Legislator Case Law & Legislation
327/2010 AI generated

327/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 327/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

327/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώνεται με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου οι αναιρεσείοντες δικάσθηκαν ερήμην με την πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 327 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 327/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., και 2) .... Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Γαβαλά και ο 2ος εκπροσωπήθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μίτζα. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος τvn αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι, όπως δήλωσε, δεν έχει ενημερωθεί πλήρως επί της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2004 αγωγή του αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2172/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 837.2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2008 αίτησή τους καθώς και με τους από 28-4-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη τους και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή αν η ασκηθείσα απορρίφθηκε, προσβλητή με αναίρεση είναι η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, ως προς τα κεφάλαια που μεταβιβάσθηκαν, παραδεκτώς, στο εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ. Α.Π. 16/1990).

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν, κατά παράβαση του νόμου, και, ιδίως, κατά παράβαση των διατάξεων περί επιδόσεως, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι όμως και όταν η άκυρη ερημοδικία είχε γίνει σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό. Τούτο ισχύει και στην περίπτωση που η άκυρη ερημοδικία έλαβε χώρα στον πρώτο βαθμό και η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, οπότε προσβαλλόμενη με αναίρεση είναι η απόφαση του Εφετείου που ενσωματώνει την πρωτόδικη, διότι ενόψει του ότι η έφεση κατά ερήμην απόφασης λειτουργεί κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ ως υποκατάστατο της ερημοδικίας, η ακυρότητα της τελευταίας δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο έφεσης, οπότε ο από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η ερημοδικία εχώρησε ακύρως στον δεύτερο βαθμό.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώνεται με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά παράβαση του νόμου οι αναιρεσείοντες δικάσθηκαν ερήμην με την πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτος.

Οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 11 β' ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης ιδρύονται, ο πρώτος όταν τον δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο δεύτερος όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη. Συγκεκριμένα στην υπό κρίση περίπτωση η απόφαση στηρίχθηκε στην κατάθεση ενός μάρτυρα, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν διόλου σαφής και διεξοδικός, αντιθέτως οι απαντήσεις του ήταν μονολεκτικές και καθόλου πειστικές. Αναφέρει ότι οι μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου οικονομικοί λογαριασμοί έχουν εκκαθαριστεί χωρίς να εκθέτει γεγονότα που να το αποδεικνύουν παραχρήμα. Μάλιστα ο μάρτυρας είναι υπάλληλός του, προσληφθείς από το έτος 2004 και συνεπώς γνώση του θέματος μπορεί να έχει μόνο από τα λεγόμενα του αναιρεσίβλητου, γεγονός που καθιστά την κατάθεση του μη αξιόπιστη και ανακριβή, αν λάβουμε υπόψη ότι από την άλλη πλευρά δεν παραστάθηκε ουδείς για να αντικρούσει όλους αυτούς τους ανυπόστατους ισχυρισμούς.

Συνεπώς η αποδοχή από το δικαστήριο των ισχυρισμών ότι έχουν εκκαθαριστεί οι λογαριασμοί μεταξύ των διαδίκων, ότι έχουν επιστραφεί τα σώματα των επιταγών χωρίς να ζητήσει να προσκομισθούν αποδείξεις αντίκειται στον νόμο". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, μετά την από τον Ν. 2915/2001 (που ισχύει από 1-1-2002) κατάργηση της υποχρέωσης έκδοσης προδικαστικής απόφασης στη διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και της τροποποίησης της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, δια της απαλείψεως της φράσεως "ή δεν διέταξε απόδειξη", δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για μη διάταξη αποδείξεων, στην προκειμένη δε περίπτωση η από 7-6-2004 ένδικη αγωγή συζητήθηκε την 22-3-2006, (δηλ.

υπό την ισχύ του Ν. 2915/2001) και εφαρμόστηκε η διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ. Κατά το μέρος που πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ λόγο του προβάλλεται η αιτίαση ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.

Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υφίστανται πλέον οικονομικές εκκρεμότητες και ότι έχουν εκκαθαρισθεί όλοι οι λογαριασμοί, στηριζόμενη απλώς στην κατάθεση ενός μάρτυρα, ο οποίος δεν τελούσε σε πλήρη γνώση των πεπραγμένων, χωρίς να προσκομισθούν άλλα απαραίτητα έγγραφα όπως τιμολόγια ή άλλα αποδεικτικά μέσα από τα οποία να προκύπτει αναντίρρητα ότι επεστράφησαν τα σώματα των αξιογράφων, ή ότι τα ποσά των τιμολογίων αντιστοιχούσαν στις εκδοθείσες επιταγές.

Μάλιστα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται καν μνεία επικλήσεως και προσαγωγής συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων που βοήθησαν στην εξαγωγή του δικανικού συλλογισμού". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αποδείξεις, δηλ. τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του χωρίς να προσκομισθούν, κατά το μέρος δε που ο ίδιος λόγος πλήττει, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ, την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επίσης, απαράδεκτος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης, ποίες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και για ποίο λόγο είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και τα συγκεκριμένα "ουσιώδη" ζητήματα, ως προς τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουν ελλείψεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για το λόγο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι έγινε εκκαθάριση των μεταξύ των διαδίκων οικονομικών λογαριασμών και στήριξε την κρίση του αυτή στην κατάθεση ενός μάρτυρα, "χωρίς να εκθέτει με τρόπο σαφή και ορισμένο γιατί θα ισχύσει η κατάθεση αυτή, έτσι ώστε να μην καθίσταται δυνατή η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον ορθό δικονομικό κανόνα".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προσδιορίζονται οι ανεπαρκείς αιτιολογίες της και οι επαρκείς που έπρεπε αυτή να διαλαμβάνει, δεν εκτίθεται γιατί το περιστατικό της εκκαθάρισης των μεταξύ των διαδίκων οικονομικών λογαριασμών ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν γίνεται επίκληση ότι συνεπεία των ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος και δεν προσδιορίζεται, αλλά αντίθετα γίνεται επίκληση και μάλιστα αορίστως δικονομικού κανόνα, η παραβίαση, όμως, του οποίου δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω, η εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα η στάθμιση καταθέσεως μάρτυρα δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτόν λόγο, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως είναι, όπως εν προκειμένω, με σαφήνεια διατυπωμένο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-2-2008 αίτηση και το από 28-4-2009 δικόγραφο πρόσθετων λόγων των ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 837/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ