Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to late filing after judgment became final. Appeal filed after 60-day period expired for necessary co-litigants. Court rejects appeal and orders costs against appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal as inadmissible because it was filed after the judgment became final. The lower court judgment became final on July 18, 2017, after the 60-day period for necessary co-litigants to file a nullity objection expired. The appellant filed the appeal on June 21, 2017, which was before the finality date, but the court ruled the appeal inadmissible due to procedural timing issues regarding the necessary co-litigants' rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 135, 144, 503, 495, 176, 182, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the judgment becomes final against necessary co-litigants is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 327 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 327/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως κληρονόμος της κατά την 3-1-2013 αποβιωσάσης μητέρας του Α. χήρας Δ. Κ. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αθανασόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Σ. Ν. Ρ. (S. D. R.) του Τ. Τ. Ρ., ως κληρονόμου της κατά την 23-4-2008 αποβιωσάσης συζύγου του, Α.
συζύγου S. R., τέως συζύγου S. G., θετής θυγατέρας Γ. Ν., φυσικής Α. Δ. του κληρονομικού δικαιώματος του νομίμως αναγνωρισθέντος στην Ελλάδα, κατοίκου Καλιφόρνιας ΗΠΑ και 2) Α. Ν. του Α., κατοίκου .... Ο 1ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολόπουλο και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Επιδιδόμενη και προς τους αναγκαίους ομοδίκους: 1) Μ. θυγατέρα Ι. Ι. Β. συζύγου Α. Ζ.- Λ. Ρ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου των: ( α ) Ι. Ι. Β., που πέθανε στις 15.1.2003, και της μεταποβιωσάσης την 18.3.2003 μητέρας της Ά., χήρας Ι. Β., και ( β ) Α. Ι. Β., που πέθανε στις 29.1.2004, 2) Μ. χήρας Σ. Β., κατοίκου ..., 3) Σ. Σ. Β., κατοίκου ..., 4) Γ. Σ. Β., κατοίκου ..., ... } και ήδη ... 5) Β.
Β. του Γ., κατοίκου ..., 6) Ε. θυγατέρα Η. Μ., ως μόνης κληρονόμου της κατά την 21.6.2013 αποβιωσάσης αδιαθέτου μητέρας της Α. χήρας Η. Μ. ,το γένος Γ. Β., κατοίκου ..., 7) Ι. Δ. Κ., κατοίκου ..., 9) Α. Φ. κατοίκου ..., ως κληρονόμου α] της αποβιωσάσης μητέρας της Β., χας Δ. Φ., που πέθανε στις 7.4.2002, και β] του κατά την 16.03.16 στο Βόλο αποβιώσαντος αδιαθέτου αδελφού της Γ.
Φ. και, 10) Β. Γ. Β., κατοίκου ... ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσης μητέρας του Ε. συζύγου Γ. Β., θυγατέρας Γ. Β., και 11).α.] Ν. Α. Κ. και Π. Α. Κ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πατέρα τους Α. Ν. Κ., κατοίκου εν ζωή Βόλου, κατοίκων ..., 12) Β. Γ. Κ., κατοίκου ..., γιου της αποβιωσάσης Μ. Κ., κληροδόχου , σύμφωνα με την από 14.10.1980 διαθήκη της αποβιωσάσης Θ.
Δ., 13) Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Λάρισας που εδρεύει στη …, περιοχή ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 14) Ι. θυγατέρα Π. Β., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α] του πατρός της Π. Β., β] της θανούσης θείας της { αδελφής του πατρός της } Α. Ι. Β., και γ] της θανούσης μητέρας της Φ. Π. Β., 15) Ε. Γ. Β. ,κατοίκου ... } και ήδη αγνώστου διαμονής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσης μητρός του Ε.
συζύγου Γ. Β. θυγ. Γ. Β., 16) Σ. Γ. Β., κατοίκου ..., Αγία Παρασκευή, 17) Α. Α. Τ. κατοίκου ... ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της κατά την 12.1.2009 αποβιωσάσης μητέρας του Α. Σ. Κ. Κ., 18) Ε. Δ. θυγατέρα Γ. και Γ. Γ., κατοίκου ... Αττικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Γ. Κ. Κ. χήρας Γ. Γ. Κ.} και 19) τον κατά την πρώτη συζήτηση παρεμβάντα κ.
Υπουργού των Οικονομικών με την ιδιότητα του ασκούντος την εποπτεία και τον έλεγχο των περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς και ιδρύματα, { και μη νομιμοποιουμένου προς τούτο - ως μη έχοντος εν προκειμένω ουδεμία εξουσία ή αρμοδιότητα } κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, 20) Μ. Χ. κατοίκου ..., και 21) Ζ.
Μ., κατοίκου ..., προς τους οποίους είχε επιδοθεί η ανωτέρω αγωγή ως εκτελεστών της διαθήκης της Θ. Δ. καίτοι δεν νομιμοποιούνταν, χωρίς, όμως να καταστούν διάδικοι. Ο 19ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της αρχικής διαδίκου Α. θυγατέρας Α. Δ. και του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 7531/2000 απόφασή του παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στο δικαστήριο εκείνο εισήχθησαν η από 30-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, της αρχικής διαδίκου Α.
χήρας Δ. Κ. και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και η από 4-9-2001 πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε διά των προτάσεων από τον Υπουργό Οικονομικών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν με την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2838/2002 μη οριστική, 5564/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7088/2007 του Εφετείου Αθηνών.
Κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως εκδόθηκαν οι 1486/2011 και 1487/2011 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που κήρυξαν απαράδεκτη τη συζήτηση των αιτήσεων για αναίρεση της υπ' αριθ. 7088/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι υποθέσεις επανήλθαν προς συζήτηση με κλήση. Εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 1866/2013 και 1867/2013 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που διέταξαν την επανάληψη της συζήτησης.
Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με κλήση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1877/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 7088/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 2539/2015 μη οριστική και 1497/2017 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της υπ' αριθ. 1497/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 16-6-2017 αίτησή του και τους από 7-1-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1117/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-6-2017 αίτησης αναίρεσης και των από 7-1-2018 προσθέτων λόγων αυτής κατά της 1497/2017 απόφασης του Εφετείου Αθήνας.
Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 10-9-2018 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-9-2018 κλήση των αναιρεσίβλητων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 16-6-2017 αίτηση αναίρεσης και οι από 7-1-2018 πρόσθετοι αυτής λόγοι κατά της με αριθμό 1497/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθμό 1117/2018 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, κατά τη δικάσιμο της 12-2-2018, ως προς όλους τους διαδίκους, για τον σ'αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενο λόγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες εκθέσεις επίδοσης: 1) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Δ.Κ., 2) με αριθμό ...8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ. Α., 3) με αριθμούς .../9-8-2019 και .../9-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Έδεσσας Η. Κ., 4) με αριθμό .../12-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Περιφέρειας Εφετείου Αιγαίου Δ.
Θ., 5) με αριθμούς .../7-8-2019 και ...7-8-2019 της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης Ε. Π., 6) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ. Α., 7) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Βόλου Γ.Π., 8) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ. Α., 9) με αριθμούς .../8-8-2019 και .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Βόλου Γ.Π., 10) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ.
Α., 11) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Δ.Κ., 12) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ. Α., 13) με αριθμό .../7-8-2019 (και τα συνημμένα σ' αυτήν ... και .../8-8-2019 φύλλα των εφημερίδων "... αντιστοίχως) του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ. Μ., 14) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ.
Α., 15) με αριθμό .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Δ.Κ. και 16) με αριθμούς ...8-8-2019 και .../8-8-2019 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ. Α., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 10-9-2018 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 14-10-2019 προς συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, με ταυτόχρονη κοινοποίηση επικυρωμένων αντιγράφων των δικογράφων της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με φροντίδα των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσίβλητων, με τη σειρά που αναφέρονται στην κλήση και στα πρακτικά, αντιστοίχως, υπό την ιδιότητά τους ως αρχικών διαδίκων ή ως κληρονόμων αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, Α.
Κ. του Δ., ήδη αναιρεσείοντα και σε καθένα από αναγκαίους ομόδικους του τελευταίου (αναιρεσείοντος): 1) Μ. θυγ. Ι. Ι. Β. συζ. Α. Ζ.- Λ. Ρ., ως κληρονόμο α) του αποβιώσαντος, στις 15-1-2003, πατρός της Ι. Ι. Β., β) της μεταποβιωσάσης, στις 18-3-2003, μητέρας της, Ά. χήρας Ι. Β., (κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Ι. Ι. Β.) και γ) της αποβιώσασας, στις 29-1-2004, Α.
Ι. Β., αρχικής διαδίκου, 2)Μ. χήρα Σ. Β., 3)Σ. Β. του Σ., 4) Γ. Β. του Σ., 5) Β. Β. του Γ., 6) Ε. θυγ. Η. Μ., ως κληρονόμο της αποβιώσασας, στις 21-6-2013, μητέρας της Α. χήρας Η. Μ., αρχικής διαδίκου, 7) Ι. Κ. του Δ., 8) Α. Φ., ως κληρονόμο α) της αποβιώσασας, στις 7-4-2002, μητέρας της Β. χήρας Δ. Φ., αρχικής διαδίκου, και β) του μεταποβιώσαντος, στις 16-3-2016, αδελφού της Γ.
Φ. (κληρονόμου της μητέρας του Β. χήρας Δ. Φ. αρχικής διαδίκου), 9) Β. Β. του Γ. (ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας του Ε. Γ.Β.), 10) Ν. Κ. του Α., ως κληρονόμο του αποβιώσαντος πατρός του Α. Κ., αρχικού διαδίκου, 11) Π. Κ. του Α., ως κληρονόμο του αποβιώσαντος πατρός του Α. Κ., αρχικού διαδίκου, 12) Β.
Κ. του Γ., 13) Γενικό Κρατικό Νοσοκοµείο Λάρισας, που εδρεύει στη …, και εκπροσωπείται νόµιµα, 14) Ι. θυγ. Π. Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α) του αποβιώσαντος πατρός της Π. Β., β) της αποβιώσασας θείας της Α. Β. και γ) της αποβιώσασας μητέρας της Φ. Π.Β., 15) Ε. Β. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας μητέρας του Ε.
συζ. Γ. Β., όντα αγνώστου διαμονής, 16) Σ. Β. του Γ., 17)Α. Τ. του Α. [ως κληρονόμο της θανούσης, στις 12-1-2009, μητέρας του Α. (Σ.) Κ. Κ., αρχικής διαδίκου], 18) Ε. Δ. θυγ. Γ. Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας Γ. Κ. Κ., χήρας Γ. Γ. Κ. και 19) Υπουργό των Οικονομικών (με την ιδιότητα του ασκούντος την εποπτεία και τον έλεγχο των περιουσιών, που καταλείπονται σε κοινωφελείς σκοπούς, ασκήσαντα δια των προτάσεων πρόσθετη, εκ του άρθρου 126 του Α.Ν. 2039/1939, παρέμβαση υπέρ των εναγόντων).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, οι ανωτέρω 1η έως και 18η δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρ 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν ήταν αναγκαία η κοινοποίηση της κλήσης προς την Μ. Χ., δικηγόρο Λάρισας, εκτελέστρια της διαθήκης της Θ. Κ., καθόσον αυτή ως μη νομιμοποιούμενη στην παρούσα δίκη (αφορώσα κληρονομικό δικαίωμα, ΑΠ 1929/2008), ουδέποτε κατέστη διάδικος (αναγκαίος ομόδικος) του αναιρεσείοντος. Επισημαίνεται ότι η δια των προτάσεων (άρθρο 297 ΚΠολΔ, όπως αντικ.
από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.2 του ν.4335/2015), παραίτηση από την κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τον Ζ. Μ. (πρώην εκτελεστή της διαθήκης της Θ. Κ., λόγω παραιτήσεώς του την 16-7-2008), έχει ως συνέπεια το ότι η κλήση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (σχ. ΑΠ 1223/2017, ΑΠ 650/2016), σε κάθε δε περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η κλήση αυτού για τον ίδιο αμέσως προαναφερόμενο λόγο.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 β', 309 εδ.1, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, ή η κατ` άρθρο 503 παρ. 2 ΚΠολΔ εξηκονθήμερη προθεσμία, προκειμένου περί αγνώστου διαμονής ερημοδικασθέντα διάδικο, από την τελευταία δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.2 ΚΠολΔ.
Κι` αυτό, γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 557 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντιθέτως δηλαδή προς την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΟλΑΠ 15/2001), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγω αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ ΑΠ 17/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης, με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομόδικούς τους, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομόδικους.
Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 965/2017). Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί άκυρος ο γάμος, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 608 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν ασκείται από κάποιον που έχει έννομο συμφέρον, μετά τον θάνατο των συζύγων του ακύρου γάμου, απευθύνεται με ποινή απαραδέκτου, κατά των κληρονόμων αυτών (ΟλΑΠ 1043/1976).
Εάν, συνεπώς, στη δίκη επί αγωγής για ακύρωση γάμου, δικάσθηκε ερήμην στο εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομόδικους , πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με τη σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της εν λόγω απόφασης, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, είτε κατ' άλλον νόμιμο τρόπο (ΟλΑΠ 11/1998, 15/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, έχει, κατ` επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εισήχθησαν η από 30-3-2001 (αριθμ.εκθ.κατ. 3483/2001) αγωγή των Ι. Β. του Ι. κλπ (11 εναγόντων), φερόμενων ως κληρονόμων της Θ.
Κ., με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί: α) η ακυρότητα του τελεσθέντος, την 9-6-1955, στην Αθήνα, γάμου μεταξύ του Α. Δ. του Μ. και Θ. θυγ. Ν. Κ., λόγω προϋφισταμένου και μη λυθέντος νομίμου γάμου του πρώτου εξ αυτών και β) η ανυπαρξία κληρονομικού δικαιώματος του Α. Δ. του Μ., επί ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας της Θ.
Κ. και οποιουδήποτε δικαιώματος επί του ιδίου ποσοστού (της κληρονομιαίας περιουσίας της ανωτέρω Θ. Κ.) της πρώτης και του δεύτερου των εναγόμενων, Α. θυγ. Α. Δ. και Α. Ν. του Α., αντίστοιχα, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Δ. του Μ., β) η από 4-9-2001 πρόσθετη δια των προτάσεων παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών, ως εποπτεύοντος και ελέγχοντος τις περιουσίες που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς, που ζητούσε τα ίδια με την άνω αγωγή και γ) η από 22-11-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της Α.
θυγ. Α. Δ. και του Α. Ν. του Α. (πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι της άνω αγωγής), που κατατέθηκε αρχικώς στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με τη με αριθμό 7531/2000 απόφασή του παρέπεμψε την υπόθεση στο άνω δικαστήριο, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι ο Α. Κ. του Δ. (ήδη αναιρεσείων), δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας του γάμου του Α.
Δ. με τη Θ. Κ., διότι δεν μπορεί να είναι κληρονόμος εξ αδιαθέτου, λόγω βαθμού συγγενείας (5ου βαθμού). Το ανωτέρω δικαστήριο, μετά συνεκδίκαση των δικογράφων, εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, τη με αριθμό 2838/2002 μη οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την από 22-11-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και έταξε αποδείξεις ως προς την από 30-3-2001 αγωγή και, στη συνέχεια, τη με αριθμό 5564/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αγωγή.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, τις από 20-1-2006 και 15-2-2006 εφέσεις οι εναγόμενοι και ενάγοντες της παρεμπίπτουσας αγωγής Α. Ν. του Α. και Α. θυγ. Α. Δ., αντίστοιχα. Το ανωτέρω δικαστήριο, μετά συνεκδίκαση των εφέσεων, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, τη με αριθμό 7088/2007 απόφαση, με την οποία απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις, καθ'ο μέρος αφορούσαν την απόρριψη της από 22-11-1999 παρεμπίπτουσας αγωγής και την παραδοχή της από 30-3-2001 αγωγής, ως προς το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας του ανωτέρω γάμου μεταξύ του Α.
Δ. και της Θ. Κ., κατά τα λοιπά δε, δέχθηκε τις εφέσεις κατ'ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το αίτημα της από 30-3-2001 αγωγής για αναγνώριση της ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος του Α. Δ. και των άνω εκκαλούντων-εναγόμενων (Α. θυγ. Α. Δ. και Α. Ν. του Α.) στην κληρονομία της Θ. Κ. και ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής, ως προς το προαναφερθέν δεύτερο αίτημα (αναγνώριση της ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος), μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ως προς το πρώτο αίτημα (αναγνώριση της ακυρότητας του μεταξύ των ανωτέρω γάμου).
Κατά της ως άνω με αριθμό 7088/2007 απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τους Σ. Ν. Ρ. (ως κληρονόμο της αποβιωσάσης στις 23-4-2008, συζύγου του Α. θυγ. Α. Δ., αρχικής διαδίκου) και Α. Ν. του Α.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις του δικαστηρίου τούτου με αριθμούς 1487/2011, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, 1866/2013 και 1867/2013, που διέταξαν την επανάληψη της συζήτησης, για τους σ'αυτές ειδικότερα διαλαμβανόμενους λόγους και 1877/2014, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια, το κατά παραπομπή δικαστήριο εξέδωσε τις αποφάσεις με αριθμό 2539/2015, με την οποία ανέβαλε την έκδοση της οριστικής απόφασης για τον σ' αυτή αναφερόμενο λόγο, με αριθμό 2360/2006, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και με αριθμό 1497/2017, με την οποία συνεκδίκασε τις ως άνω από 20-1-2006 και 15-2-2006 εφέσεις του Α.
Ν. του Α. και της ήδη αποβιωσάσης Α. θυγ. Α. Δ., στην θέση της οποίας, ως μοναδικός κληρονόμος της, υπεισήλθε ο σύζυγος αυτής Σ. Ν. Ρ., αντιμωλία του Υπουργού των Οικονομικών και ερήμην των λοιπών εφεσίβλητων, δέχθηκε κατ'ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την με αριθμό 5564/2005 οριστική απόφαση και τη συνεκκληθείσα με' αυτής με αριθμό 2838/2002 μη οριστική απόφαση (καθ'ο μέρος είχε απορρίψει την παρεμπίπτουσα αγωγή), δίκασε την υπόθεση και απέρριψε τις αγωγές την μεν από 30-3-2001, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, τη δε από 22-11-1999, ως μη νόμιμη.
Με την ίδια απόφαση το εφετείο όρισε και παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τους ερημοδικασθέντες, ως άνω, εφεσίβλητους. Οι ομόδικοι εφεσίβλητοι στη δίκη αυτή, συνδέονται με το δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού φέρονται ως κληρονόμοι των άνω θανόντων, Α.
Δ. και της Θ. Κ., η αναγνώριση της ακυρότητας του μεταξύ τους τελεσθέντος γάμου διώκεται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω. Κατ' αυτής της απόφασης ο εφεσίβλητος Α. Κ. του Δ. άσκησε την κρινόμενη από 16-6-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 7-1-2018 πρόσθετους λόγους, την οποία απηύθυνε κατά των αντιδίκων του εκκαλούντων Σ.
Ν. Ρ. (ως κληρονόμο της αποβιωσάσης συζύγου του Α. θυγ. Α. Δ. αρχικής εκκαλούσας) και Α. Ν. του Α.. Με τη με αριθμό 1117/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, λαβούσα χώρα κατά τη δικάσιμο της 12-2-2018, ως προς όλους τους διαδίκους, διότι δεν προέκυπτε ότι είχαν κληθεί οι αναγκαίοι ομόδικοι του αναιρεσείοντος.
Ήδη, μετά και την κλήτευση των αναγκαίων ομόδικων, με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν (ως αρχικών διαδίκων ή ως κληρονόμων αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων), επαναφέρεται με την ως άνω κλήση προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, εκδοθείσης αντιμωλία του Υπουργού των Οικονομικών και ερήμην των λοιπών εφεσίβλητων, όπως προαναφέρθηκε.
Όσον αφορά το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες εκθέσεις επίδοσης: α) με αριθμούς .../15-5-2017 και .../15-5-2017 της δικαστικής επιμελήτριας Εδέσσης Ε. Λ., β) με αριθμούς .../15-5-2017, .../16-5-2017, .../16-5-2017, .../16-5-2017, .../16-5-2017, .../16-5-2017 και .../16-5-2017 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ.
Α., γ) με αριθμούς .../16-5-2017, .../16-5-2017 και .../16-5-2017 του δικαστικού επιμελητή Βόλου Γ.Π., δ) με αριθμό .../16-5-2017 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Χ. Α. προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σε συνδυασμό με το .../19-5-2017 φύλλο της εφημερίδος ..." και το .../19-5-2017 φύλλο της εφημερίδος "...", ε) με αριθμό ...24-5-2017 του δικαστικού επιμελητή Νάξου Δ.
Θ., στ) με αριθμούς ...26-5-2017 και ...26-5-2017 της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης Ε. Π., ζ) με αριθμούς .../22-5-2017, .../22-5-2017 και .../22-5-2017 του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Δ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης), επιδόθηκε νομίμως, με φροντίδα των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, προς τους διαδίκους της δευτεροβάθμιας δίκης (υπό τις αναφερόμενες ανωτέρω ιδιότητες): 1) στους Μ.
χήρα Σ. Β., Σ. Β. του Σ., Β. Κ. του Γ. και Ι. θυγ. Π. Β., στις 15-5-2017, 2) στους Μ. θυγ. Ι. Ι. Β. συζ. Α. Ζ.- Λ. Ρ., Ι. Κ. του Δ., Α. Φ., Β. Β. του Γ., Ν. Κ. του Α., Π. Κ. του Α., Σ. Β. του Γ., Ε. Δ., στις 16-5-2017, 3) στον Ε. Β. του Γ., ως όντα αγνώστου διαμονής, στις 16-5-2017, σε συνδυασμό με το .../19-5-2017 φύλλο της εφημερίδος ..." και το .../19-5-2017 φύλλο της εφημερίδος "...", 4) στους Α.
Κ. του Δ., Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Λάρισας, που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα και Α. Τ. του Α. , στις 22-5-2017, 5) στον Γ. Β. του Σ., στις 24-5-2017, 6) στους Β. Β. του Γ. και Ε. θυγ. Η. Μ., στις 26-5-2017, ερημοδικασθέντες και, τέλος, στον αντιμωλία δικασθέντα Υπουργό των Οικονομικών, στις 16-5-2017. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, επιδόθηκε στις 22-5-2017, στους Μ.
Χ. και Ζ. Μ., ως εκτελέστρια ως πρώην εκτελεστή, αντίστοιχα, της διαθήκης της Θ. Κ., όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες με αριθμούς .../22-5-2017 και .../22-5-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Δ. Τ.). Ωστόσο, δεν ήταν αναγκαία η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης σ' αυτούς, καθόσον αυτοί, ουδέποτε είχαν καταστεί διάδικοι, για το λόγο, που αναφέρθηκε ανωτέρω.
Από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό ...-1-2018 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι δεν έχει ασκηθεί, από τους προαναφερθέντες ερημοδικασθέντες εφεσίβλητους, ανακοπή ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο νόμος, πλην του Α.
Κ. του Δ. (ήδη αναιρεσείοντος) από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε νομότυπα (βλ. 306/2017 πρακτικά παραίτησης Εφετείου Αθηνών). Όπως προελέχθη στον ερημοδικασθέντα στον δεύτερο βαθμό εφεσίβλητο Ε. Β. του Γ., αγνώστου διαμονής, αναγκαίο ομόδικο του αναιρεσείοντος, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης συντελέσθηκε νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 135 ΚΠολΔ, στις 19-5-2017, όταν έλαβε χώρα η δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης επίδοσης στις δυο ως άνω εφημερίδες.
Συνεπώς, με την παρέλευση απράκτου της 60νθήμερης προθεσμίας, κατ' άρθρο 144 ΚΠολΔ, από την επομένη (20-5-2017), της τελευταίας δημοσίευσης (19-5-2017), εντός της οποίας ο προαναφερθείς αγνώστου διαμονής εφεσίβλητος, είχε δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εκδοθείσης ερήμην του (άρθρο 503 παρ.2 ΚΠολΔ), η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατέστη τελεσίδικη στις 18-7-2017, ως προς όλους τους διαδίκους, λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που διέπει την παρούσα δίκη. Ωστόσο, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 21-6-2017, όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης δικογράφου με αριθμό ...-6-2017 του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή πριν την τελεσιδικία της απόφασης ως προς όλους τους αναγκαίους ομόδικους, επελθούσα στις 18-7-2017, κατά τα ανωτέρω.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι, δικαστικά έξοδα υπέρ των κληθέντων ερημοδικαθέντων αναγκαίων ομόδικων δεν επιδικάζονται, διότι λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν επιβαρυνθεί με τέτοια έξοδα, ούτε σε βάρος του προσθέτως παρεμβάντος, διότι προς απόκρουση της πρόσθετης παρέμβασης δεν προκλήθηκαν τέτοια έξοδα (άρθρο 182 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2017 αίτηση και τους από 7-1-2018 πρόσθετους λόγους του Α. Κ. του Δ. για αναίρεση της 1497/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2020.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ