολονότι δεν ήταν εφαρμοστέα.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και, ως εκ τούτου, παρελκούσης της εξετάσεως του δεύτερου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ);
να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1512/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ