Legislator Case Law & Legislation
327/2019 AI generated

327/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 327/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

327/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το δεύτερο δε σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, προσβάλει την άνω ερμηνεία του Ν. 3869/2010 από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (επικουρικά στην περίπτωση που θεωρηθεί ορθή), ότι υπήρξε μόνιμη παύση πληρωμών, επειδή δεν πλήρωσε ένα ποσοστό μικρότερο του 1% των οφειλών του, ως αντισυνταγματική, γιατί παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 327 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 327/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βέργο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 4η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βάλτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. …92Δ'/28-11-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Ψ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Η αναιρεσιβαλλόμενη 84/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (δικάζοντος ως Εφετείου κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου), που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (υπερχρεωμένα νοικοκυριά), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων, με την από 19-12-2013 αίτησή του κατά των αναιρεσιβλήτων, που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βάλτου (Αμφιλοχίας), ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, την υπαγωγή του στο Ν 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 4161/2013 και ειδικότερα να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών του και απαλλαγή του σύμφωνα με το άρθρο 8 §§ 1 & 2 του νόμου αυτού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη 41/2015 απόφασή του απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως περί εμπορικής του ιδιότητας που υπέβαλαν οι καθών η αίτηση. Την απόφαση αυτή 41/2015 του Ειρηνοδικείου Βάλτου προσέβαλε ο αιτών με την από 5-11-2015 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και το τελευταίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη 84/2017 απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Κατά το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010 "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν την αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 § 3 ΠτΚ) (εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, βλ. ΑΠ 803/2017).

Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 (όπως 559 αρ. 1) ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 435/2015, ΑΠ 1299/2009).

Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ. 1 (559 αρ. 1) ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού βρίσκεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1068/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και μοναδικό λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλειες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1 Ν. 3869/2010, 2 και 3 Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε ότι είχε παύσει τις πληρωμές του καθό χρόνο διατηρούσε την εμπορική του ιδιότητα και απέρριψε ούτω την αίτησή του, επειδή εξεδόθη σε βάρος του η υπ' αριθμ. 156/6-5-2011 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Άρτας, για οφειλή ύψους 5.414,51 €, ενώ το σύνολο των οφειλών του που εξυπηρετούντο, αφού δεν είχαν ληφθεί σε βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, ξεπερνούσαν συνολικά τα 660.000 €, δηλαδή το χρέος του δεν ήταν τέτοιας σημασίας και σπουδαιότητας ώστε να εμφανίζει παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, οπότε δεν μπορούσε να κηρυχθεί σε πτώχευση και νομιμοποιείτο ενεργητικά να υποβάλει την απορριφθείσα αίτηση και η αναιρεσιβαλλόμενη που έκρινε το αντίθετο έσφαλε κατά το νόμο.

Η προσπάθεια δε της αναιρεσιβαλλομένης να βρει έρεισμα στο νόμο ώστε να απορρίψει την έφεσή του, στηριζόμενη στο γεγονός ότι συνήψε το 2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου και το 2005 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, έχοντας πράγματι τότε την εμπορική ιδιότητα, για τις οποίες συμβάσεις εξεδόθησαν το 2013 Διαταγές Πληρωμής, ήτοι δύο χρόνια μετά τη διακοπή της ατομικής του επιχείρησης, συνιστά ψευδή ερμηνεία του Ν. 3869/2010 και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που αυτός αφορά και πρέπει και εξ αυτού του λόγου να αναιρεθεί η απόφαση.

Με το δεύτερο δε σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, προσβάλει την άνω ερμηνεία του Ν. 3869/2010 από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (επικουρικά στην περίπτωση που θεωρηθεί ορθή), ότι υπήρξε μόνιμη παύση πληρωμών, επειδή δεν πλήρωσε ένα ποσοστό μικρότερο του 1% των οφειλών του, ως αντισυνταγματική, γιατί παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος.

Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος και ως προς τις δύο ως άνω αιτιάσεις (σκέλη) ελέγχεται ως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος γιατί δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως κατά τα προαναφερόμενα επιβάλλεται, ήτοι το σύνολο των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου επί των οποίων στηρίζεται το δικανικό συμπέρασμα αυτού περί μη υπαγωγής του αναιρεσείοντος στο Ν. 3869/2010 για το λόγο ότι είχε την εμπορική ιδιότητα και είχε παύσει τις πληρωμές του κατά τη διάρκεια αυτής και όχι μετά την παύση της εμπορίας του.

Σε κάθε περίπτωση δε, ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ανέλεγκτα, επί λέξει, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ως άνω κρίσιμο, για την έκβαση της αναίρεσης, ζήτημα, περί του εάν ο αναιρεσείων πληρούσε τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στο Ν. 3869/2010: "...Ο αιτών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε λάβει 11 συνολικά δάνεια, συνολικού ύψους 676.816,27 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων και συγκεκριμένα: 1).....

Ο αιτών διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων στο ..., είχε δηλαδή την εμπορική ιδιότητα μέχρι και 5.2.2011 οπότε και προέβη σε διακοπή εργασιών της επιχείρησής του, όπως προκύπτει από την με ίδια ημερομηνία Βεβαίωση διακοπής εργασιών και το πιστοποιητικό μέλους του Επιμελητηρίου Πρέβεζας. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν συνάγεται ο χρόνος σύναψης των δανειακών συμβάσεων, η πορεία των ενήμερων λογαριασμών του και η έναρξη αυτών σε ληξιπρόθεσμη κατάσταση, το χρονικό σημείο παύσης των πληρωμών των δανειακών συμβάσεων του εκκαλούντος αλλά και ούτε ο ίδιος ο εκκαλών προσκομίζει αποσπάσματα κίνησης των λογαριασμών του προκειμένου να αποδειχθεί πότε έπαυσε αυτός να εξοφλεί τα δάνεια που είχε λάβει και εάν διατηρούσε τότε την εμπορική του ιδιότητα.

Ωστόσο από τα προσκομιζόμενα έγγραφα της τρίτης πιστώτριας τράπεζας στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η από 15.1.2014 Βεβαίωση της ... συνάγεται ότι εις βάρος του αιτούντος είχε εκδοθεί και η υπ' αριθμ. 156/2011 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Άρτας, γεγονός που σημαίνει ότι ο αιτών είχε παύσει τις πληρωμές του πριν τη διακοπή της επιχείρησής του.

Άλλωστε, και από τις υπ' αριθμ. 307 και 308/2013 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας συνάγεται ότι ο εκκαλών έχοντας την εμπορική ιδιότητα σύναψε σύμβαση δανείου αλληλόχρεου λογαριασμού την 7-1-2005 ποσού 75.000 ευρώ και σύμβαση στεγαστικού δανείου την 5-11-2002 τις οποίες δεν εξόφλησε και εκδόθηκαν σε βάρος του οι προαναφερθείσες διαταγές πληρωμής.

Συνεπώς, ο εκκαλών δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στο νόμο 3869/2010". Ήτοι, προκειμένου το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, να κρίνει ότι ο αναιρεσείων είχε την εμπορική ιδιότητα και είχε διακόψει τις πληρωμές του κατά τρόπο μόνιμο και γενικό κατά τη διάρκεια αυτής και όχι μετά την παύση της εμπορίας του και εκ τούτου να απορρίψει την αίτησή του για υπαγωγή στο Ν. 3869/2010, έλαβε υπόψη του και έτερα στοιχεία που αποδείχθηκαν (κυρίως τη μη επίκληση και προσκόμιση από τον αιτούντα αποσπασμάτων κίνησης των λογαριασμών του ενόσω είχε την εμπορική ιδιότητα) και όχι μόνο την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα Διαταγή Πληρωμής ποσού 5.414,51 € και τις έτερες δύο μεταγενέστερες διαταγές πληρωμής, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα αρκούν για την εφαρμογή του νόμου και τα περί του αντιθέτου, για εσφαλμένη ερμηνεία των Ν. 3869/2010 και 3588/2007 (ΠτΚ) και παραβίασης του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος (αρχή της αναλογικότητας) που επικαλείται ο αναιρεσείων στα δύο πρώτα σκέλη του πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθούν.

Με το τρίτο και τελευταίο σκέλος του λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλομένης, επειδή έκρινε ότι κρίσιμο χρονικό σημείο για την έρευνα της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 1 Ν. 3869/2010 στο πρόσωπό του είναι ο χρόνος που διέκοψε την εμπορική του δραστηριότητα, ενώ η ορθή ερμηνεία του νόμου είναι ότι κρίσιμος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων είναι ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως.

Επικαλείται δε, προς επίρρωση της θέσης του αυτής, την υπ' αριθμ. 7968/2015 Εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομίας Υ.Ν.Τ. Κατ' αρχή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αρ. 1 (559 αρ. 1) ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, δεν αποτελούν οι εγκύκλιοι (ΑΠ 410/2010). Όπως δε προελέχθη στη μείζονα σκέψη, στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 αυτού υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 § 3 ΠτΚ), δηλ.

εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη το ίδιο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία της αποδίδεται με το σκέλος αυτό του αναιρετηρίου και επομένως ο λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 § 6 Ν. 3869/2010 που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2017 και με αριθμό καταθέσεως 74/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 84/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ