Supreme Court dismisses appeal against conviction for issuing an uncovered bill due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for issuing an uncovered bill, finding no legal basis for the requested retrial. The appellant argued for procedural errors and lack of specific reasoning regarding the company's funds, but the court rejected these claims as unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the criminal proceedings costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 466, 473, 474, 510, 511 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must reject an appeal if no admissible grounds are found, and it cannot examine the statute of limitations unless a valid appeal ground is established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 327 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 327/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μανωλόπουλο, για αναίρεση της αποφάσεως ΙΤ1728/2020 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Σ. του Ι., υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρίας "... ΕΠΕ", κάτοικο Κοζάνης, η οποία δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1-4- 2024 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 18-10-2024 προσθέτους λόγους αυτής τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 403/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 1-4-2024 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. ΙΤ 1728/2020 απόφασης του ΙΤ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών, η οποία ανεστάλη για μία τριετία, ασκήθηκε:
α] νομότυπα, αφού ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον κατηγορούμενο με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρα 466 παρ. 2, 474 παρ. 2 Α ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 12-3-2024 και η δήλωση αναίρεσης έγινε στις 1-4-2024, δηλαδή εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 474 παρ. 4, 476 παρ. 1, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 α' και 510 παρ. 1 στοιχ.
Α', Δ, Ε ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, χωρίς την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία Μ. Σ. του Ι. υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία ... ΕΠΕ" , η οποία δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τούτο, όπως προκύπτει από το από 10-5-2024 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ.
Κοζάνης Ν. Β. και από το από 20-5-2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων Τ. Λ. προς τον αντίκλητο δικηγόρο της. Με την αίτηση αυτή πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω συναφείας, και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 18-10-2024 [άρθρο 509 ΚΠΔ].
Με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 Ν.Δ 1325/1972, ορίζεται ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στην οικεία θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, περίπτωση που συντρέχει, όταν αυτή εμφανισθεί στην πληρώτρια τράπεζα εντός οκτώ (8) ημερών από της επομένης της εκδόσεώς της (άρθρ. 29 σε συνδ.
με άρθρ. 56 του άνω νόμου "περί επιταγής") και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση του εκδότη έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της έλλειψης αυτής (ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων) και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα, με τη νέα ρύθμιση, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο, ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του Ν.5960/1933 η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή, εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας έκδοσης αυτής, είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφάνισης. Τέλος κατά το άρθρο 29 εδάφια α' και δ' του ιδίου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία έκδοσης, αναγραφόμενη ημέρα.
Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η επιταγή, που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία έκδοσης, μπορεί να εμφανισθεί, οποτεδήποτε, νομίμως προς πληρωμή μέσα στο χρονικό διάστημα, που αρχίζει από την επόμενη ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας, που σημειώνεται σ' αυτήν ως χρονολογία έκδοσής της.
Ενόψει αυτών επί μεταχρονολογημένης επιταγής κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη, ότι είναι ακάλυπτη λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων, είναι εκείνος κατά τον οποίο πράγματι εκδόθηκε η επιταγή, αλλά και εκείνος που είναι ο χρόνος πληρωμής της. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις και το σκοπό της διατάξεως του άνω άρθρου σαφώς προκύπτει, ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή χωρίς αντίκρυσμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο, για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή.
Ως εκ τούτου, επί εκδότη νομικού προσώπου, το φυσικό πρόσωπο, που εκδίδει με την υπογραφή του επί του τίτλου την ακάλυπτη επιταγή στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας που εκπροσωπεί, υπέχει ατομική ποινική ευθύνη για την έκδοση και τη μη πληρωμή της επιταγής αυτής από το λογαριασμό της εταιρείας [ΑΠ 609/2018].
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει των εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα.
Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά στην ουσία της υποθέσεως και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Εξάλλου, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Τοιαύτα στοιχεία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Όμως δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου [ΕΣΔΑ], που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/19/20-9-1974, ορίζεται ότι <<παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως>>.
Κατ' αυτό, η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων, που επικαλούνται οι διάδικοι. Παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης [ολΑΠ 2/2011].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ΙΤ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Στο Κορωπί Αττικής, στις 09/05/2013, με πρόθεση εξέδωσε επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε στο νόμιμο κομιστή της, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης και αυτής.
Ειδικότερα, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία <<... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>>, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξέδωσε την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, για να πληρωθεί από την τράπεζα ..., σε χρέωση του με αριθμό ... λογαριασμού της ανωτέρω εταιρείας, για ευρώ πενήντα χιλιάδες [50.000,00 Ε], σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία <<...
ΕΠΕ>>, όπως η τελευταία εκπροσωπείται από τη Μ. Σ. του Ι., η οποία, αν και εμφανίστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 09/05/2013 στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα τα αντίστοιχα κεφάλαια. Ειδικότερα, δε, αποδείχθηκε ότι αυτός υπέγραψε την ως άνω επιταγή. Ασκούσε δε και ο ίδιος, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που έφερε, πραγματική διαχείριση στην οικογενειακή εταιρεία με την επωνυμία <<...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>>, έχοντας δε προς τούτο και εξουσία έκδοσης επιταγών, όπως σαφώς συνάγεται από το γεγονός ότι δείγμα υπογραφής του [κατηγορουμένου] είχε χορηγηθεί στην ως άνω τράπεζα ..., όπου ετηρείτο ο εταιρικός λογαριασμός με αριθμό ... λογαριασμού της ανωτέρω εταιρείας, σε χρέωση του οποίου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή [αναγνωσθέν 0491/3-2-2014 έγγραφο Τράπεζας με συνημμένη καρτέλα με δείγματα υπογραφών και αντίγραφα δελτίων ταυτότητας].
Ο κατηγορούμενος αποδεχόμενος την ιδιότητα του αντιπροέδρου του δ. σ. κατά τον κρίσιμο χρόνο της έκδοσης της ως άνω ακάλυπτης επιταγής, ισχυρίζεται ότι η παρουσία του ήταν τυπική, όπως και της μητέρας του που είχε την ιδιότητα της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας με εξουσίες εκπροσώπησης, και την ουσιαστική διαχείριση ασκούσε ο πατέρας του [βλ.
ως άνω <<αυτοτελείς ισχυρισμούς>> του που υπέβαλε δια του συνηγόρου του], ο οποίος κατέθεσε και ως μάρτυρας προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού. Πλην όμως δεν κρίνεται πειστική η κατάθεσή του, δοθέντος ότι όπως προεξετέθη ο κατηγορούμενος είχε νομιμοποιηθεί προς την Τράπεζα ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας δικαιούμενος να εκδίδει επ' ονόματί της επιταγές, παρά το γεγονός ότι αυτός τυπικά δεν έφερε την ιδιότητα εκπροσώπησης της εταιρείας προς τρίτους.
Εξ άλλου, ούτε από τις λοιπές αποδείξεις προκύπτουν στοιχεία που να αναιρούν το παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα. Ασκώντας δε και ο κατηγορούμενος διαχείριση της οικογενειακής εταιρείας και έχοντας γνώση της οικονομικής της κατάστασης, γνώριζε την κακή οικονομική κατάστασή της κατά το έτος 2012 [όπως αυτή άλλωστε περιγράφεται και στους άνω <<αυτοτελείς ισχυρισμούς>> του που υπέβαλε δια του συνηγόρου του] γεγονός από το οποίο επιτείνεται ο δόλος του στην έκδοση της ακάλυπτης επιταγής, εφ' όσον προέκρινε την έκδοσή της παρά την έλλειψη διαθεσίμων και τον κίνδυνο μη πληρωμής κατά την εμφάνισή της ως συμφερότερη για την κατά το φαινόμενο εκπλήρωση των υποχρεώσεων της οικογενειακής εταιρείας τους προς τρίτους.
Κατόπιν των παραπάνω, αποδεικνύεται η τέλεση της αποδιδόμενης πράξης και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αυτής, απορριπτομένου του ισχυρισμού του για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ, καθ' όσον με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε η έκδοση της ακάλυπτης επιταγής από μη ταπεινά αίτια, αλλά ακριβώς το αντίθετο.
Ωστόσο, από το επισκοπηθέν 332557/26-10- δελτίου ποινικού μητρώου που βρίσκεται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καταδικασθεί για αξιόποινες πράξεις στο παρελθόν, ούτε δε από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τέτοιες καταδίκες. Επομένως, αποδεικνυομένου τοιουτοτρόπως του πρότερου σύννομου βίου του, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να αναγνωρισθεί η σχετική ελαφρυντική περίσταση κατ' άρθρο 84 παρ. 2 α' ισχύοντος νΠΚ , δεκτού γενομένου και του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε ο συνήγορος υπεράσπισής του>>.
Στη συνέχεια το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: << Στο Κορωπί Αττικής, στις 09-05-2013, με πρόθεση εξέθεσε επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε στο νόμιμο κομιστή της, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και πληρωμής αυτής.
Ειδικότερα, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία << ... - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>>, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξέδωσε τη με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, για να πληρωθεί από την τράπεζα ..., σε χρέωση του με αριθμό ... λογαριασμού της ανωτέρω εταιρείας, για ευρώ πενήντα χιλιάδες [Ε 50000,00], σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία <<...
ΕΠΕ>>, όπως η τελευταία εκπροσωπείται από την Μ. Σ. του Ι., η οποία, αν και εμφανίστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 09/05/2013 στην πληρώτρια τράπεζα , δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα τα αντίστοιχα κεφάλαια>>. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 ΠΚ, 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ.1325/1972, 4 παρ. 1 Ν. 2408/1996, 22 Ν.2721/1999, και 15 παρ. 3 Ν. 3472/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα : α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική, β] όλα τα αποδεικτικά μέσα αξιολογήθηκαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] αναφέρεται η έκδοση της επίδικης επιταγής, δηλαδή η υπογραφή αυτής στη θέση του εκδότη από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ε] αναφέρεται ο χρόνος έκδοσης της επιταγής την 09-05-2013 και η εμπρόθεσμη κατ' ακριβή ημερομηνία εμφάνισή της προς πληρωμή την 09-05-2013, στ] αναφέρεται η μη πληρωμή της λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον οικείο λογαριασμό της πληρώτριας τράπεζας, ζ] σχετικά με τη γνώση του αναιρεσείοντος, εκδότη της επιταγής, για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, υποκειμενικά, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αρκεί ο απλός δόλος, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη και προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις τέλεσής της.
Επιπλέον, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε πράγματι τη διαχείριση της ως άνω εταιρείας κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής, αν και δεν ήταν αναγκαίο, αφού ρητά αναφέρεται ότι αυτός υπέγραψε στη θέση του εκδότη, ενώ ο ισχυρισμός του ότι η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή, αφού ο εκδότης υποχρεούται να έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα καθ' όλο τα διάστημα από την έκδοση έως την εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή.
Επομένως, οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης και οι συναφείς δύο πρώτοι πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενοι απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα την παραβίαση της αξίωσης του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη και ως εκ τούτου την απόλυτη ακυρότητα και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές, σχετικές με την κατηγορία, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι κατά την άποψή του, από αυτά συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών σε βάτος αυτού [αναιρεσείοντος] παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας [ολΑΠ 1/2018, ΑΠ 733/2022].
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, με τους οποίους ζητείται η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφαση για συνδρομή ή μη των αντίστοιχων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους [ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 104/2021]. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, και υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος ΠΚ και υπό την ισχύ του νέου ΠΚ από 1-7-2019, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 του ΠΚ, θεωρούνται ιδίως ...
το ότι ο υπαίτιος ... β] στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου, στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο αυτός βρίσκεται σε θέση εξάρτησης. Για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, που ως τέτοια νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής και κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για το ορισμένο δε αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του.
Η έλλειψη της ταπεινότητας των αιτίων όμως, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά [ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 252/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνεται ότι πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, υπέβαλε προφορικά και καταχωρήθηκε στα πρακτικά αίτημα να του αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β' του ΠΚ.
Το εν λόγω αίτημα, διατυπώθηκε ως εξής: <<... Από την ημέρα εμφάνισης της επίδικης επιταγής, για την οποία κατηγορούμαι, η εταιρεία έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να καταφέρει να καταβάλλει τα ποσά τα οποία της αποδίδονταν. Ωστόσο, παρουσίαζε οφειλές προς τρίτους καθώς και ανείσπρακτες απαιτήσεις από τρίτους και συγκεκριμένα από το 2012 και εντεύθεν, και παρότι η εταιρία στην μεγαλύτερη χρονική περίοδο ήταν υπό εκκαθάριση και παρότι η οικονομική της κατάσταση από το έτος 2012 ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, αφού ο όγκος των εργασιών είχε ουσιαστικά μηδενιστεί.
Παράλληλα, έχουμε υπέρογκες απαιτήσεις από πελάτες μας, οι οποίες αγγίζουν το ποσό των τριακοσίων εξήντα χιλιάδων ευρώ [360000] περίπου. Ωστόσο, και πιο συγκεκριμένα από το 2007 και μέχρι το έτος 2012, η εταιρία ήταν ακμάζουσα και κατέβαλε το σύνολο των υποχρεώσεών της. Αν δεν συνέβαινε το βίαιο και ξαφνικό γεγονός της μη πληρωμής ενός υπέρογκου ποσού, το οποίο αποτελούσε το 1/3 σχεδόν του συνολικού της τζίρου, δεν θα έφτανε σε αυτή την άθλια οικονομική κατάσταση>>.
Το Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσία τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, με το ακόλουθο σκεπτικό: <<... Κατόπιν των παραπάνω, αποδεικνύεται η τέλεση της αποδιδόμενης πράξης και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αυτής, απορριπτομένου του ισχυρισμού για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, καθόσον με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε η έκδοση της ακάλυπτης επιταγής από μη ταπεινά αίτια, αλλά ακριβώς το αντίθετο>>.
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας απάντησε και αιτιολόγησε την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού με την προσήκουσα αιτιολογία και δη ότι ο κατηγορούμενος έχοντας γνώση της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε, εξέδωσε την επίδικη επιταγή γνωρίζοντας ότι δεν είχε επαρκή κεφάλαια για την κάλυψή της κατά τη διάρκεια της κυκλοφορίας της και ότι με τον τρόπο αυτόν θα έβλαπτε τον κομιστή της, ο δε ισχυρισμός του ότι η επιταγή αυτή ήταν μεταχρονολογημένη και συνεπώς κατά την έκδοσή της δεν γνώριζε την εξέλιξη των οικονομικών της εταιρείας δεν αίρει την κακοβουλία του, αφού έπρεπε να έχει διαθέσιμα κεφάλαια και κατά τον χρόνο της πληρωμής της.
Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 511 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ισχύοντος από 18-11-2019 ν.437/2019, <<Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510 , εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.
Β'. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης>>. Με τη νέα διάταξη, η οποία ως δικονομική εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της απόφασης, μόνο αν κριθεί βάσιμος ένας λόγος αναίρεσης ΑΠ 1094/2023].
Πριν την αντικατάσταση του εδ. γ' του άρθρου 511 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, ο Άρειος Πάγος ήταν υποχρεωμένος να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αν η αναίρεση περιείχε έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναίρεσης, χωρίς να ερευνάται, αν ο λόγος αυτός ήταν και βάσιμος [ΑΠ 1094/2023, ΑΠ 734/2021, 213/2020].
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν ευδοκίμησε κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Επομένως, δεν τίθεται θέμα έρευνας της παραγραφής του ένδικου αδικήματος, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω παρόδου οκτώ [8] ετών από την τέλεσή του.
Ως εκ τούτου, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, κατά τον οποίο μετά τη έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, είχε επέλθει η παραγραφή της πράξης, που αποδιδόταν στον αναιρεσείοντα, καθόσον είχε παρέλθει η οκταετής προθεσμία των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 113 παρ.1, 2 ΠΚ, για την παραγραφή της, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 115 Ν. 5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2024 αίτηση με αριθμό κατάθεσης στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου 2444/1-4-2024 του Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. ΙΤ 1728/2020 απόφασης του ΙΤ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ