Legislator Case Law & Legislation
327/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in debt restructuring case, upholding lower court's finding of fraudulent debt avoidance.

Case Number 327/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a first-instance judgment in a debt restructuring case. The appellants argued that the lower court erred in finding they acted fraudulently to avoid repayment, while the court found their financial situation and actions demonstrated intentional avoidance. The court ruled the appeal inadmissible on substantive grounds, confirming the lower court's application of the debt restructuring law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 560, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 1, 330 of the Civil Code; Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010: The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies substantive law to find that debtors acted fraudulently to place themselves in insolvency, thereby validating the original judgment.

Keywords

AI generated
debt restructuring fraudulent avoidance insolvency proceedings supreme court appeal civil procedure code creditor rights financial insolvency

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3 section b of Law 3869/2010
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010
Article 1 paragraph 1 of Law 3869/2010
Article 330 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, No. 4/2023
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, No. 1683/2023
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, No. 78/2022
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, No. 658/2022
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, No. 930/2021
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section D, No. 552/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 327 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 327/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Κ. του Γ., 2) Χ. Κ. του Γ. και 3) Ζ. συζ. Γ. Κ., θυγ. Θ. Π., κατοίκων Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Ντόκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Συνεταιριστικής τράπεζας με την επωνυμία "Σ. Τ. Κ. Σ..Π..", που εδρεύει στην Κ. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Καραγεώργου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-4-2013 (αρ. εκθ. καταθ. ...2013, .../2013 και .../2013) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 31-8-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../9-9- 2021) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. .../2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επί εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 98/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 25-11-20Ϊ9) σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 433...2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 556, 558, 577 και 769 του Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. .../2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν τις από 11-4-2013 (αριθμ.

εκθ. καταθ. .../15-4-2013, .../15-4-2013 και .../15-4-2013) αιτήσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, με τις οποίες επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς την καθ' ης η αίτηση, πιστώτρια τράπεζα, ζήτησαν να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτούς σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως τη ρύθμιση των χρεών τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.3869/2010 με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή τους και την εξαίρεση από την εκποίηση των περιγραφόμενων στις αιτήσεις ακινήτων.

Η καθ' ης η αίτηση - πιστώτρια τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, αρνήθηκε ενώπιον του άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αιτιολογημένα τις αιτήσεις αυτές και προέβαλε την ένσταση της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 98/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, το οποίο δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση περί δόλου, που πρότεινε η καθ' ης η αίτηση - πιστώτρια τράπεζα, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και κρίνοντας ότι οι αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό τους ενδεχόμενο δόλο, απέρριψε τις ένδικες αιτήσεις τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Κατά της ανωτέρω πρωτοδίκου αποφάσεως οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 27-9-2018 (με αριθμ. εκθ. καταθ. .../27-9-2018) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με σχετικό λόγο της οποίας προέβαλαν, πλην άλλων, και τον ισχυρισμό περί αοριστίας της προταθείσας πρωτοδίκως, από την καθ' ης η αίτηση - πιστώτρια τράπεζα, ένστασης δόλου των αιτούντων - εκκαλούντων.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. .../2019 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και αφού απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους αυτής, μεταξύ των οποίων και εκείνον περί αοριστίας της προβληθείσας ενστάσεως δόλου και κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό τους ενδεχόμενο δόλο, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων [....]"), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης των ενδίκων αιτήσεων στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας στις 15-4-2013), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟΛΑΠ. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκεί/η του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα, πράξη και, αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά (Α.Π. 1352/2021).

Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ.1 εδ. α'του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π.1504/2022, Α.Π. 1486/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π.183/2022, Α.Π.59/2021).Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 1486/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. .../2020, Α.Π. 400/2020).

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 604/2023, Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 103...2021).

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 51...2018, Α.Π. 6...2017, Α.Π. 951/2015, Α.Π. 1226/2014).

Περαιτέρω, με τη ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 847 - 8... του Α.Κ. σύμβαση εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή ενός τρίτου προσώπου (πρωτοφειλέτη), την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως, απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του οφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος.

Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (Α.Π. 1497/2022, Α.Π. 1432/2022, Α.Π. 1438/2019). Στην περίπτωση του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του ν. 3869/2010, ο εγγυητής, προκειμένου να αποκρούσει την ένσταση του δόλου που προβάλλεται από πιστωτή, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι, με βάση τα δικά του εισοδήματα (και όχι εκείνα του πρωτοφειλέτη), πίστευε ότι θα μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος (Α.Π. 1497/2022).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 1486/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 6...2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 1486/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 33...2020, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:

α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 51...2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 433...2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 1486/2022, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 757/2015).Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ, 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. Ι83/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. .../2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα:" Οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου έφεσής τους, ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση πλημμελώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και απέρριψε τις αιτήσεις εκάστου εξ αυτών δεχόμενη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσής τους σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, την οποία (ένσταση) έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε από την καθ' ης - πιστώτρια (ήδη αναιρεσίβλητη) κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν.

Από τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της καθ' ης-πιστώτριας αποδεικνύεται ότι η τελευταία πρότεινε, καθ' εκάστου των αιτούντων, την ένσταση περί δόλιας περιέλευσής του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, επικαλούμενη τα εξής: α) τα τραπεζικά προϊόντα που έκαστος των αιτούντων, με την ιδιότητα του ως εγγυητής, συμφώνησε με την εν λόγω πιστώτρια, και δη τις υπ' αριθμ. .../18.09.2006, .../1/27.09.2007, .../2/17.05.2008, .../3/28.01.2009, .../4/09.07.2009, .../...08.01.2010 και .../6/08.07.2010 συμβάσεις χορήγησης πίστωσης, δυνάμει των οποίων ανοίχθηκε πίστωση υπέρ του πρωτοφειλέτη Γ.

Κ. (πατέρα των αιτούντων των υπό στοιχ. Α' και Β' αιτήσεων και συζύγου της απούσας της υπό στοιχ. Γ αίτησης), συνολικού ποσού 500.000 ευρώ (αρχικό ύψος οφειλής), β) ότι τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και οι αιτούντες εμφάνισαν αδυναμία στην αποπληρωμή των δανειακών τους δόσεων, γ) ότι το τελικό ύψος αυτών ανέρχεται στο ποσό των 935.445,60 ευρώ, δ) ότι όλες οι ανωτέρω πιστώσεις, για τις οποίες εγγυήθηκαν οι αιτούντες, χρησιμοποιήθηκαν προς το σκοπό ανέγερσης εμπορικής επιχείρησης σε ακίνητο συνιδιοκτησίας-τους, η οποία λειτούργησε επ' ονόματι του συγγενή τους Κ.

Κ. και από την οποία αντλούσαν επιχειρηματικά και οικονομικά οφέλη, ε) ότι ήδη κατά το χρόνο σύναψης της πρώτης σύμβασης πίστωσης ύψους 500.000 ευρώ, οι μεν αιτούντες των υπό στοιχ. Α' και Β' αιτήσεων ήταν μισθωτοί με ετήσια εισοδήματα ύψους 9.500 ευρώ, η δε αιτούσα της υπό στοιχ. Γ αίτησης χαμηλόμισθη υπάλληλος σε σούπερ μάρκετ και στ (ορθό αντί του δ) ότι με βάση τα ως άνω οικονομικά τους δεδομένα γνώριζαν ότι τα εισοδήματά τους και οι εν γένει οικονομικές τους δυνατότητες δεν τους επέτρεπαν να εξυπηρετήσουν τις ληφθείσες χορηγήσεις, και παρόλα αυτά ενήργησαν δολίως αποδεχόμενοι ότι ο υπερδανεισμός τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επιπλέον, από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία, η καθ' ης - πιστώτρια, πρότεινε καθ' εκάστου των αιτούντων την ένσταση περί δόλιας περιέλευσής του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών αναφέροντας τα εξής: i) ως προς τον αιτούντα της υπό στοιχ.

Α' αίτησης "προτείνουμε ... την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής, διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο που ο αιτών παρείχε την εγγύησή του για εμπορικές χρηματοδοτήσεις ύψους 500.000 ευρώ γνώριζε ότι δεν μπορούσε να τις εξυπηρετήσει λόγω των τότε πολύ χαμηλών εισοδημάτων του", ii) ως προς τον αιτούντα της υπό στοιχ.

Β' αίτησης "προβάλλουμε ...την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής, λόγω του ότι κατά το χρόνο που ανέλαβε τα χρέη του δεν μπορούσε να τα εξυπηρετήσει και αποδέχθηκε το γεγονός αυτό", iii) ως προς την αιτούσα της από στοιχ. Γ αίτησης "προτείνουμε ομοίως την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής της, διότι κατά το χρόνο που ανέλαβε τα δάνεια, το εισόδημά της δεν επαρκούσε για να το εξοφλήσει, ούσα και τότε υπάλληλος σε σούπερ μάρκετ".

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προπαρατιθέμενα, η ως άνω ένσταση προβλήθηκε παραδεκτά και κατ' ορισμένο τρόπο, διότι η καθ' ης οι αιτήσεις, που είχε κατά το νόμο το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του δόλου των οφειλετών, αναφέρει το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο πρωτοφειλέτης συμφώνησε να λάβει, τα οποία εγγυήθηκαν οι αιτούντες, το χρόνο που τα συμφώνησε και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες των αιτούντων κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών, ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν πρόβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Η μη αναφορά του ετήσιου εισοδήματος εκάστου εξ αυτών κατά το χρόνο ανάληψης εκάστης δανειακής υποχρέωσης, δύναται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου να προκύψει και από τις αποδείξεις. Άλλωστε, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ορισμένη την ένσταση της καθ' ης με το προπαρατεθέν περιεχόμενο δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου συνακόλουθα του μοναδικού λόγου έφεσης, ως προς το εν λόγω σκέλος του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρωτοδίκως προβληθέντα και με λόγο εφέσεως επαναφερθέντα ισχυρισμό, περί αοριστίας της προβληθείσας εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας ήδη αναιρεσίβλητης ενστάσεως δόλου, ακολούθως δε, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι αιτούντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό τους ενδεχόμενο δόλο, δέχθηκε αυτόν ως και κατ' ουσίαν βάσιμο, και απέρριψε την έφεση των τελευταίων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την υπ' αριθμ. 98/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, που είχε κρίνει ομοίως.

Ήδη, με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ., καθόσον, όπως ισχυρίζονται, αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την έννοια του δόλου, ως μέρος του αναγκαίου περιεχομένου της ενστάσεως περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμών των δανειακών τους υποχρεώσεων, που πρότεινε η πιστώτρια τράπεζα, η οποία δεν μνημόνευσε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο και, επομένως, το παραδεκτό της ενστάσεως αυτής.

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο ανωτέρω ισχυρισμός, περί δόλου των αιτούντων - εγγυητών, προεβλήθη κατά τρόπο επαρκώς ορισμένο, καθόσον διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία περιστατικά, κατ' άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ., που πληρούν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται: α) τα τραπεζικά προϊόντα (συμβάσεις χορήγησης πίστωσης υπέρ του πρωτοφειλέτη Γ. Κ.), που έκαστος των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητών, εγγυήθηκαν υπέρ της πιστώτριας τράπεζας την αποπληρωμή τους και το χρόνο καταρτίσεως των σχετικών συμβάσεων, β) το αρχικό και το τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων (ποσό 500.000 ευρώ και 935.445,60 ευρώ, αντιστοίχως), γ) ότι τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και οι αιτούντες εμφάνισαν αδυναμία στην αποπληρωμή των δανειακών τους δόσεων, δ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτών (αιτούντων) κατά το χρόνο αναλήψεως των σχετικών υποχρεώσεων (κατά το χρόνο σύναψης της πρώτης σύμβασης πίστωσης ύψους 500.000 ευρώ, οι μεν δυο πρώτοι αιτούντες- εκκαλούντες και ήδη δυο πρώτοι αναιρεσείοντες ήταν μισθωτοί με ετήσια εισοδήματα ύψους 9.500 ευρώ έκαστος, η δε τρίτη αιτούσα-εκκαλούσα και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα χαμηλόμισθη υπάλληλος σε σούπερ μάρκετ), ε) ότι αν και προέβλεπαν, ως ενδεχόμενο, ότι οι υφιστάμενες εν γένει οικονομικές τους δυνατότητες, δεν τους επέτρεπαν να εξυπηρετήσουν (αποπληρώσουν) τις ληφθείσες (εκ μέρους του πρωτοφειλέτη) χορηγήσεις πιστώσεων και θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, εν τούτοις ενήργησαν δολίως αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα αυτό.

Τα προαναφερθέντα στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως, εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις της καθ' ης οι αιτήσεις τραπεζικής εταιρίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας και στα πρακτικά συνεδριάσεως του τελευταίου αυτού Δικαστηρίου. Κρίνοντας, επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως ορισμένη και παραδεκτή την προβληθείσα από την ως άνω αναιρεσίβλητη ένσταση περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως και επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 "Περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"και 330 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως.

Συνεπώς, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2(523, Α.Π. 78...2022, Α.Π.658/2022, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 552/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-8-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. .../2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ