Supreme Court partially allows appeal, remanding case for retrial due to missing evidence on debt existence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance labor judgment. The appellant argued the lower court failed to verify if the employer had paid the workers before the lawsuit, violating the statute of limitations. The court found the second-instance judge's reasoning insufficient regarding the existence of the debt and the timing of payments. Consequently, the case was remanded for a new trial before a different judge to properly assess these facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 94(1) of the Code of Civil Procedure; Article 702 of the Civil Code: When a second-instance court fails to examine whether a debt existed at the time of the claim's filing, the appeal is partially allowed, and the case is remanded for retrial to verify the factual prerequisites for the statute of limitations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 327 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 327/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, ο οποίος δεν κατάθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1…. και 14…., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Αλεξανδρή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4088/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4/2/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Αν, αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου, που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην αντίθετη περίπτωση η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που είχε νόμιμα κλητευθεί (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2007) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 535/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26-10-2021) της ένδικης από 4-2-2020 και με αριθ. κατ. 12567/23/11-2-2020 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", άπαντες οι αναιρεσίβλητοι (14 συνολικά), οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Αλεξανδρή, η οποία υπογράφει και τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 26-10-2021 έγγραφες προτάσεις τους.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι 2ος, 7ος, 8ος, 12ος και 14ος των αναιρεσιβλήτων χορήγησαν πληρεξουσιότητα στην παραπάνω δικηγόρο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού δεν προσκομίζουν σχετικές περί χορήγησης πληρεξουσιότητας συμβολαιογραφικές πράξεις ή ιδιωτικά έγγραφα φέροντα βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εν λόγω διαδίκων από αρμόδια αρχή.
Επομένως, οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι δεν μετέχουν στην αναιρετική δίκη όπως ορίζει ο νόμος, οπότε θεωρούνται δικονομικά απόντες, ενώ από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Κατ' επέκταση δε, δεν προκύπτει κλήτευση αυτών εκ μέρους της αναιρεσείουσας προκειμένου να παραστούν κατά τη ορισθείσα δικάσιμο.
Επομένως, ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν παρέστησαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση και επίσης δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκαν νομίμως από την αντίδικο αναιρεσείουσα, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Για τους λοιπούς παρισταμένους προσηκόντως αναιρεσιβλήτους, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την ασκηθείσα από 4-2-2020 και με αριθ. κατ. 12567/23/11-2- 2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρεται προς συζήτηση αυτεπαγγέλτως με την από 20-5-2021 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Νικολακέα, μετά από ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23-3-3021, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19 (άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021 σε συνδ.
με άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η με αριθ. 4088/1-4-2019 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 20-4-2015 και με αριθ. κατ. 43/21-4-2015 έφεσης της δεύτερης εναγομένης εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." κατά της με αριθμό 2/7-1-2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορωπίου, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας ενώπιον αυτού από 28-6-2013 και με αριθ.
κατ. 78/25-7-2013 αγωγής. Ειδικότερα, με την εν λόγω αγωγή, οι αναφερόμενοι σ' αυτήν 14 ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, στρεφόμενοι α) κατά της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και β) κατά της προαναφερόμενης, ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκαν ως τεχνικοί σκυροδέματος και οικοδόμοι από την πρώτη εναγομένη, σε τεχνικό-οικοδομικό έργο, την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει αυτή ως υπεργολάβος από τη δεύτερη εναγομένη, εργολάβο, η οποία ασκούσε εποπτεία κατά την παροχή της εργασίας τους.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθεμία σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα ποσά για μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την παραπάνω με αριθ. 2/7-1-2015 απόφαση, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652, 653, 655, 659, 669 ΑΚ, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 702 του ίδιου Κώδικα, κατά παραδεκτή, όπως δέχθηκε, συμπλήρωση, κατά τούτο, της αγωγής, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τις εναγόμενες, εις ολόκληρον την καθεμία, να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα το αντίστοιχο αιτούμενο ποσό με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη απαιτητή.. Κατά της απόφασης αυτής, η δεύτερη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την προαναφερόμενη έφεση, η οποία με την προσβαλλόμενη με αριθ. 4088/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 702 ΑΚ "οι εργάτες που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης έχουν για το μισθό τους απαίτηση απευθείας κατά του εργοδότη έως το ποσό που αυτός οφείλει στον εργολάβο. Αφότου ο εργάτης δήλωσε στον εργοδότη πως ασκεί την απαίτησή του, αυτός δεν μπορεί πια να καταβάλει στον εργολάβο ή στο διάδοχό του ή να συμβιβαστεί μαζί τους έτσι ώστε να ζημιωθεί ο εργάτης.
Η συμφωνία που περιορίζει προκαταβολικά αυτά τα δικαιώματα του εργάτη είναι άκυρη". Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι: α) Ύπαρξη οφειλής του εργοδότη, δηλαδή του κυρίου του έργου, προς τον εργολάβο. Η οφειλή του κυρίου του έργου πρέπει να είναι κατ' αρχήν δικαστικώς επιδιώξιμη. Αν η απαίτηση δεν είναι ληξιπρόθεσμη ή είναι υπό αίρεση, η αξίωση των εργατών δεν μπορεί μεν να ασκηθεί δικαστικώς, έγκυρα όμως γίνεται η περί της άσκησης αυτής δήλωση προς τον κύριο του έργου.
Εφόσον ο κύριος του έργου εξόφλησε την οφειλή του, οι εργάτες δεν μπορούν να στραφούν κατ' αυτού, β) απαίτηση των εργατών για την καταβολή του μισθού τους. γ) χρησιμοποίηση των εργατών στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης, δ) Η εκ μέρους των εργατών δήλωση προς τον εργοδότη- κύριο του έργου ότι ασκούν κατ' αυτού την εν λόγω απαίτησή τους.
Η άσκηση της δήλωσης αυτής, η οποία αποτελεί μονομερή, απευθυντέα και άτυπη δικαιοπραξία, επιφέρει σημαντικές έννομες συνέπειες, καθόσον με αυτή αρχίζει η υπέρ των εργατών δέσμευση του ποσού που οφείλει ο κύριος του έργου στον εργολάβο. Εξάλλου, την αξίωση για καταβολή του μισθού τους οι εργάτες μπορούν να ασκήσουν δικαστικώς είτε αυτοτελώς κατά του κυρίου του έργου, είτε και κατά των δύο (εργολάβου και κυρίου), καθόσον υπάρχει παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΠ 883/2018).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 602/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 58/2015). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1-1-2016) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση κατά των παραπάνω αποφάσεων επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, επομένως, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάργηση του επιδίκου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και με πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).
Με τους πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 702 ΑΚ και ότι παράλληλα, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται ευθύνη της (αναιρεσείουσας) από τη διάταξη αυτή, για καταβολή στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους των ενδίκων απαιτήσεων, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε , μετά από επίκληση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: " Οι ενάγοντες προσελήφθησαν από την πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...." το έτος 2011, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν ως τεχνίτες σκυροδέματος και οικοδόμοι σε τεχνικό-οικοδομικό έργο, που η ως άνω εταιρία εκτελούσε ως υπεργολάβος της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας. Οι ενάγοντες προσέφεραν την εργασία τους προσηκόντως, καταβλήθηκε όμως σε αυτούς μέρος μόνο των δεδουλευμένων αποδοχών τους, το ύψος δε του οφειλομένου σε έκαστον αυτών ποσού δεν πλήττεται με ιδιαίτερο λόγο έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ύπαρξη οφειλών από δεδουλευμένες αποδοχές προς τους ενάγοντες εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, με την οποία αυτοί συνδέονταν συμβατικά, ήταν σε γνώση της δεύτερης εναγομένης, καθώς εντός του έτους 2011 και στις αρχές του 2012 οι εργαζόμενοι είχαν διακόψει την εργασία τους διαμαρτυρόμενοι για τη μη καταβολή των αποδοχών τους.
Συνεπώς, τα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα ότι εξόφλησε την υπεργολάβο πρώτη εναγομένη πριν την άσκηση της προκειμένης αγωγής και αληθή υποτιθέμενα δεν αίρουν την ευθύνη της για την καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων. Δεν έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια.". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 702 ΑΚ και παράλληλα διέλαβε στο σκεπτικό του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης απαίτησης των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, ως εργατών του αναφερομένου οικοδομικού έργου, κατά της δεύτερης εναγομένης-αναιρεσείουσας, ως κυρίας του έργου, για τις δεδουλευμένες αποδοχές, που τους όφειλε η πρώτη εναγομένη, εργολάβος αυτού.
Ειδικότερα, παραβίασε ευθέως την εν λόγω διάταξη του άρθρου 702 ΑΚ, διότι δέχθηκε ότι για τη γένεση των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας αρκούσε η εκ μέρους της τελευταίας γνώση των απαιτήσεων των πρώτων, χωρίς να διαλάβει παραδοχή για υποβολή σχετικής δήλωσης και του χρόνου αυτής και διότι δεν διέλαβε παραδοχή περί του αν υφίστατο ή όχι οφειλή της αναιρεσείουσας προς την εργολάβο κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης, αλλά αρκείται να αναφέρει ότι η τυχόν εξόφληση της οφειλής προς τον εργολάβο πριν την άσκηση της αγωγής δεν ασκεί έννομη επιρροή στις αξιώσεις των εναγόντων.
Παράλληλα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε στο σκεπτικό του παραδοχή για το ακριβές ύψος των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, χωριστά για τον καθένα και στο σύνολο τους, κατά της εργολάβου πρώτης εναγομένης για δεδουλευμένες αποδοχές, χωρίς να επαρκεί η παραδοχή ότι υπήρχαν οφειλές της εργολήπτριας προς τους ενάγοντες, προκειμένου να κριθεί αν οι οφειλές αυτές καλύπτονταν από την οφειλή της αναιρεσείουσας κατά της εργοδότριας κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης.
Λόγω των παραπάνω ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων δημιουργείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του δικαστηρίου τούτου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 702 ΑΚ. Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμων των λόγων αυτών αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης υπόθεσης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου από τον αριθμό 5 του άρθρου 569 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί ως προς τους παραπάνω προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτούς για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι προσηκόντως παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το υποβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -Διατάσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 2°, 7°, 8°, 12° και 14° των αναιρεσιβλήτων.
-
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς.? -
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους τη με αριθ. 4088/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάσαντος ως Εφετείου.
-
Παραπέμπει ως προς αυτούς την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
-Επιβάλλει στους προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ