328/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated328/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, αν με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση και αποδίδεται ή συνάγεται ότι αποδίδεται σ` αυτήν παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κανόνες που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε τούτο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του.
Full text
Απόφαση 328 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 328/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Δήμου ....., ως καθολικού διαδόχου της Κοινότητας ...... Χακιδικής, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Γαρυπίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστική-Γεωργική-Εξαγωγική ΑΕ" που τελεί σε αναγκαστική διαχείριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την διαχειρίστρια αυτής με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Παπαδοπούλου και 2. Ανώνυμη Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Τουριστική- Τεχνική- Βιομηχανική εταιρία Πόρτο Καρράς ΑΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1976 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2697/1984 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/1998 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 16-6-1998 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 145/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη 1η αναιρεσίβλητη με κλήση και εκδόθηκε η 1526/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το εφετείο εξέδωσε την 2121/2005 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-5-2006 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 1-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ εμπίπτει η αιτίαση που προβάλλεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Επίσης, αν με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση και αποδίδεται ή συνάγεται ότι αποδίδεται σ` αυτήν παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κανόνες που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε τούτο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος. Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης, προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 279/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ενδεχόμενες πλημμέλειες στην αιτιολογία της απόφασης, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.
Τέλος για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο ποια έγγραφα παραμορφώθηκαν και περαιτέρω το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, που εκτιμάται ότι στηρίζονται στο άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφού ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αορίστως ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου, δεν αναφέρει τη διάταξη στην οποία στηρίζεται ο αναιρετικός λόγος.
Στο αναιρετήριο όμως, πέραν του ότι δεν εξειδικεύεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση νομική πλημμέλεια, δεν αναφέρονται ούτε οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, ούτε παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο και στα οποία στήριξε την φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του.
Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως λόγω της αοριστίας του. Αλλά και με την εκδοχή ότι αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 333 ΠΚ, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού ούτε το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου αναφέρεται, ούτε επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε γίνεται μνεία περί ελλείψεως ή υπάρξεως ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών και σε τι συνίστανται αυτές, στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο των εκ της ανωτέρω διατάξεως λόγων, ενώ η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει μείζονα πρόταση, δεν εμπίπτει στον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Εξάλλου οι αποδιδόμενες με τον ίδιο λόγο πλημμέλειες στην αιτιολογία της απόφασης, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, αλλά υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, πλήττεται η περί των πραγματικών γεγονότων κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης που είναι ουσιαστικά ανέλεγκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ..
Τέλος και αν εκτιμηθεί ότι περιέχεται στο αναιρετήριο ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, κατά το σκέλος του μεν που αφορά παραμόρφωση δύο αποφάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποφάσεις αυτές και το περιεχόμενο αυτών, κατά το σκέλος του δε που αφορά παραμόρφωση των από 12-2-1976 και 9-3-1976 τριών απολογιών ενώπιον του Ανακριτή Πολυγύρου των κοινοτικών Συμβούλων ....., ......
και ....... διότι δεν αναφέρεται το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη κάθε αναιρεσιβλήτου, μειωμένη, όμως, κατά τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Μαϊου 2006 αίτηση του Δήμου ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2121/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη κάθε αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) Ευρώ για καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ