Legislator Case Law & Legislation
327/2026 AI generated

Greece Supreme Court partially allows appeal against self-help conviction due to lack of reasoning.

Case Number 327/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance conviction for self-help. The defendant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding her property rights and ignored her defense that she acted legally. The court found these omissions constituted a violation of the right to defense and improper application of the law, necessitating a retrial on the guilt element.

Legislator headnote

AI generated

Articles 331, 510(1)(A), (D), (E), 171(1)(d) of the Criminal Procedure Code; The court must provide specific and detailed reasoning for criminal convictions, and failure to address defense arguments or apply the substantive law correctly constitutes grounds for partial annulment and remittal for retrial.

Keywords

AI generated
self-help conviction lack of reasoning right to defense partial annulment remittal for retrial Article 331 Criminal Code Criminal Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 331 of the Criminal Code
Article 462 of the Code of Criminal Procedure
Article 464 of the Code of Criminal Procedure
Article 466(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(2) and (3) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(1), (4) of the Code of Criminal Procedure
Article 504(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 505(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(A), (D), (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 331(1) of the Criminal Code
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 327 / 2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 327/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή- Νινέ-Εισηγήτρια και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Β. του Π. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φαρμάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 23609/2024 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με υποστηρίζοντα την κατηγορία την Ε. Π. του Π. , κάτοικο ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιρόη Λυμπερίδου.

Το Μονομελούς Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 5-5-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπ' αριθ. ...2025 αίτηση της Α. Β. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 23609/2024 ανέκκλητης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας (άρθρο 331 του ν.ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτήν χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση της αναιρεσείουσας ενώπιον του γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 14-4-2025 - άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 1, 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' του ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την απόλυτη ακυρότητα(άρθρο 510 παρ.1 Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ σε συνδυασμό με 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Κατά το άρθρο 331 εδ. α' του νέου ΠΚ (όπως το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε με το άρθρο 70 ν. 4855/2021 ως προς τη σειρά των προβλεπόμενων εναλλακτικών ποινών) "Όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νόμος απαγορεύει την αυθαίρετη και κατά οικεία κρίση ικανοποίηση της αξίωσης, κατά παράκαμψη της δικαστικής λειτουργίας, αφού, έτσι, καταλύεται ή μεταβάλλεται ουσιωδώς ο νόμιμος τρόπος ικανοποίησης της αξίωσης έναντι τρίτου, με συνέπεια να δημιουργούνται αμφισβητήσεις, έριδες και διαπληκτισμοί, προς βλάβη της κοινωνικής ειρήνης.

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αυτοδικίας, απαιτείται άσκηση αξίωσης κατά τρόπο αυθαίρετο, αναφορικά με δικαίωμα, το οποίο ή έχει πράγματι ο δράστης ή από πεποίθηση θεωρεί ότι του ανήκει. Ως αυθαίρετη ενέργεια, νοείται οποιαδήποτε υλική πράξη που τείνει στην ικανοποίηση της αξίωσης, κατά παράλειψη της δικαστικής οδού, μέσω της οποίας ρυθμίζεται, κατά το νόμο, η αμφισβήτηση που ανέκυψε.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι ενεργεί αυθαίρετα και τη βούληση πραγμάτωσης της ενέργειας αυτής, περαιτέρω δε και την πεποίθηση ότι το δικαίωμα, το οποίο προβάλλει και του οποίου την ικανοποίηση επιδιώκει, ανήκει σ' αυτόν (ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 893/2018). Κοινό χαρακτηριστικό και περιεχόμενο και των δύο αναφερόμενων στη διάταξη αυτή λόγων, σε έναν από τους οποίους μπορεί να στηρίζεται η αποδοκιμαζόμενη από τον ουσιαστικό ποινικό νόμο ενέργεια του δράστη, είναι η πεποίθηση τούτου, ότι είναι δικαιούχος του δικαιώματος, από το οποίο ασκεί ο ίδιος την αξίωση, πεποίθηση που υπάρχει αναμφίβολα και στην πρώτη περίπτωση που ο δράστης έχει το δικαίωμα πραγματικά και στη δεύτερη περίπτωση που αυτός από πεποίθηση το οικειοποιείται, δηλαδή και όταν ανήκει στο δράστη το δικαίωμα και όταν δεν ανήκει (ΑΠ 1160/2023, ΑΠ 893/2018).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Η, κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του.

Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005).

Όσο δε αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, στη διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύοντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου.

Τούτων παρέπεται, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα στο πλαίσιο των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 32/2021, ΑΠ 2036/2019).

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 689/2020). Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018,ΑΠ 1476/2024, ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠΔ, "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.".

Έτσι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. επιφέρει και η παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1α' και παρ.3α' της από 4/5/1950 Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και της μη προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.

Η παραβίαση της αρχής αυτής επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α` λόγος αναίρεσης, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠΔ (ΑΠ 28/2012).

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 23609/2024 ανέκκλητης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, πρόβαλε προφορικά στο ακροατήριο τους παρακάτω αρνητικούς της κατηγορίας πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίος και εγχείρισε εγγράφως, προς καταχώρησή τους στα πρακτικά.

Συγκεκριμένα, αφού εξέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης και ειδικότερα ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα και η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, αδελφή της, είναι κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος πατρός τους, Π. Β. , μεταξύ άλλων και ενός διαμερίσματος του 2ου ορόφου οικοδομής επί της οδού ...

στην Περαία του Δήμου Θερμαϊκού Θεσσαλονίκης, κατά ποσοστό 18,75% η κάθε μία, του υπολοίπου ποσοστού, 62,5%, ανήκοντος στον υιό της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας και ανεψιό της αναιρεσείουσας, Π. Π. , εξέθεσε περαιτέρω, αναφορικά με το ως άνω ακίνητο και τα εξής: "Έχοντας διαπιστώσει, ιδίοις όμμασι, ότι είχε συντελεσθεί αλλαγή της κλειδαριάς εισόδου στο άνω ακίνητο της οδού ... , στην Περαία Δήμου Θερμαϊκού, υποχρεώθηκα να διαλάβω στην...

από 13-5-2020 εξώδικό μου πρόσκληση προς την ήδη εγκαλούσα (καθώς και τον υιό της και ανιψιό μου)να μου παραδώσει αντίγραφο των νέων κλειδιών εισόδου μου στο άνω ακίνητο, εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από της κοινοποιήσεως, ήτοι το αργότερο μέχρι την Δευτέρα 18.5.2020. Η εγκαλούσα δεν ανταποκρίθηκε στην συγκεκριμένη πρόσκλησή μου.

Κατόπιν τούτου, υποχρεώθηκα να ασκήσω ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εναντίον της εγκαλούσας (και του υιού της και ανιψιού μου) την από 22.5.2020 με αρ. καταθ. .../2020 αίτησή μου ασφαλιστικών μέτρων μετά αιτήματος προσωρινής διαταγής, το οποίο συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 25.5.2020 και εκδόθηκε η με ίδια ημερομηνία προσωρινή διαταγή του Προέδρου Πρωτοδικών κ.

Αργυρίου Εκκλησίαρχου, δυνάμει της οποίας, κατά λέξη:"...Επιτρέπει προσωρινά τις επισκέψεις και την πρόσβαση της αιτούσας (δηλαδή, εμού) στο ... ακίνητο στην οδό ... , στην Περαία, μετά από προηγούμενη ενημέρωση των ... καθ' ων η αίτηση (δηλαδή, της εδώ εγκαλούσας και του υιού της), με δικαστικό επιμελητή για το χρόνο διενέργειας της επίσκεψης και τη διάρκεια αυτής (δυνατόν και επί αριθμό ημερών όχι περισσοτέρων των 7...), προ 24 ωρών από την επίσκεψη- πρόσβαση..."...

Η ως άνω προσωρινή διαταγή κοινοποιήθηκε στην εγκαλούσα την 26-5-2020, με καθορισθείσες ημερομηνίες επισκέψεώς μου στο άνω ακίνητο της οδού ... , στην Περαία Δήμου Θερμαϊκού, τα Σαββατοκύριακα 30 -31 Μαΐου 2020 και 6-7 Ιουνίου 2020, όπως και το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή από 13 Ιουνίου έως 15 Ιουνίου 2020, και όλες από ώρας 8.00' π.μ.

έως ώρας 11.00' μ.μ... Εκείνη, όμως, όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε προς το διατακτικό, ως προς το δικαίωμα επίσκεψής μου του ακινήτου της Περαίας, αλλά έσπευσε, ομού μετά του υιού της και ανιψιού μου, να ασκήσει εναντίον μου το από 27-5-2020 με αρ. καταθ. .../2020 αυτοτελές αίτημα ανάκλησης προσωρινής διαταγής, το οποίο και προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, ενώπιον Προέδρου Υπηρεσίας, για την δικάσιμο της 28-5-2020.

Το άνω αυτοτελές αίτημα ανάκλησης προσωρινής διαταγής της εγκαλούσας (και του υιού της και ανιψιού μου) απορρίφθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. 5285/28.5.2020 αποφάσεως της Προέδρου Πρωτοδικών κ. Ευγενίας Τσέττα.

Κατόπιν τούτου, η συγκεκριμένη απορριπτική απόφαση κοινοποιήθηκε προς την εγκαλούσα την 29-5-2020, καλώντας την, με την σχετική παραγγελία προς επίδοση, να μου παραδώσει αντίγραφο κλειδιών του άνω ακινήτου της Περαίας άμεσα, με την επισήμανση, πως, σε διαφορετική περίπτωση, θα προέβαινα, ήδη από την επομένη ημέρα, 30.5.2020, σε αντικατάσταση της κλειδαριάς (εν όψει της προγραμματισμένης επισκέψεώς μου κατά το Σαββατοκύριακο 30- 31-5-2020),οπότε εκείνη(όπως και ο υιός της και ανιψιός μου)θα έπρεπε να παραλάβουν αντίγραφο των νέων κλειδιών από τον διενεργήσαντα την επίδοση, δικαστικό επιμελητή του Εφετείου … κ. Α. Η. Κ.

Διαπιστώνοντας, ότι η εγκαλούσα δεν ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω πρόσκλησή μου, υποχρεώθηκα, τις μεσημβρινές ώρες του Σαββάτου 30.5-2020, να προβώ σε αντικατάσταση της κλειδαριάς εισόδου στο ακίνητο 2ου ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού ... , στην Περαία Θεσσαλονίκης, με την συνδρομή του κλειθροποιού της περιοχής κ...., και την αυτοπρόσωπη παρουσία του εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων μου κ.

Γιώργου Λ. Κόκκα, δικηγόρου Αθήνας, και, ως μάρτυρα, του κ. Ε. Σ. του Α. Οφείλω να σημειώσω, ότι, επειδή απαγορεύεται σε έναν κλειδαρά να προβεί σε τέτοια ενέργεια, χωρίς να έχει επαληθεύσει, ότι εκείνος που την ζητεί έχει έννομο συμφέρον αποδεδειγμένα, ουδέν έπραξε εκείνος, μέχρις ότου βεβαιωθεί, ότι είχα κάθε νόμιμο δικαίωμα να προβώ στην αντικατάσταση της κλειδαριάς...

Έτσι, του επέδειξα την προαναφερθείσα από 22.5.2020 αίτηση μου ασφαλιστικών μέτρων και την επ' αυτής εκδοθείσα από 25.5.2020 προσωρινή διαταγή, καθώς και την υπ' αριθ. 5285/28,5.2020 απορριπτική απόφαση της Προέδρου Πρωτοδικών κ. Τσέττα. Όλα τα παραπάνω, ο άνω κλειδαράς ανέγνωσε ενδελεχώς και, μόνο όταν πείσθηκε για το νόμιμο δικαίωμά μου, προέβη στην αντικατάσταση της κλειδαριάς.

Ακολούθως, δόθηκε αντίγραφο κλειδιών στον προαναφερθέντα δικαστικό επιμελητή κ. Α. Κ. Από τα παραπάνω, ...συνάγεται, μετά βεβαιότητας, ότι συνιστούσε απόλυτα νόμιμο δικαίωμά μου η αντικατάσταση της κλειδαριάς στο ακίνητο της οδού ... , στην Περαία Δήμου Θερμαϊκού αφ' ης στιγμής: α) η εγκαλούσα (όπως προφανέστατα και ο υιός της και ανιψιός μου) είχε προβεί, σε άγνωστο προς εμένα χρονικό σημείο - πάντως προ της 13.5.2020 - σε αυθαίρετη αλλαγή της κλειδαριάς, δίχως καν την δέουσα ενημέρωσή μου, ως συνιδιοκτήτριας, διαπράττοντας, έτσι, αυτοδικία εις βάρος μου β) στην προαναφερθείσα από 13.5.2020 εξώδικό μου, υπερτόνισα την αυθαίρετη αντικατάσταση της κλειδαριάς στο εν λόγω ακίνητο, προσκαλώντας την εγκαλούσα (καθώς και τον υιό της και ανιψιό μου) να μου χορηγήσει αντίγραφο κλειδιών, εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από της κοινοποιήσεως· στην πρόσκλησή μου αυτή, η εδώ εγκαλούσα ουδέν απήντησε γ) αμέσως μετά την έκδοση της άνω από 25.5.2020 προσωρινής διαταγής, κοινοποίησα ακριβές αντίγραφο αυτής, με την ενημέρωση, ότι επρόκειτο να υλοποιήσω το χορηγηθέν δικαίωμά μου για επίσκεψη του άνω ακινήτου έως επτά (7) ημέρες, στις ρητές ημερομηνίες, που προαναφέρθηκαν, αυτονόητα ζητώντας να μου παραδώσει και το νέο κλειδί πρόσβασης σε αυτό δ) ιδιαίτερα, μετά την έκδοση της άνω υπ' αριθ. 5285/28.5.2020 αποφάσεως της Προέδρου Πρωτοδικών κ.

Ευγενίας Τσέττα, επί του από 27-5-2020 αυτοτελούς αιτήματος ανακλήσεως της άνω από 25.5.2020 προσωρινής διαταγής, κοινοποίησα προς την εδώ εγκαλούσα ακριβές αντίγραφο αυτής, καθιστώντας σαφέστατο, ότι, σε περίπτωση μη χορηγήσεως, και δη άμεσα, σε εμένα αντιγράφου κλειδιού εισόδου στο άνω ακίνητο, θα προέβαινα (έχοντας έννομο συμφέρον και την δυνατότητα να επισκεφθώ το άνω ακίνητο κατά τις 7 συγκεκριμένες ημερομηνίες, που προανέφερα) σε αντικατάσταση της υφιστάμενης κλειδαριάς, ήδη από την επομένη της κοινοποιήσεως (δηλ.

την 30.5.2020), το οποίο και, κατόπιν της "σιγής ιχθύος" της αντιδίκου, υποχρεώθηκα να πράξω. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ασφαλώς προκύπτει, ότι σε ουδεμία πράξη αυτοδικίας σε βάρος της εγκαλούσας υπέπεσα, αλλά, αντιθέτως, άσκησα τα νόμιμα δικαιώματα μου, ως συνδιοκτήτρια ποσοστών ...18.75% στο ... ακίνητο επί της οδού ... , και δη επί τη βάσει ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ." Στο σημείο αυτό ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο επιφυλάχθηκε να απαντήσει, επί των ανωτέρω ισχυρισμών της κατηγορουμένης και συνακολούθως και το Δικαστήριο να αποφασίσει, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας.

Εν συνεχεία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 23609/2024 απόφαση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων(την ανωμοτί κατάθεση της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, των γνωστοποιηθέντων μαρτύρων προς υποστήριξη της κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία της κατηγορουμένης), δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, για την ενοχή της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά:

"...το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη στην Περαία Θεσσαλονίκης σε άγνωστο χρονικό σημείο εντός του χρονικού διαστήματος από 01-06-2020 έως 04-06-2020, άσκησε αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που από πεποίθηση το οικειοποιήθηκε. Συγκεκριμένα, στην Περαία Θεσσαλονίκης σε άγνωστο χρονικό σημείο εντός του χρονικού διαστήματος από 01-06-2020 έως 04-06-2020, προέβη στην αλλαγή της κλειδαριάς του, κειμένου στο 2ο όροφο της επί της οδού ... (πρώην ...), διαμερίσματος, συνιδιοκτησίας της ίδιας, σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου, καθώς και της εγκαλούσας αδερφής της, Ε. Π. του Π. , επίσης σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου (αλλά και του ανιψιού της κατηγορουμένης - υιού της Ε. Π. - Π. Π. του Ι.), χωρίς τη γνώση και συναίνεση της ανωτέρω εγκαλούσας, με αποτέλεσμα αποκλειστεί αυθαίρετα η είσοδος της τελευταίας στο ανωτέρω ακίνητο συνιδιοκτησίας της και η χρήση αυτού, με αντίστοιχη εξασφάλιση της αποκλειστικής χρήσης του εκ μέρους της κατηγορουμένης.

Στην ως άνω πράξη της προέβη αυθαίρετα, ήτοι κατά παράκαμψη της προβλεπόμενης νόμιμης δικαστικής οδού, στην οποία όφειλε να καταφύγει, προκειμένου για την επίλυση της διαφοράς που είχε ανακύψει με την ανωτέρω εγκαλούσα, Ε. Π. του Π. , σχετικά με το καθεστώς του ως άνω ακινήτου. Πρέπει, συνεπώς, η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη ...της αποδιδόμενης σ' αυτήν πράξης."

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας και επέβαλε σ' αυτήν χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορούμενη ένοχη...για την πράξη της αυτοδικίας που της αποδίδεται, ήτοι, του ότι, στην Περαία Θεσσαλονίκης σε άγνωστο χρονικό σημείο εντός του χρονικού διαστήματος από 01-06-2020 έως 04-06-2020..., άσκησε αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που από πεποίθηση το οικειοποιήθηκε. Συγκεκριμένα: στην Περαία Θεσσαλονίκης σε άγνωστο χρονικό σημείο εντός του χρονικού διαστήματος από 01-06-2020 έως 04-06-2020, προέβη στην αλλαγή της κλειδαριάς του, κειμένου στο 2ο όροφο της επί της οδού ... (πρώην ...), διαμερίσματος, συνιδιοκτησίας της ίδιας, σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου, καθώς και της εγκαλούσας αδερφής της, Ε. Π. του Π. , επίσης σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου (αλλά και του ανιψιού της κατηγορουμένης - υιού της Ε. Π. - Π. Π. του Ι.), χωρίς τη γνώση και συναίνεση της ανωτέρω εγκαλούσας, με αποτέλεσμα αποκλειστεί αυθαίρετα η είσοδος της τελευταίας στο ανωτέρω ακίνητο συνιδιοκτησίας της και η χρήση αυτού, με αντίστοιχη εξασφάλιση της αποκλειστικής χρήσης του εκ μέρους κατηγορουμένης, διεκδικώντας, με τον τρόπο αυτό διευρυμένα δικαιώματα κυριότητας, νομής και κατοχής στο επίμαχο ακίνητο. Στην ως άνω πράξη της προέβη αυθαίρετα, ήτοι κατά παράκαμψη της προβλεπόμενης νόμιμης δικαστικής οδού, στην οποία όφειλε να καταφύγει, προκειμένου για την επίλυση της διαφοράς που είχε ανακύψει με την ανωτέρω εγκαλούσα, Ε. Π. του Π. , σχετικά με το καθεστώς του ως άνω ακινήτου".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για τη θεμελίωση της περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίσης του, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, κατά τρόπο που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της αυτοδικίας, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 331α' του ν.ΠΚ για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, ενώ επιπρόσθετα στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Επιπλέον το Δικαστήριο δεν απάντησε στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, οι οποίοι προβλήθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κατά τους οποίους η ίδια δεν ενήργησε αυθαίρετα προκειμένου να ικανοποιήσει το ιδιοκτησιακό της δικαίωμα επί του ως άνω ακινήτου στο οποίο είναι συνιδιοκτήτρια, αλλά προέβη στις δικαστικές ενέργειες που αναφέρει, με συνέπεια να μην συντρέχει το στοιχείο της αυθαίρετης άσκησης της αξίωσής της, στοιχείου απαραίτητου για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος.

Με τις παραλείψεις του αυτές το Δικαστήριο στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών και την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου όσο και ως προς την αιτιολογία επί των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών, που παραδεκτά προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα, τόσο εγγράφως όσο και προφορικά κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.

Συνεπώς υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 331 του ν. ΠΚ, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασής της, καθώς και της απόλυτης ακυρότητας λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της κατηγορουμένης και επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Α', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και ενόψει του ότι η εξέταση του τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της περί εφαρμογής του άρθρου 104Β του ν. ΠΚ (δικαστική άφεση ποινής), παρέλκει, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το περί ενοχής της αναιρεσείουσας σκέλος της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, ως προς το περί ενοχής της αναιρεσείουσας σκέλος της, την υπ' αριθμ. 23609/2024 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω σκέλος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ