Legislator Case Law & Legislation
327/2017 AI generated

327/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 327/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

327/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.1 και 16 του ν.551/1915 (που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρ.38 εδ. α’ Εισ.ΝΑΚ), 34§2, 60§3 α.ν.1846/1951, 299,330,914,922,926 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη) οφείλεται σε κάθε περίπτωση και επί εργατικού ατυχήματος (δηλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 327 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 327/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ο. Κ. του Γ., χήρας Φ. Π., 2)Χ. Π. του Φ., και 3)Γ. Π. του Φ., κατοίκων .... Η 1η ατομικά και ως έχουσα την αποκλειστική επιμέλεια και γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της (2ου και 3ου), η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γκαγκάλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ι. Γ. του Κ., 3)Κ. Μ. του Κ. και 4)Ν. Γ., κατοίκων .... Ο 3ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2011 αγωγή του αρχικού διαδίκου Φ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16344/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/6/2015 αίτησή τους και τους από 10/2/2016 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 31/3/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του επ’ αυτής προσθέτου λόγου.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από την .../8-2-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Μ. Α., στον 3ο αναιρεσίβλητο (Κ. Μ.) είχε επιδοθεί ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου της 12-4-2016 και κλήση προς παράσταση κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Επομένως, εφόσον ο ως άνω αναιρεσίβλητος και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν παρέστη καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του (άρθ.224§4 εδ. γ’ , 576§2,575 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.1 και 16 του ν.551/1915 (που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρ.38 εδ. α’ Εισ.ΝΑΚ), 34§2, 60§3 α.ν.1846/1951, 299,330,914,922,926 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη) οφείλεται σε κάθε περίπτωση και επί εργατικού ατυχήματος (δηλ.

και όταν ο εργοδότης και οι προστηθέντες του απαλλάσσονται από την υποχρέωση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία), εφόσον συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ’ αυτόν, με την έννοια του άρθ.914 ΑΚ, δηλ. αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθ.16§1 ν.551/1915, όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται για τις οικοδομικές γενικά εργασίες από τις διατάξεις των ΠΔ 776/1980 και 1072/1981 και του ν.1396/1983, η αξίωση δε αυτή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης), για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ως άνω κ.ν.551/1915, κρίνεται πάντοτε κατά τις γενικές διατάξεις (άρθ.914,922,932 ΑΚ, ΑΠ 675/2016, 80/2016, 757/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ.300 εδ. α’ και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι, αν στην γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της. Προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι (α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση, συνακόλουθα δε και για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης και (β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία του ή την έκτασή της, δηλ.

να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και της επέλευσης ή της έκτασης της ζημίας του, τέτοιος δε αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψή του ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο διαφορετικά δεν θα επερχόταν (ΑΠ 1152/2012).

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι’ αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλ.

ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 545/2015, 188/2015, 1152/2012). Η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος σε εργατικό ατύχημα παραδεκτά προτείνεται κατ’ αυτού και όταν αυτό οφείλεται σε μη τήρηση ειδικών όρων και μέτρων ασφαλείας (βλ.

γενικά ΑΠ 80/2016, 757/2015, 561/2015, 309/2015, 1266/2014, 343/2005), αφού το άρθ.16§4 ν.551/1915, κατά το οποίο επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως, μόνον αν αφορά παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και συνεπώς για τον καθορισμό του ποσού αυτής το συντρέχον πταίσμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων (ΑΠ 1489/2007, ενώ, εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι στα άρθ.102§6 και 114§§4-6 του ΠΔ 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται, αντίστοιχα, ότι οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέτρα προστασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται η χρήση τους, να συμμορφώνονται προς τις οδηγίες ασφαλείας, να εφαρμόζουν ασφαλείς μεθόδους εργασίας, να λαμβάνουν τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προσωπική τους ασφάλεια, να απέχουν από οποιανδήποτε πράξη, η οποία ενδέχεται μα θέσει σε κίνδυνο τους ίδιους ή άλλα άτομα και, τέλος, να προσέρχονται ή να εγκαταλείπουν την θέση τους χρησιμοποιώντας τα μέσα ασφαλούς πρόσβασης, τα οποία έχουν προβλεφθεί).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ.262§1 ΚΠολΔ και 300 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση αυτή απαιτείται να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που είναι ικανά να θεμελιώσουν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και να γίνεται σαφής μνεία ότι αυτό προτείνεται προς θεμελίωση ένστασης, προκειμένου με την παραδοχή της να αρθεί ή μειωθεί η οφειλομένη από τον υπαίτιο χρηματική ικανοποίηση με την συνεκτίμηση του οικείου πταίσματος και να ζητείται η λόγω της συνδρομής αυτού απόρριψη της σχετικής αξίωσης του παθόντος ή η μείωση του ζητουμένου ποσού (πρβλ.

ΑΠ 343/2005, 1502/2001) (Β) Με το άρθρο 25§1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι : "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως "αρχή της αναλογικότητας". Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθ.25§1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλ.

να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν δεν αναφέρεται τούτο ρητά σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλ. του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25§1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες από το άρθ.559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από το άρθ. 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθ. 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ανωτέρω σκοπό του άρθ. 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (καταρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθ. 2§1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, ως προς την ευθεία ή εκ πλαγίου (άρθ.55 αριθ.1 ή 19 ΚΠολΔ) παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθ.2§1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΠλΟλΑΠ 9/2015) (Γ) Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθ.

κατ..../2011 αγωγή του κατά των τώρα αναιρεσιβλήτων ο αρχικός ενάγων (και δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων Φ. Π.) εξέθετε, ότι προσλήφθηκε από την 1η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Απρίλιο του 2010, προκειμένου να εργασθεί ως τεχνίτης οικοδόμος-αρχιμάστορας-μπετατζής στην κατασκευή οικοδομής που είχε αυτή αναλάβει να ανεγείρει σε περιοχή της Θεσσαλονίκης, ότι οι 2ος και 3ος εναγόμενοι είναι μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι της 1ης, ο δε 2ος και επιβλέπων μηχανικός του έργου, ενώ ο 4ος τυγχάνει υπεργολάβος κατασκευαστής μπετόν σιδήρου και είχε προστηθεί από την 1η για την κατασκευή του οπλισμένου σκυροδέματος της οικοδομής, στο συνεργείο και υπό την άμεση επίβλεψη του οποίου εργαζόταν ο ενάγων, ότι την 31-7-2010 ο ενάγων εκτελώντας στον 3ο όροφο της ως άνω οικοδομής την εργασία που του είχαν αναθέσει οι εναγόμενοι και ειδικότερα προσπαθώντας, προκειμένου να ξεκινήσει το "καλούπωμα" υπό κατασκευή μικρής κολόνας στην άκρη του μπαλκονιού προς την μεριά του μικροτέρου ακριανού μπαλκονιού του ορόφου, μεταξύ των οποίων (μπαλκονιών) υπήρχε ακάλυπτο κενό πλάτους περίπου 1m (αφού δεν είχαν τοποθετηθεί τα κατάλληλα μαδέρια για την εξασφάλιση της ασφαλούς διακίνησης των εργαζομένων, ούτε προστατευτικά κιγκλιδώματα, αλλά μόνο στην βάση των εξωτερικών πλαγίων πλευρών των δύο μπαλκονιών δύο "λατάκια"-καδρόνια διατομής 10?10cm-που προεξείχαν και αποτελούσαν μέρος του ξυλοτύπου της οροφής του 2ου ορόφου), να γεφυρώσει το κενό ανάμεσα στο δύο μπαλκόνια, πέρασε στο κενό αυτό για να κατασκευάσει δάπεδο εργασίας, καλύπτοντας τα δύο λατάκια με "πλακάζ" (τύπος "κόντρα-πλακέ" πάχους 18mm και λοιπών διαστάσεων 128?65cm), έπεσε, όμως, από το σημείο αυτό (στην άκρη του μπαλκονιού) στο κενό από ύψος 12m στον δρόμο με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του και την αναπηρία του, η οποία θα επιδράσει δυσμενώς στις κοινωνικές και λοιπές συναναστροφές του και στην εν γένει κοινωνική και επαγγελματική του εξέλιξη, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα και ο εξ αυτού σοβαρός τραυματισμός του οφείλονταν στην αμέλεια όλων των εναγομένων που παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των ΠΔ 778/1980 και 1073/1981 και του ν.1396/1983, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή, ότι ο ενάγων, που είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και έτυχε για το ατύχημα αυτό αναπηρικής σύνταξης, υπέστη λόγω του τραυματισμού του και της εντεύθεν σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας και της ανικανότητάς του προς εργασία ηθική βλάβη, με βάση δε τα περιστατικά αυτά και ύστερα από περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό ζήτησε (1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, κάθε ένας εις ολόκληρο ποσό (α) 650.000€ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, επιφυλαχθείς να αξιώσει επιπλέον ποσό 59€ ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων (β) 3.507,04€ για δαπάνες αποκατάστασης κατά την διάρκεια της νοσηλείας του κλπ.

και (2) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, ποσό 800.000€ ως αποζημίωση για την εκ του τραυματισμού αναπηρία του σύμφωνα με το άρθ.931 ΑΚ (2) Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 16344/2013 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα για την καταβολή αποζημίωσης από το άρθ.931 ΑΚ, έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιους για το εργατικό αυτό ατύχημα και τις συνακόλουθες συνέπειες τους εναγομένους, απορρίπτοντας την υποβληθείσα απ’ αυτούς ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, προσδιόρισε την εύλογη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος σε 250.100€ και την τελικά καταβλητέα, λόγω της ως άνω επιφύλαξής του και της καταβολής σ’ αυτόν για την ίδια αιτία ποσού 2.300€, σε 247.700€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά, και αφού παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την ασκηθείσα από την 1η εναγομένη ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά της εκεί ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το ως άνω ποσό των 247.700€ ως χρηματική ικανοποίηση, καθώς και ποσό 3.507,04€ για δαπάνες νοσηλείας.

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ύστερα από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, επί της αγωγής αυτής του αρχικού ενάγοντος, στην θέση του οποίου, θανόντος κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας (την 25-5-2014, μετά την άσκηση και πριν την συζήτηση της έφεσής του) υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσείοντες ως κληρονόμοι αυτού (σύζυγος και τέκνα), με την προσβαλλομένη 341/2015 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η 1η εναγομένη και αναιρεσίβλητη εταιρεία, ομόρρυθμοι εταίροι, εκπρόσωποι και διαχειριστές της οποίας είναι οι 2ος και 3ος εναγόμενοι και αναιρεσίβλητοι, έχουσα ως αντικείμενο εργασιών τις οικοδομικές επιχειρήσεις, δηλ.

την ανάληψη με κέρδος εργολαβιών και την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, ανέλαβε την ανέγερση επταώροφης οικοδομής κατοικιών και ισογείων καταστημάτων με υπόγειο, στην οδό ... Θεσσαλονίκης, την μελέτη της οποίας εκπόνησε ο 2ος εναγόμενος, πολιτικός μηχανικός, που ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει κατά την εκτέλεση του έργου οδηγίες και εντολές, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, καθώς και οδηγίες για την λήψη μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων, σ’ αυτόν δε ανατέθηκε από την 1η εναγομένη και η συνολική εποπτεία και διεύθυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου, ενώ στον 4ο εναγόμενο αναιρεσίβλητο ανατέθηκε από την 1η, με προφορική συμφωνία, η κατασκευή τμήματος της υπό ανέγερση οικοδομής και συγκεκριμένα η κατασκευή του οπλισμένου σκυροδέματος αυτής, αυτός δε αναλαμβάνει υπεργολαβικά την κατασκευή οπλισμένου σκυροδέματος σε υπό ανέγερση οικοδομές, χωρίς να ασκεί ο ίδιος τυπικά οργανωμένη επιχείρηση, αλλά ως επικεφαλής συνεργείου οικοδόμων, ότι για την εκτέλεση των εργασιών αυτών ο 4ος εναγόμενος απασχολούσε συνεργείο οικοδόμων αποτελούμενο από 10 περίπου άτομα, μεταξύ των οποίων και τον (αρχικό) ενάγοντα, ότι τον τελευταίο προσέλαβε η 1η εναγομένη εταιρεία τον Απρίλιο του 2010, μετά από πρόταση του 4ου εναγομένου, με προφορική συμφωνία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως τεχνίτης οικοδόμος στην ως άνω υπό ανέγερση οικοδομή, και συγκεκριμένα ως αρχιμάστορας μπετατζής, δεδομένου ότι είχε υπερδεκαπενταετή πείρα στον συγκεκριμένο τομέα, ότι την 31-7-2010 ο ενάγων και άλλα 7 άτομα του συνεργείου βρισκόταν στο τρίτο όροφο της οικοδομής, όπου εκτελούνταν εργασίες κατασκευής ξυλοτύπου και τοποθέτησης σιδηρού οπλισμού στην οροφή του ορόφου αυτού, ότι πριν την 11.30’ ο ενάγων μετέβη στο μεγάλο μπροστινό μπαλκόνι για να ξεκινήσει το καλούπωμα της υπό κατασκευή μικρής γωνιακής κολώνας που βρίσκεται στο άκρο του μπαλκονιού, προς την μεριά του μικρότερου μπαλκονιού του ίδιου ορόφου, ώστε να ακολουθήσει η ρίψη μπετόν, εργασία που του είχε ανατεθεί από τους εργοδότες του, ότι το πλάτος των μπαλκονιών είναι περίπου 1,7m, ανάμεσα δε στα δύο μπαλκόνια υπάρχει κενό περίπου 1m, το οποίο ήταν ακάλυπτο και δεν είχαν τοποθετηθεί μαδέρια, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής διακίνηση των εργαζομένων από το ένα μπαλκόνι στο άλλο, ενώ δεν υπήρχαν ούτε κουπαστές-προστατευτικά κιγκλιδώματα, παρά μόνο δύο "λατάκια" (καδρόνια διατομής περίπου 10?10cm), στην βάση των πλαγίων εξωτερικών πλευρών των δύο μπαλκονιών, τα οποία προεξείχαν και αποτελούσαν μέρος του ξυλοτύπου της οροφής του 2ου ορόφου, ενώ και στα δύο μπαλκόνια, στις πλευρές που οριοθετούν το άνοιγμα, υπήρχε τοιχίο από οπλισμένο σκυρόδεμα, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων ξεκίνησε τις εργασίες καλουπώματος της υπό κατασκευή μικρής γωνιακής κολώνας του μπαλκονιού του τρίτου ορόφου, χωρίς οποιανδήποτε εντολή των εναγομένων αλλά ενεργώντας με δική του πρωτοβουλία, και μάλιστα κατά την διάρκεια του μεσημβρινού διαλείμματος, ενώ αντίθετα αλήθεια είναι ότι η εργασία του αυτή ήταν εντός των ανατιθεμένων σ’ αυτόν εργασιών, λόγω της ιδιότητάς του ως αρχιμάστορα-μπετατζή, και βρισκόταν εκεί μαζί με τον βοηθό του, όχι κατά την διακοπή της εργασίας του για μεσημβρινό γεύμα, η οποία συνηθίζεται να γίνεται περί την 12.00’ , για να συνεχίσει την εργασία του, συγκεκριμένα δε ο ενάγων θα εκτελούσε την εργασία αυτή με βοηθό τον F.

G., ο οποίος βρισκόταν την στιγμή του ατυχήματος στον ίδιο όροφο με τον ενάγοντα και την στιγμή που ο τελευταίος κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι, αυτός πήγε να φέρει τα υλικά για το καλούπωμα, ότι πριν προχωρήσει ο ενάγων στην παραπάνω εργασία (καλούπωμα), θέλοντας να γεφυρώσει το κενό ανάμεσα στα δύο μπαλκόνια με την κατασκευή δαπέδου εργασίας, ώστε να μπορέσει να εργασθεί πατώντας πάνω σ’ αυτό, προσπάθησε να τοποθετήσει στο κενό ανάμεσα στα δύο μπαλκόνια πλακάζ, είδος κόντρα-πλακέ, διαστάσεων 1,8?128?65cm, που χρησιμοποιείται στις οικοδομές, που θα καρφωνόταν πάνω στα δύο λατάκια, στην προσπάθειά του, όμως, αυτήν ο ενάγων παραπάτησε και κατέπεσε από ύψος 12m στο σκυρόδεμα της ισόγειας πλάκας του εργοταξίου, στο επίπεδο του δρόμου, δίπλα στην βάση της κολώνας που υπήρχε ανάμεσα στα δύο μπαλκόνια, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά, μαζί του δε έπεσε και το πλακάζ, ότι δεν υπήρχε κανένας μηχανισμός ή κατασκευή συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας στο σημείο, όπου έπεσε ο παθών, ούτε αυτός φορούσε ζώνη ασφαλείας, η οποία θα τον συγκρατούσε κατά την πτώση του, ότι ο 2ος εναγόμενος, λόγω της ιδιότητάς του ως επιβλέποντος μηχανικού του παραπάνω έργου ήταν υποχρεωμένος να υποδείξει στην 1η εναγομένη και στον 4ο αυτών την λήψη των ανωτέρω μέτρων, αλλά και να μεριμνήσει να ληφθούν τα μέτρα αυτά, ενώ επίσης η 1η εναγομένη, ως εργολάβος κατασκευάστρια με το σύστημα της αντιπαροχής του ανωτέρω κτιρίου και εργοδότης του ενάγοντος, οι 2ος και 3ος εναγόμενοι ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές αυτής, αλλά και ο 4ος εναγόμενος ως υπεργολάβος ήταν υποχρεωμένοι να προβούν στην λήψη των μέτρων αυτών, ούτε, όμως, ο 2ος εναγόμενος υπέδειξε στους 1η και 4ο εναγομένους την λήψη των ανωτέρω μέτρων, ούτε η 1η διά των νομίμων εκπροσώπων και διαχειριστών της και ο 4ος εναγόμενος έλαβαν κάποια από τα μέτρα αυτά ή κάποια άλλα μέτρα, τα οποία θα απέτρεπαν τον παραπάνω κίνδυνο, γεγονός που γνώριζε ο 2ος εναγόμενος, ότι κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών δεν παρευρίσκονταν ούτε οι νόμιμοι εκπρόσωποι της 1ης εναγομένης ή άλλα πρόσωπα επιτετραμμένα προς τούτο απ’ αυτήν, ούτε ο 2ος εναγόμενος, ούτε και ο 4ος, καίτοι αυτοί αφενός μεν γνώριζαν ότι εκτελούνταν οι ως άνω εργασίες και αφετέρου, σύμφωνα με τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις και λόγω των παραπάνω ιδιοτήτων τους ήσαν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών, ότι η 1η εναγομένη ευθύνεται παράλληλα και από την σχέση της πρόστησης, διότι οι ανωτέρω τελούσαν κάτω από τις εντολές και τις οδηγίες της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων τους, οι παραλείψεις δε αυτές συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθόσον, αν είχαν ληφθεί τα αντίστοιχα θετικά μέτρα, η εκτέλεση της εργασίας θα ήταν ασφαλής και το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, ότι κατά συνέπεια οι βασικοί υπαίτιοι για το ατύχημα είναι οι εναγόμενοι και ευθύνονται κατά ποσοστό 75%, ενώ κατά ποσοστό 25% υπαίτιος ήταν και ο ίδιος ο παθών, συγκεκριμένα δε οι εναγόμενοι, ενώ όφειλαν και μπορούσαν να προβούν στην λήψη και τήρηση των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται από τις παρατιθέμενες στην αναιρεσιβαλλομένη διατάξεις των άρθ.107 ΠΔ 1073/1981 σε συνδυασμό με αυτές του ΠΔ 776/1980 και ν.1396/1983, διά των οποίων θα επιτυγχανόταν απόλυτη προστασία του ενάγοντος έναντι πτώσης από σημαντικό ύψος, παρέλειψαν να λάβουν αυτά, με αποτέλεσμα να προκληθεί στον ενάγοντα η αναφερομένη εκεί σωματική βλάβη, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν στο μπαλκόνι του 3ου ορόφου χωρίς να φορά ζώνη ασφαλείας ή κράνος, κατά παράβαση της πάγιας εντολής των εναγομένων, αλλά αντίθετα (αποδείχθηκε) ότι δεν είχαν χορηγηθεί στον ενάγοντα από τους εναγομένους τα απαιτούμενα προστατευτικά μέσα, ζώνη ασφαλείας ή κράνος, ώστε να μπορεί να του αποδοθεί ευθύνη για την μη χρησιμοποίησή τους, ενώ οι δύο ζώνες ασφαλείας που διέθεταν οι εναγόμενοι δεν ήταν κατάλληλες για να διασφαλίσουν την ασφάλεια των εργαζομένων σε περίπτωση πτώσης τους από μεγάλο ύψος, ότι δεν αποδείχθηκε επίσης ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, έχοντας καταναλώσει ικανή ποσότητα μπύρας μαζί με άλλους συναδέλφους του, ότι για το επίδικο ατύχημα ευθύνεται και ο ενάγων, διότι, αν και γνώριζε την έλλειψη των μέτρων ασφαλείας και ήταν έμπειρος τεχνίτης, την κρίσιμη στιγμή, προκειμένου να εκτελέσει την εργασία του, επιχείρησε επιπόλαια και απρόσεκτα να διαμορφώσει ένα πρόχειρο δάπεδο εργασίας, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως, αν αυτό ήταν ακίνδυνο, ότι ο ενάγων, τραυματισθείς κατά το ως άνω ατύχημα, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ..., όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και συντριπτικά κατάγματα στην περιοχή της σπονδυλικής στήλης με κλινική εικόνα παραπληγία και υποβλήθηκε σε πεταλεκτομή Θ8, Θ9, Θ10, σπονδυλοδεσία Θ7-Θ11, Θ12, 01,02 (διαυχενικές βίδες), ράβδους και εγκάρσια γέφυρα την 2-8-2010, στην συνέχεια δε (1) κατά την διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε διάφορες επιπλοκές, όπως έντονη αναπνευστική δυσχέρεια την 15-8-2010 και πλευρική συλλογή ΔΕ, τέθηκε Bullau την 18-8-2010 και αφαιρέθηκε την 21-8-2010, παρουσίασε ουρολοίμωξη και διαβροχή χειρουργικού τραύματος, μικροβιαιμία και του χορηγήθηκε αντιβιοτική αγωγή, παρέμεινε δε στην νευροχειρουργική κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου έως την 1-9-2010, όταν εξήλθε με οδηγίες "κινητοποίηση με θωρακοοσφυικό κηδεμόνα τύπου Aspen και αυχενικό κηδεμόνα τύπου Miami" και διακομίσθηκε στο Κέντρο Αποκατάστασης "..." με αμετάβλητη νευρολογική εικόνα-παραπληγία (2) την 9-9-2010 επαναδιακομίσθηκε στο νοσοκομείο ..., λόγω επιπλοκών του χειρουργικού τραύματος της οπίσθιας σπονδυλοθεσίας ΘΟΜΣΣ, με αποτέλεσμα την 27-11-2010 να πραγματοποιηθεί επαναδιάνοιξη του τραύματος και αφαίρεση των υλικών της σπονδυλοθεσίας (3) η πορεία της νοσηλείας του ενεπλάκη κατά καιρούς με ουρολοίμωξη-μικροβιαιμία-βαρειά λοίμωξη κατωτέρου αναπνευστικού-σηψαιμία με ARDS και διαταραχές οξεοβασικής ισορροπίας (την 21-1-2011), σύνδρομο Addison με διαταραχές ηλεκτρολυτών, τα ανωτέρω δε αντιμετωπίσθηκαν κατά περίπτωση με τροποποιήσεις της αντιβιοτικής αγωγής και της χορήγησης υγρών-ηλεκτρολυτών (4) την 15-2-2011 επαναδιακομίσθηκε στο παραπάνω κέντρο αποκατάστασης για εντατική φυσικοθεραπεία αναπνευστικού με συχνές εφαρμογές παροχετευτικών θέσεων και συνέχιση της φυσικοθεραπείας (5) την 4-3-2011 εισήχθη και πάλι στην νευροχειρουργική κλινική του ως άνω νοσοκομείου (...), όπου νοσηλεύθηκε έως την 20-4-2011, λόγω διαταραχών επούλωσης του χειρουργικού τραύματος με κλινική εικόνα παραπληγία και ψυχολογικά προβλήματα μείζονος κατάθλιψης, ενώ την 29-4-2011 εισήχθη εκ νέου στο παραπάνω νοσοκομείο λόγω πτώσης του αιματοκρίτη και διαταραχών επούλωσης του τραύματος, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι και 4-11-2011 και υποβλήθηκε σε τρεις επιπλέον επεμβάσεις προς επούλωση των κατακλίσεων της ιεράς χώρας (6) στην συνέχεια από 15-11-2011 έως 8-5-2012 παρέμεινε στο κέντρο "...", όπου παρακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης για την αντιμετώπιση του άλγους, των νευρογενών ορθοκυστικών διαταραχών, την αύξηση του εύρους κίνησης των αρθρώσεων άνω και κάτω άρθρων, την ενδυνάμωση του κορμού των άνω άκρων, την βελτίωση της ισορροπίας, την αυτοεξυπηρέτηση στις καθημερινές δραστηριότητες και την ψυχολογική υποστήριξη, ότι ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος για εργασία και έλαβε σύνταξη αναπηρίας με ποσοστό αναπηρίας 90% για το χρονικό διάστημα από 31-7-2010 έως 31-3-201, τέλος δε πέθανε την 25-5-2014 νοσηλευόμενος στην μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου ...

από μόλυνση του αίματος και σηπτική καταπληξία λόγω πολυτραυματισμού, ότι από τον παραπάνω σοβαρό τραυματισμό του ο ενάγων, ηλικίας 37 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση δε αυτής δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας και αφού ληφθούν υπόψη (α) οι συνθήκες του ατυχήματος (β) ο βαθμός του πταίσματος των εναγομένων και η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην επέλευση του ατυχήματος (γ) το είδος της σωματικής βλάβης, η έκταση της προσβολής του σώματος και της υγείας και οι συνέπειες αυτών και δη η ανικανότητα αφενός για την άσκηση της εργασίας του, την οποία μετά το ατύχημα αδυνατούσε να εκτελέσει, συνταξιοδοτηθείς λόγω αναπηρίας, και αφετέρου για την ικανοποίηση των καθημερινών προσωπικών αναγκών του και την φροντίδα της οικογένειάς του (δ) η ταλαιπωρία και ο πόνος που δοκίμασε και (ε) η οικονομική και κοινωνική θέση και κατάσταση των διαδίκων μερών, ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 160.000€ (μη περιλαμβανομένου του ποσού των 50€, το οποίο ο ενάγων επιφυλάχθηκε να αξιώσει ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων), και τελικά, μετά από αφαίρεση του ποσού των 2.300€ που είχε ήδη καταβάλει για την αιτία αυτήν στον ενάγοντα η 1η εναγομένη, στο ποσό των 157.700€.

Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά, το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά παραδοχή των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και αφού απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη ως προς την αξίωση για δαπάνες νοσηλείας, την δέχθηκε εν μέρει ως προς την χρηματική ικανοποίηση και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, κάθε ένας απ’ αυτούς εις ολόκληρον, στους κληρονόμους του ενάγοντος το ως άνω ποσό των 157.700€ κλπ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : (Α) Διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δη του άρθ.300 ΑΚ, απορριπτέος, επομένως, ο περί του αντιθέτου 1ος κύριος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η από την διάταξη αυτή ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος από αδικοπραξία, παραδεκτά προτείνεται και κατά αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα και όταν αυτό οφείλεται σε παράβαση ειδικών νόμων, διαταγμάτων κλπ.

και επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ο τα εναντία υποστηρίζων 2ος κύριος λόγος αναίρεσης αληθώς μόνον από τον αριθ.1 του ως άνω άρθρου (Β) Ορθά θεώρησε, αν και χωρίς ειδική νομική σκέψη, ορισμένη, άρα παραδεκτή, την προταθείσα από τους εναγομένους ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος (άρθ.300 ΑΚ). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ), με συνοπτική δήλωση κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καταχωρισθείσα στα οικεία πρακτικά, και αναλυτικότερα με τις ενώπιον αυτού προτάσεις τους οι εναγόμενοι προέβαλαν (αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως) συνυπαιτιότητα του ενάγοντος κατά ποσοστό 95% στην επέλευση του ατυχήματος και ειδικότερα εξέθεσαν ότι "ο αντίδικος (αρχικός ενάγων), ...ο οποίος διέθετε εμπειρία στην κατασκευή σκελετού εξ οπλισμένου σκυροδέματος 16 ετών και εργαζόταν στην οικοδομή μας...ως ΑΡΧΙΜΑΣΤΟΡΑΣ (α) άνευ οποιασδήποτε εντολής του β’ από εμάς-επιβλέποντος μηχανικού προστηθέντος από την πρώτη...στην εκτέλεση του ανωτέρω έργου (β) κατά την διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος (οπότε βεβαίως παύει και η επιτήρηση των εργατών από τον επιβλέποντα μηχανικό, ο οποίος και αυτός με την σειρά του κάνει διάλειμμα αναψυχής) (γ) υπό την επήρεια μέθης, καθόσον είχε καταναλώσει ικανή ποσότητα μπύρας μαζί με άλλους συναδέλφους του.. (δ) χωρίς να φορά ζώνη ασφαλείας ή κράνος, κατά παράβαση της πάγιας εντολής μας (ε) πρόχειρα και βιαστικά τοποθέτησε πλακάζ διαστάσεων 65 εκ?128 εκ.

στο διάκενο ανάμεσα στους δύο αριστερούς εξώστες του τρίτου ορόφου και στη συνέχεια υπερπηδώντας το εκ μπετόν αρμέ πλευρικό τοιχίο ύψους 1,10 μ. του δευτέρου από αριστερά εξώστη, πάτησε επάνω στο πλακάζ για να μετρήσει εξωτερικές διαστάσεις της οικοδομής που θα του χρησίμευαν για το καλούπωμα της διακοσμητικής κολώνας του ανωτέρω εξώστη, εργασία στην οποία όμως θα προέβαινε κατά την επομένη του ατυχήματος εβδομάδα και όχι κατ’ εκείνη την ημέρα...όμως ο αντίδικος από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν αντελήφθη ότι το ανωτέρω πλακάζ υπολειπόταν, έστω και κατ’ ολίγον, σε διαστάσεις από την απόσταση (διάκενο) ανάμεσα στους δύο εξώστες, και ειδικότερα δεν αντελήφθη ότι δεν το είχε τοποθετήσει-στερεώσει επαρκώς και έτσι, όταν, αφού υπερπήδησε το ήδη κατασκευασθέν κατά το χρόνο του ατυχήματος εκ μπετόν αρμέ ύψους 1,10 μ.

πλευρικό τοιχίο του δευτέρου από αριστερά εξώστη, πάτησε επάνω στο ανωτέρω πλακάζ, αυτό υποχώρησε με αποτέλεσμα τόσο ο αντίδικος όσο και το ανωτέρω προχείρως τοποθετηθέν υπ’ αυτού πλακάζ να καταπέσουν στο έδαφος", εξειδικεύοντας και αναλύοντας στην συνέχεια ακόμη περαιτέρω κάθε ένα από τα ως άνω περιστατικά αμελείας του ενάγοντος, και ζήτησαν με βάση το σύνολο των ισχυρισμών τους ν’ απορριφθεί ενόλω η ένδικη αγωγή.

Το ισχυρισμό αυτόν (ένσταση) επανέφεραν οι εναγόμενοι ενώπιον του Εφετείου με τον 1ο λόγο της έφεσής τους και τις επ’ αυτής προτάσεις τους, ρητά επικαλούμενοι (αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως) συνυπαιτιότητα του ενάγοντος κατά 95%, επαγόμενοι περαιτέρω ότι για τον λόγο αυτόν θα έπρεπε να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, ζητώντας στην συνέχεια την κατά παραδοχή της έφεσής τους απόρριψη της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ήταν πλήρως ορισμένη και επομένως πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου 3ος κύριος λόγος αναίρεσης (και ο πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του) αληθώς μόνον από τον αριθ.14 του ως άνω άρθρου (Γ) Καθορίζοντας (το Εφετείο) με την προσβαλλομένη απόφασή του και με βάση τα ως άνω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά απ’ αυτό πραγματικά περιστατικά (καθώς και τα κριτήρια της βαρύτητας της βλάβης, τον βαθμό του πταίσματος των εναγομένων και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών) την εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ως άνω παθόντος από το σε βάρος του εργατικό ατύχημα, στο ποσό των 160.000€ (μη περιλαμβανομένου σ’ αυτό του ποσού των 50€ κλπ.) δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τις καθιερούσες αυτήν ως άνω συνταγματικές διατάξεις (ούτε, εξάλλου, υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας), αφού το ως άνω ποσό κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσού (ΑΠ 76/2016).

Επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ (παραδεκτά, σημειώνεται, ασκηθείς, αφού το σχετικό δικόγραφο κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και αντίγραφό του επιδόθηκε σε κάθε έναν αναιρεσίβλητο περισσότερες από 30 ημέρες πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, άρθ.569§§1 και 2 ΚΠολΔ, βλ.με αριθ....9-3-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Χ.

Κ.).

ΙΙΙ. Κατά το άρθ.559 αριθ.11 περ.β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις πρέπει να προσκομισθούν στο δικαστήριο κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο, ανάλογα με την διαδικασία, δηλ.

στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ.663 επ. ΚΠολΔ) μαζί με τις προτάσεις του διαδίκου και όχι μετά την συζήτηση (άρθ.671§§1 και 3, 674§2 ΚΠολΔ, ΑΠ 1936/2007). Θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομισθεί, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (ΑΠ 360/2008), η δε βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη αποδεικτικού μέσου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθ.561§1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι απαράδεκτος κάθε ισχυρισμός που στηρίζει λόγο αναίρεσης κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι προσκομίσθηκε ή δεν προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε ο διάδικος (ΟλΑΠ 30/2002, ΑΠ 1899/2007).

Κατά συνέπεια ο 4ος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, σύμφωνα με τον οποίο "ενώ οι αντίδικοι (αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι) επικαλέσθηκαν (με τις προτάσεις τους στο Εφετείο)...την τεχνική έκθεση της εταιρείας "... Πραγματογνώμονες", πλην όμως η έκθεση αυτή...δεν προσκομίσθηκε μαζί με τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα μαζί με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην έδρα...Τελικά η συγκεκριμένη τεχνική έκθεση κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την προσθήκη αντίκρουση των αντιδίκων...την 29-11-2014" και κατά συνέπεια δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται η βεβαίωση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, χωρίς αντίθετα να βεβαιώνεται ότι το ως άνω αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίσθηκε.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο επ’ αυτής πρόσθετος λόγος και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθ.176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-6-2015 αίτηση και τον επ’ αυτής από 10-2-2016 πρόσθετο λόγο των Ο. Κ. κλπ. για αναίρεση της 341/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ