327/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 327 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated327/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 327 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 327 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 327/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Π., 2) Α. συζ. Ε. Μ., το γένος Α. Δ., κατοίκων ..., 3) Α. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 4) Χ. Μ. του Α., χας Π. Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μηλιαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5457/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 629/2013 μη οριστική και 4149/2014 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-1-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 26-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 2-1-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4149/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της συναναιρεσιβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 629/2013 μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, εκδοθεισών κατά τη διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/ 2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 869/2013).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 4 του Ν. 2696/1999, τα μηχανοκίνητα οχήματα, τα μοτοποδήλατα και τα ρυμουλκούμενα πρέπει να είναι κατασκευασμένα και εξοπλισμένα κατά τρόπον ώστε να παραλείπεται κατά το δυνατόν, σε περίπτωση ατυχήματος, ο κίνδυνος τόσο για τους επιβαίνοντες αυτών, όσο και για τους λοιπούς που χρησιμοποιούν τις οδούς. Ιδιαιτέρως τα οχήματα αυτά πρέπει να μη φέρουν στο εσωτερικό και εξωτερικό τους μέρος διακοσμητικά ή άλλα αντικείμενα που προεξέχουν και τα οποία είναι δυνατόν να καταστούν επικίνδυνα για τους επιβάτες ή τους λοιπούς χρήστες της οδού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις και σύμφωνα με την παράγραφο 2 εδ. β’ του ίδιου άρθρου, η στάση ή η στάθμευση οχήματος απαγορεύεται σε απόσταση μικρότερη των 12 μέτρων από στάσεις αστικών, υπεραστικών, ηλεκτροκίνητων λεωφορείων και τροχιοδρομικών οχημάτων. Τέλος, η ύπαρξη της υπαιτιότητος ή συνυπαιτιότητος, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαιτίων οδηγών, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτών, δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, αλλ’ αποτελεί στοιχείο, η στάθμιση του οποίου θα κριθεί σε σχέση πάντοτε με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 2180/2013, 823/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε με την υπ’ αριθμ. 629/2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (συμπροσβαλλόμενη), έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 9-4-2005 και ώρα 15:45 περίπου, ο συγγενής των εναγόντων Π. Μ., έβαινε στην περιοχή του Κορυδαλλού Αττικής και ειδικότερα στην οδό ..., οδηγώντας την υπ’ αριθμ. κυκλοφ. ... μοτοσυκλέτα, και κατευθύνετο από ..., χωρίς να φέρει το απαιτούμενο προστατευτικό κράνος. Η οδός ..., μετά τη συμβολή της, δεξιά κατά την πορεία της μοτοσυκλέτας, με την κάθετη οδό ... μετονομάζεται σε οδό ... και παρουσιάζει ελαφρά αριστερή καμπύλη και ανωφέρεια με μικρή κλίση. Είναι διπλής κατευθύνσεως με ασφαλτοτάπητα και διαχωριστική νησίδα στο μέσον πλάτους 3 μέτρων, ενώ το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο έβαινε το δίκυκλο, έχει πλάτος 6,90 μέτρων, χωρίς διαγράμμιση λωρίδων. Επίσης, στην πορεία τούτου υπήρχε πινακίδα κίτρινη, σε σχήμα παραλληλόγραμμου, στην οποία περιέχονται οι πινακίδες Κ-16 (κίνδυνος λόγω συχνής κίνησης παιδιών - σχολεία κ.λπ.) και Ρ-32 που καθόριζε την ανωτάτη επιτρεπομένη ταχύτητα σε 30 χιλ/ώρα, ενώ σε απόσταση 19 μέτρων μετά τη διασταύρωση με την οδό ... επί της οδού ... (φυσική συνέχεια της οδού ...) υπάρχει στάση λεωφορείων του ΟΑΣΑ και μετά τη στάση, σε απόσταση 9,70 μέτρων από αυτή, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας, κατά την ώρα εκείνη βρισκόταν σταθμευμένο το υπ’ αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, κλειστό, κοινό μη ανατρεπόμενο (τύπου βαν), μικτού βάρους 2.800 Kg που ανήκε κατά κυριότητα και χρησιμοποιείτο από τον Γ. Κ. για επαγγελματικό σκοπό (μεταφορά επίπλων και υλικών κατασκευής τους) και ο οποίος, κατά τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο εργαστήριο επίπλων που διατηρεί επί της οδού ... , απέναντι ακριβώς από το σημείο όπου βρισκόταν το όχημά του. Το εν λόγω όχημα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η οποία κάλυπτε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου και κατόχου του, περιστατικό που δεν αρνείται η ίδια, συναγομένης έτσι ομολογίας περί τούτου (άρθρο 261 εδ. β’ ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι στο σημείο εκείνο δεν υφίσταται σήμανση που να απαγορεύει τη στάθμευση, ενώ το πλάτος του οδοστρώματος επαρκούσε για την ασφαλή κυκλοφορία και δεν δημιουργούσε εμπόδιο. Στον οπίσθιο προφυλακτήρα του πιο πάνω αυτοκινήτου, ο ιδιοκτήτης του, είχε προσαρμόσει πρόσθετη μεταλλική κατασκευή σε σχήμα "Π" και επ’ αυτής είχε επικολλήσει με σταθερό τρόπο ειδικό εξάρτημα (κοτσαδόρο) που προορίζεται για έλξη ελαφρού ρυμουλκουμένου (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Στην κατασκευή αυτή είχε προβεί ο ιδιοκτήτης παρανόμως, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, όπως βεβαιώνεται από το υπ’ αριθμ. πρωτοκ. .../ 2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Πειραιώς. Και ενώ ο οδηγός του δικύκλου, πλησίαζε στο σημείο εκείνο, λόγω ελλείψεως της επιβαλλόμενης προσοχής και σύνεσης και λόγω της αυξημένης ταχύτητας - άνω των 100 χιλ/ώρα - με την οποία έβαινε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά, επιχείρησε να το επαναφέρει, πλην όμως δεν κατάφερε τελικώς να ανακτήσει τον έλεγχο τούτου, το οποίο πλαγιολίσθησε προς τα δεξιά, καταλείποντας στο οδόστρωμα ίχνη πλάγιας ολίσθησης 5,60 μέτρων και ακολούθως ανατράπηκε με την αριστερή πλευρά στο οδόστρωμα σύρθηκε επ’ αυτού με κατεύθυνση διαγώνια προς τα δεξιά, καταλείποντας μάλιστα ίχνη χαραγών, τα οποία εξικνούνται περίπου στο οπίσθιο τμήμα του σταθμευμένου φορτηγού, και τελικώς προσέκρουσε με σφοδρότητα με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια στο αριστερό τμήμα του οπίσθιου προφυλακτήρα του πιο πάνω φορτηγού, ενώ ο οδηγός μετά την ανατροπή, κατέπεσε στο οδόστρωμα και συρόμενο το σώμα του προς την ίδια κατεύθυνση σύρσεως της μοτοσυκλέτας, προσέκρουσε με δύναμη στην προεξέχουσα κατασκευή του φορτηγού και ακολούθως εισήλθε και ακινητοποιήθηκε κάτω από το σταθμευμένο φορτηγό, στο οπίσθιο τμήμα αυτού, με αποτέλεσμα να χρειασθεί η μετακίνηση του φορτηγού, για να απεγκλωβιστεί το σώμα του. Στο σημείο αυτό, δηλαδή πίσω ακριβώς από το φορτηγό, τοποθετούνται - κατά την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας - και όλα τα στερεά και υγρά ευρήματα της συγκρούσεως (ήτοι θραύσματα πλαστικών, υγρά κ.λπ.) καθώς και αίματα από τον οδηγό του δικύκλου. Αποτέλεσμα του προπεριγραφέντος συμβάντος ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του Π. Μ., ο οποίος υπέστη βαρείες κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας και δεξιού κάτω άκρου. Συγκεκριμένα από την με ημερομηνία 13-5-2005 έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής που διενήργησε ο ιατροδικαστής Β. Δ., διαπιστώθηκε ότι ο θανών υπέστη, μεταξύ άλλων: α) εκχύμωση στη δεξιά κροταφο-ινιακή χώρα της κεφαλής και του αντίστοιχου πτερυγίου ωτός και υπαραχνοειδή αιμορραγία βρεγματικών λοβών με πολλαπλές θλάσεις εγκεφαλικής ουσίας και παρεγκεφαλίδος, β) κάταγμα δεξιού μηριαίου και γ) κατάγματα μεσότητος 2ης έως 9ης πλευράς δεξιού ημιθωρακίου, επιμήκη ρήξη 1,5 εκ. θωρακικής αορτής συστοίχως του 6ου θωρακικού σπονδύλου, ρήξη δεξιού πνεύμονος και πολλαπλές θλάσεις μεσοθωρακίου και πνευμόνων. Όπως με κατηγορηματικότητα προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Δ. Λ., απ’ όλες τις ανωτέρω κακώσεις η θανατηφόρος βλάβη, που αποτέλεσε την ενεργό αιτία άμεσου θανάτου, εντοπίζεται αυστηρά στο δεξιό ημιθωράκιο και ειδικότερα οι ρήξεις του πνεύμονος και της θωρακικής αορτής είναι οι βαριές θανατηφόρες κακώσεις, τραυματικής αιτιολογίας, οι οποίες προκάλεσαν αιμορραγικό shoc, συνεπεία του οποίου επήλθε αμέσως ο θάνατος. Με την εκτίμηση αυτή συμπορεύονται πλήρως και όσα ενόρκως κατέθεσε ο διενεργήσας την νεκροψία - νεκροτομή ιατροδικαστής, κατά την ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου εξέτασή του (βλ. υπ’ αριθμ. .../2011 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς), κατάθεση η οποία συνεκτιμάται και από το παρόν Δικαστήριο, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 671 § 1 εδ. α’ ΚΠολΔ), ενώ και σύμφωνα με την προανακριτική κατάθεσή του, ο θάνατος αποδίδεται ευθέως στην επιμήκη ρήξη της θωρακικής αορτής (βλ. από 12-10-2005 ένορκη προανακριτική κατάθεση ενώπιον του αστυνόμου Α. Γ.). Αλλ’ ακόμη και οι διορισθέντες από την εναγομένη εταιρία, τεχνικοί σύμβουλοι, ιατροί, δεν αρνούνται σαφώς τούτο, αφού σύμφωνα με το πόρισμα της εκθέσεώς τους "...ο θάνατος του παθόντος προήλθε από τη ρήξη της θωρακικής αορτής", επιπροσθέτως δε συμπληρώνουν και τη συνύπαρξη - ως εξίσου θανατηφόρου κάκωσης - και του κρανιοεγκεφαλικού τραύματος. Από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδεικνύεται ότι η ως άνω θανατηφόρος ρήξη της θωρακικής αορτής και του πνευμονικού παρεγχύματος οφείλονται στα κατάγματα των πλευρών (2ης έως 9ης) του δεξιού ημιθωρακίου, τα οποία προκάλεσαν τη βύθιση του 6ου θωρακικού σπονδύλου, ο οποίος με τη σειρά του, από την πίεση που δέχθηκε δημιούργησε τρώση της αορτής, με επακόλουθο την εσωτερική αιμορραγία, η οποία επέφερε τον άμεσο θάνατο του μοτοσυκλετιστή. Η φύση και η έκταση των καταγμάτων των πλευρών, που εντοπίζονται σε περιορισμένο εύρος (2η έως 9η πλευρά), όπως καταδεικνύεται από την παρατήρηση των φυσικών φαινομένων και τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, δεν είναι δυνατόν να προήλθαν από την πτώση και πρόσκρουση του θανόντος στο οδόστρωμα, αλλά μόνο από την πρόσκρουση σε προεξέχον, μικρού εύρους, αντικείμενο, και τέτοιο αντικείμενο ήταν η προσαρμοσμένη στον προφυλακτήρα του φορτηγού σκληρή κατασκευή, πρόσκρουση η οποία είναι απολύτως συμβατή με το είδος των καταγμάτων των πλευρών. Μάλιστα, ο ως άνω ιατροδικαστής στην ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου κατάθεσή του, με βάση τις ειδικές γνώσεις που διαθέτει και τα αντικειμενικά δεδομένα της νεκροψίας - νεκροτομής, περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο τη συμπεριφορά του σώματος του μοτοσυκλετιστή μετά την ανατροπή, ότι δηλαδή τούτο με περιστροφική κίνηση, και όχι καθέτως, προσέκρουσε στον κοτσαδόρο του φορτηγού, στο σημείο του 6ου σπονδύλου και με τη δυναμική στροβιλισμού που είχε αποκτήσει πριν από την πρόσκρουση, συνέχισε και εισήλθε κάτω από το φορτηγό, όπου και ακινητοποιήθηκε. Η εκδοχή αυτή του στροβιλισμού, δικαιολογεί πλήρως την είσοδό του κάτω από το όχημα αλλά και τις καταγραφείσες στην έκθεση νεκροψίας μικροεκδορές του αριστερού γόνατος και των άκρων χειρών, σε αντίθεση με τις σοβαρές σωματικές βλάβες που προήλθαν από την πρόσκρουση και οι οποίες βρίσκονται όλες στο δεξιό μέρος του σώματος. Ο ίδιος μάρτυρας βεβαίωσε με κατηγορηματικό τρόπο ότι τα συγκεκριμένα τραύματα δεν μπορούν να προκληθούν από πρόσκρουση σε επίπεδη επιφάνεια όπως είναι αυτή του προφυλακτήρα του φορτηγού ή του οδοστρώματος και όσα αντίθετα κατέθεσε ο μάρτυρας ανταποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή τα συγκεκριμένα τραύματα δικαιολογούνται από την ταχύτητα του οχήματος δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το αναφερόμενο στην έκθεση των τεχνικών συμβούλων της εναγομένης εταιρίας επιχείρημα, που αποβλέπει στην διακοπή της αλληλουχίας των γεγονότων "πρόσκρουσης σε προεξέχουσα επιφάνεια - ρήξης θωρακικής αορτής - θανάτου", ότι δηλαδή η ρήξη της αορτής συχνά οφείλεται σε μηχανισμό σχετιζόμενο με τη δημιουργία ελκτικών δυνάμεων λόγω της απότομης άσκησης βίας επί του θωρακικού τοιχώματος ή και της αιφνίδιας αύξησης της υδροστατικής πίεσης εντός της αορτής, ελέγχονται ως αβάσιμα, διότι στην περίπτωση αυτή η ρήξη δεν θα ήταν επιμήκης, ούτε θα είχε τόσο μεγάλο εύρος (1,5 cm). Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά αποδείχθηκαν από τη συνεκτίμηση όλων ανεξαρτήτως των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι κυρίως υπαίτιος του θανατηφόρου τραυματισμού του συγγενούς των εναγόντων Π. Μ., από αποκλειστική υπαιτιότητα του οποίου εξετράπη η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε από την ομαλή πορεία της και ανατράπηκε, με συνέπεια να καταπέσει και ο αναβάτης της στο οδόστρωμα, είναι ο ίδιος ο παθών. Ειδικότερα, ο πιο πάνω οδηγός δεν κατέβαλε την επιμέλεια που ενόψει των περιστάσεων όφειλε να καταβάλει και δεν ασκούσε τον έλεγχο στο σύστημα διεύθυνσης και πέδησης του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να συγκρατήσει το όχημά του στην επιθυμητή ομαλή πορεία, επιπροσθέτως δε, έβαινε με ταχύτητα υπερβολική, η οποία του αποστερούσε κάθε δυνατότητα συνετής και σύμφωνης με τους κανόνες ασφαλείας οδήγησης, με αποτέλεσμα αναίτια, χωρίς την παρεμβολή εξωτερικού ή άλλου εμποδίου, να εκτραπεί από την πορεία του και να καταπέσει στο οδόστρωμα. Ο καταλογισμός όμως μεγάλου ποσοστού υπαιτιότητας στο πρόσωπο του παθόντος, δεν φθάνει μέχρι του σημείου να αναιρέσει την συγκλίνουσα υπαιτιότητα του κυρίου και οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη εταιρία φορτηγού, ο οποίος με τη συμπεριφορά και τις ενέργειές του συνετέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του πρώτου. Ειδικότερα, ο ιδιοκτήτης του υπ’ αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, με το να τοποθετήσει στο αυτοκίνητό του την πιο πάνω περιγραφόμενη σταθερή κατασκευή, χωρίς άδεια και έγκριση της αρμόδιας αρχής, η οποία οπωσδήποτε ενέχει επικινδυνότητα για τους λοιπούς χρήστες ως εκ του τρόπου κατασκευής και προσαρμογής της, εφόσον προεξέχει από το περίγραμμα του αμαξώματος, έθεσε ένα αναγκαίο όρο της επελεύσεως του θανατηφόρου για τον ως άνω συγγενή των εναγόντων, αποτελέσματος. Εάν δεν υπήρχε η επικίνδυνη αυτή κατασκευή, οι συνέπειες του ατυχήματος θα ήταν ηπιότερες για το μοτοσυκλετιστή.
Συνεπώς η εκ μέρους του ιδιοκτήτη του φορτηγού παράβαση της διατάξεως του άρθρου 82 § 4 του Ν. 2696/1999, που με βάση τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές, συνδέονται αμέσως και κατ’ αιτιώδη συνάφεια με το θάνατο του μοτοσυκλετιστή σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, θεμελιώνει επαρκώς την υπαιτιότητά του λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η εν λόγω διάταξη στοχεύει ακριβώς στην προστασία της ασφάλειας και σωματικής ακεραιότητας των χρηστών της οδού. Ο ως άνω ιδιοκτήτης του φορτηγού αν κατέβαλε την ενόψει των περιστάσεων οφειλόμενη επιμέλεια που καταβάλλεται από το μέσο συνετό άνθρωπο του κύκλου δραστηριότητάς του των εκμεταλλευομένων μεγάλα οχήματα για επαγγελματικούς λόγους προσώπων, μπορούσε να προβλέψει ότι η τοποθέτηση της κατασκευής αυτής στο οπίσθιο μέρος του φορτηγού του, το οποίο μάλιστα στάθμευσε σε πολυσύχναστη κατοικημένη περιοχή, είναι δυνατόν να καταστεί επικίνδυνη για τους χρήστες της οδού, είτε οδηγούς, είτε πεζούς. Η ενέργειά του αυτή υπολείπεται οπωσδήποτε της αντίστοιχης, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, συμπεριφοράς του μέσου ανθρώπου (άρθρο 330 ΑΚ). Αλλ’ επιπλέον και αυτή καθεαυτή η ενέργειά του, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τον ορθό λόγο (λογική) να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ώστε στη συγκεκριμένη ατομική περίπτωση, κατά λογική αναγκαιότητα, να μπορεί να αποδοθεί το ζημιογόνο αποτέλεσμα στη συμπεριφορά εκείνου και αντιστοίχως η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη αιτία του πιο πάνω ζημιογόνου αποτελέσματος (σχετ. ΣτΕ Ολ. 169/2010, ΣτΕ 936/2012). Στο σημείο τούτο, σημειώνεται ότι ο οδηγός του φορτηγού κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και από το ποινικό δικαστήριο, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ’ αριθμ. .../2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο, μολονότι δεν προκύπτει αν έχει τελεσιδικήσει. Περαιτέρω, όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η στάθμευση του πιο πάνω φορτηγού σε απόσταση 9,70 μέτρων από τη στάση των λεωφορείων του ΟΑΣΑ και όχι 12 μέτρων που προβλέπει ο νόμος, συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον το θανατηφόρο αποτέλεσμα θα επήρχετο ακόμη και αν τούτο βρισκόταν 2,30 μέτρα πιο πέρα, αφού η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ήταν τέτοια (άνω των 100 χιλ/ώρα) που δικαιολογεί πλήρως την κάλυψη και της μικρής αυτής αποστάσεως, μετά την ανατροπή της. Με δεδομένο μάλιστα, ότι σκοπός της ως άνω διατάξεως του άρθρου 34 § 2 εδ. β’ Ν. 2696/ 1999 είναι η εξασφάλιση της ομαλής και ακώλυτης κυκλοφορίας των λεωφορείων πλησίον των πεζοδρομίων όπου βρίσκονται οι στάσεις, καθώς και των επιβατών, και όχι η αποφυγή πρόσκρουσης των κυκλοφορούντων ή ήδη εκτραπέντων οχημάτων επ’ αυτών, η ως άνω παράνομη στάθμευση του φορτηγού η οποία, σημειωτέον, δεν παρακώλυε την κυκλοφορία, ούτε εμπόδιζε την ορατότητα, παρά το ότι συνιστά τροχαία παράβαση (αρ. 34 § 10 Ν. 2696/1999), δεν συνδέεται αιτιωδώς με το θανάσιμο τραυματισμό του μοτοσυκλετιστή και επομένως δεν αρκεί, από μόνη, για την κατάφαση υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ως άνω οδηγού και ιδιοκτήτη (ΑΠ 1220/2011 ΕΠΙΚΙΔΙΑ 2013, 76, Εφ.Θεσ. 2583/1996 αρμ. 1997, 1228). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανατηφόρου τραυματισμού του Π. Μ. είναι ο ίδιος ο παθών και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος εφέσεως που πλήττει την εκκαλουμένη για την κρίση της αυτή και ως εκ τούτου αυτή καθίσταται εξαφανιστέα. Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο τούτο αποκτώντας την αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας κατ’ ουσία την αγωγή, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να δεχθεί την αγωγή καθώς και την επαναφερόμενη ενώπιόν του ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος (άρθρο 300 ΑΚ)".
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, στην προκείμενη περίπτωση, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και του άρθρου 82 παρ. 4 του Ν. 2696/1999, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε. Έλαβε υπόψη του το δικαστήριο όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, συμπεριφορά των εμπλεκομένων οδηγών των οχημάτων κ.λπ.) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα για το επελθόν αποτέλεσμα, του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη εταιρεία φορτηγού αυτοκινήτου. Η αναφορά στην απόφαση ότι το θανατηφόρο αποτέλεσμα θα επερχόταν ακόμη και αν το σταθμευμένο αυτοκίνητο βρισκόταν 2,30 μ. πιο πέρα, αφού η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ήταν τέτοια (άνω των 100 χιλιομέτρων την ώρα), που δικαιολογεί πλήρως την κάλυψη της μικρής αυτής αποστάσεως μετά την ανατροπή της, δεν δημιουργεί ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες με τις προηγούμενες παραδοχές της σχετικά με το ζήτημα της υπαιτιότητος των δύο οδηγών και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεών τους, καθώς και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού στη συνέχεια αναφέρει η απόφαση ότι από μόνη της η παράνομη στάθμευση του φορτηγού δεν αρκεί για την κατάφαση της υπαιτιότητος στο πρόσωπο του οδηγού και ιδιοκτήτου αυτού. Το θανατηφόρο όμως αποτέλεσμα επήλθε όχι από μόνη την παράνομη στάθμευση του αυτοκινήτου, αλλά και από την παράνομη τοποθέτηση σ’ αυτό της μεταλλικής κατασκευής και του ειδικού εξαρτήματος (κοτσαδόρου). Έτσι η παραδοχή της, ότι το θανατηφόρο αποτέλεσμα θα επερχόταν ακόμα και αν το αυτοκίνητο βρισκόταν 2,30 μ. πιο πέρα, δεν αποσυνδέεται από το γεγονός και της παράνομης ως άνω τοποθετήσεως σ’ αυτό της μεταλλικής κατασκευής και του εξαρτήματος. Επομένως οι σχετικοί, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, ο δεύτερος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στο δεύτερο λόγο αυτής, κατά τις οποίες δεν αιτιολογείται στην απόφαση, 1) γιατί ο θάνατος του δικυκλιστή δεν επήλθε όταν εκείνος, αφού πέρασε κάτω από το αμάξωμα του φορτηγού, εισήλθε και ακινητοποιήθηκε κάτω από το σταθμευμένο φορτηγό στο οπίσθιο τμήμα αυτού, 2) εάν θα επήρχετο ο θάνατος, αν ο θανών εσφηνώνετο κάτω από το αυτοκίνητο, ακόμη και αν αυτό δεν έφερε την πρόσθετη μεταλλική κατασκευή με "κοτσαδόρο", 3) εάν ο θάνατος θα επήρχετο ακόμη και αν δεν υπήρχε η πρόσθετη μεταλλική κατασκευή με "κοτσαδόρο" και ο δικυκλιστής προσέκρουε σε άλλο τμήμα του αυτοκινήτου (π.χ. στον προφυλακτήρα) και 4) τι διαφορετικό ήθελε συμβεί αν ο ασφαλισμένος της είχε άδεια και έγκριση της αρμόδιας αρχής για την τοποθέτηση της πρόσθετης σταθερής κατασκευής, σχετίζονται με την ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, στις οποίες όμως το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην προκείμενη δε περίπτωση το εξ αυτών πόρισμα διατυπώθηκε σαφώς. Επομένως και κατά το μέρος τούτο, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος. Με βάση όλα τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αύξ. αρ. καταθέσεως 1/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4149/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της συναναιρεσιβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 629/2013 μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ