327/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated327/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α' ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και την κατάθεση του άνω μάρτυρα είναι αβάσιμος, αφού το προς θεμελίωσή του αναφερόμενο ως άνω στοιχείο δεν καθιστά ανεπίτρεπτη κατά νόμο την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση της σχετικής μαρτυρικής κατάθεσης.
Full text
Απόφαση 327 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 327/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποια παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δημαρά.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μάλλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3913/1994 μη οριστική, 6043/1998 του ίδιου Δικαστηρίου 9186/1999 μη οριστική και 4753/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπονται από το νόμο. Εξ άλλου ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ.12 Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος, δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Δεν υπάρχει επίσης αναιρετική πλημμέλεια όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και εντεύθεν ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία απ' ό,τι στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντος κατά πρόταση του εναγομένου, μάρτυρα Α που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 352/02 εισηγητική έκθεση του εισηγητή δικαστή που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 9.156/1999 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου, καθώς και στην εισηγητική έκθεση του εισηγητή δικαστή που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 3.913/1994 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, διότι τα κατατεθέντα ο μάρτυρας αυτός δεν τα γνωρίζει από δική του προσωπική αντίληψη ή από πληροφορίες τρίτων, αλλά από όσα ανέφερε στον ίδιο ο εναγόμενος.
Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α' ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και την κατάθεση του άνω μάρτυρα είναι αβάσιμος, αφού το προς θεμελίωσή του αναφερόμενο ως άνω στοιχείο δεν καθιστά ανεπίτρεπτη κατά νόμο την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση της σχετικής μαρτυρικής κατάθεσης.
Ο ίδιος λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο της αξιοπιστίας του άνω μάρτυρα.
ΙΙ. Από τα άρθρα 118 παρ.2, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτοί οι λόγοι αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στην φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια , τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, τις εξής αιτιάσεις:
α) ότι, ενώ δέχεται πως η επιχείρηση εστιατορίου που λειτουργούσε στη Γερμανία στο όνομα του εναγομένου συζύγου της, δημιουργήθηκε από τον τότε σύζυγό της και την ιδία από κοινού, αντιφατικώς δέχεται περαιτέρω, πως η επιχείρηση αυτή, όπως και η υπόλοιπη περιουσία του εναγομένου που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αποκτήθηκε από τα δικά του εισοδήματα, όπως και εκείνη της ενάγουσας από τα δικά της, χωρίς καθένας από αυτούς να έχει συμβάλει στην απόκτηση της περιουσίας του άλλου και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ (2ος λόγος) και β) ότι το Εφετείο, χωρίς να αναφέρει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν μπορούσε ή δεν επιθυμούσε να συνδράμει στη δημιουργία οικογενειακής περιουσίας και χωρίς να δέχεται ότι μεταξύ των διαδίκων συζύγων υπήρξε αρχική συμφωνία, κατά την οποία αυτοί θα λειτουργούσαν όχι ως οικογένεια αλλά ως άτομα οικονομικά αυτοτελή, απέρριψε την αγωγή της, με ανεπαρκή και αόριστη αιτιολογία, ακόμη και κατά την τεκμαιρομένη συμβολή της κατά ποσοστό 1/3 στην αποκτηθείσα από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια του γάμου τους περιουσία (5ος λόγος).
Ο πρώτος των άνω λόγων (δεύτερος του αναιρετηρίου), είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σαφώς δέχεται, ότι τόσο η αποκτηθείσα από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων περιουσία, στην οποία περιλαμβάνεται και επιχείρηση εστιατορίου που λειτουργούσε στη Γερμανία, όπου διέμεναν οι διάδικοι, στο όνομα του ιδίου, όσο και εκείνη που αποκτήθηκε από την ενάγουσα, αποκτήθηκαν αποκλειστικά με τα εισοδήματα ενός εκάστου, χωρίς ο καθένας τους να έχει οποιαδήποτε συμβολή στην αποκτηθείσα από τον άλλον περιουσία.
Ο δεύτερος δε λόγος (πέμπτος του αναιρετηρίου) είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο ως προς τη συμβολή της ενάγουσας στην αποκτηθείσα από τον εναγόμενο, κατά τη διάρκεια του γάμου, περιουσία.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β, 453, 524 παρ.1 ιδίου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει νομίμως είτε με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφασή, είτε με αναφορά σ' αυτές σε συγκεκριμένα σημεία των προτάσεών του προηγουμένων συζητήσεων, οι οποίες προσκομίζονται σε επικυρωμένο αντίγραφο, όπου γίνεται επίκληση του αποδεικτικού μέσου.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των ισχυρισμών. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό απέρριψε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο την ένσταση του τελευταίου ότι η ενάγουσα ουδεμία συμβολή είχε στην αποκτηθείσα από τον ίδιο κατά τη διάρκεια του γάμου τους περιουσία και ότι η αποκτηθείσα από έναν έκαστον εξ αυτών περιουσία αποκτήθηκε αποκλειστικά από τα δικά του εισοδήματα, χωρίς τη συμβολή του άλλου.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε, εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση, ότι Α) η ενάγουσα απέκτησε από τα εισοδήματά της, το έτος 1973 με αγορά από τον πατέρα της το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, εκτός σχεδίου πόλεως, εμβαδού 1000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...... (βορείως το Γενικού Νοσοκομείου) αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων 500.000 δρχ.
και το έτος 1974 αγόρασε αντί ποσού 5.000 γερμανικών μάρκων οικόπεδο εμβαδού 454 τ.μ., εκτός σχεδίου, που βρίσκεται στη θέση "......" της πρώην κοινότητας ......, επί του οποίου από το επόμενο έτος άρχισε να αναγείρει αυθαίρετη οικοδομή, η οποία νομιμοποιήθηκε μετέπειτα, αποτελούμενη από υπόγειο 37 τ.μ. και ισόγειο 100 τ.μ., αξίας κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο 20.000.000 δρχ.
και Β) ο εναγόμενος σύζυγός της αγόρασε το έτος 1982 οικόπεδο εμβαδού 372,30 τ.μ. στο ...... επί του οποίου ανήγειρε πολυόροφη οικοδομή συνολικού εμβαδού 490 τ.μ., η οποία κατά το κρίσιμο χρόνο λύσης του γάμου των διαδίκων δεν είχε αποπερατωθεί και βρίσκονταν στο στάδιο της κατασκευής των μωσαϊκών δαπέδων, δαπέδων, αξίας κατά τον ίδιο αυτό χρόνο 31.850.000 δρχ.
Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, ως προς το είδος και την τοποθεσία των αποκτηθέντων από τους διαδίκους συζύγους παραπάνω ακινήτων, καθώς και την περιγραφή και την κατάσταση των οικοδομών που ανεγέρθηκαν, σε συνδυασμό και με τη βεβαίωση ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, αναμφίβολα προκύπτει ότι αυτό, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, σχετικά με την αξία των αποκτηθέντων από κάθε διάδικο ακινήτων, έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της αξίας αυτών, εν όψει της θέσης των οικοπέδων, της ποιότητας και κατάστασης των επ' αυτών οικοδομών, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων.
Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του ότι αυτή δεν συνέβαλε στην απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου και της αξίας αυτών καθώς και εκείνων που απέκτησε η ιδία, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, τα έγγραφα που αυτή προσκόμισε και επικαλέστηκε, ήτοι το υπ' αριθμ. ......
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.Παντελή, το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αίγινας Χ. Αθανασοπούλου, την υπ' αριθμ. ...... βεβαίωση του Δημάρχου Αίγινας, το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μιχαλοπούλου, αντίγραφο του υπ' αριθμ. ...... κοινού λογαριασμού, την υπ' αριθμ. ......
πολεοδομική άδεια, και την υπ' αριθμ. ...... βεβαίωση του Δημάρχου Δράμας, τα οποία αυτή προσκόμισε και επικαλέστηκε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμοι Τα λοιπά φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το Εφετείο έγγραφα, ήτοι η από 1.12.1982 αίτηση των διαδίκων προς την τράπεζα Berliner Bank, η από 21.9.2004 έκθεση εκτίμησης ακινήτου του κτηματομεσίτη Β και το από Αυγούστου 1991 ρυμοτομικό διάγραμμα, όπως προκύπτει από τις άνω προτάσεις της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, αυτή δεν τα επικαλέστηκε κατά τρόπο σαφή ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους .
Με τον τέταρτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή αυτό, κατά παράβαση του άρθρου 1400 παρ.3 ΑΚ, απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι το φερόμενο ως αγορασθέν από αυτή ως άνω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ακινήτου στην ...... πράγματι δωρήθηκε σ' αυτήν από τον πατέρα της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, σχετικά με την κρίση στην οποία αυτό κατέληξε, ότι το αποκτηθέν από την ενάγουσα ακίνητο στη ......, πράγματι αυτή αγόρασε από τον πατέρα της και δεν της δωρήθηκε από αυτόν.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.05.2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.753/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ δύο χιλιάδες (2.000).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ