327/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated327/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 327 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 327/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πουλάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι δύο πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαδάκο, ο οποίος δήλωσε ότι η τρίτη των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 1.Ψα, 2.Ψβ και 3.Ψγ, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν το ίδιο βάσει πληρεξουσίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1988 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Ψ που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/1990 78/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2708/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2003 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 20-10-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή νομίμως, κατ' άρθρο 290 ΚΠολΔ, επαναλαμβάνεται εκούσια η προκειμένη δίκη, μετά τον θάνατο στις 16-1-2004 της αρχικής τρίτης αναιρεσίβλητης Ψ3, στη δικονομική θέση της οποίας, υπεισήλθαν ως μόνοι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής, οι ήδη αναιρεσίβλητοι Ψα, Ψβ και Ψγ, όπως προκύπτει τούτο από την από 13-7-2004 δημόσια διαθήκη εκείνης, νομίμως δημοσιευθείσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 503 παρ. 1, 507 και 510 ΑΚ συνάγεται ότι επί δωρεάς υπό τρόπο, η οποία μπορεί να καλύπτεται και υπό εικονική πώληση και της οποίας ο τρόπος μπορεί να συνίσταται και στην υποχρέωση του δωρεοδόχου για διατροφή και περιποίηση του δωρητή, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, σε περίπτωση υπαίτιας παραλείψεως εκτελέσεως του τρόπου από τον δωρεοδόχο, να ανακαλέσει τη δωρεά, με σχετική προς τον δωρεοδόχο άτυπη δήλωση του, εντός προθεσμίας ενός έτους αφότου πληροφορήθηκε τον λόγο της ανακλήσεως. Πρόκειται για αποσβεστική προθεσμία, η οποία, σε περίπτωση αθετήσεως της - ορισθείσας ως αντικείμενο του τρόπου - υποχρεώσεως του δωρεοδόχου προς διατροφή και περιποίηση του δωρητή, δεν αρχίζει, ενόσω εξακολουθεί η παράβαση από τον δωρεοδόχο της εν λόγω υποχρεώσεως του (ΑΠ 1043/2000).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Με το νομίμως μεταγεγραμμένο ....... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Ιωάννη Τσάνη, η Γ1 μεταβίβασε λόγω πωλήσεως την ψιλή κυριότητα (παρακρατήσασα την επικαρπία) επτά ακινήτων προς την αναιρεσείουσα, ακολούθως δε άσκησε κατ' αυτής και της επέδωσε στις 8-4-1987 αγωγή, με την οποία ζητούσε κυρίως την ακύρωση της άνω πωλήσεως λόγω απάτης και επικουρικώς την αναγνώριση αφενός της εικονικότητας της πωλήσεως και αφετέρου της εγκυρότητας της γενόμενης με αυτή (αγωγή) ανακλήσεως της καλυπτόμενης δωρεάς υπό τρόπο.
Με την 27/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων. Εν τω μεταξύ, η Γ1 απεβίωσε στις 2-9-1987, έχουσα εγκαταστήσει, με δημόσια διαθήκη, ως μοναδικό της κληρονόμο τον αδελφό της Ψ, ο οποίος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την από 10-5-1988 αγωγή και στου οποίου τη δικονομική θέση υπεισήλθαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι αναιρεσίβλητες.
Η ανωτέρω πώληση - συνεχίζει το εφετείο - είναι εικονική και καλύπτει έγκυρη δωρεά υπό τρόπο συνιστάμενο, στην υποχρέωση της δωρεοδόχου (αναιρεσείουσας) να συντηρεί, να περιποιείται και να φροντίζει τη δωρήτρια έως τον θάνατό της, υπηρεσίες που της παρείχε στην οικία της (δηλ. της αναιρεσείουσας) όπου εκείνη (δωρήτρια) διέμενε περίπου επί ένα εξάμηνο πριν από την επίμαχη δωρεά, μετά την οποία όμως η αναιρεσείουσα αδιαφορούσε παντελώς για τις ανάγκες της δωρήτριας, γι' αυτό και, κατόπιν σχετικών της αιτημάτων, ο αρχικώς ενάγων (αδελφός της) την παρέλαβε από την οικία της αναιρεσείουσας κατά τον Ιανουάριο του έτους 1986.
Ωστόσο, η αναιρεσείουσα συνέχισε και μετά ταύτα να παραλείπει υπαιτίως την εκπλήρωση του ανωτέρω τρόπου, αδιαφορούσα παντελώς για την τύχη και τις ανάγκες διατροφής της δωρήτριας, ειδικότερα δε κατά τις εορτές του Πάσχα του έτους 1986, αλλά και κατά τις αρχές Μαΐου του ίδιου έτους, αρνήθηκε να παραδώσει στον αρχικώς ενάγοντα και στον ανιψιό αυτού Ζ1 (δικηγόρο) την "πρόσθετη" οδοντοστοιχία της δωρήτριας, ενώ ακόμη κατά τον ίδιο χρόνο (αρχές Μαΐου 1986) δήλωσε στον τελευταίο (Ζ1) ότι δεν επιθυμεί να ασχοληθεί με τη δωρήτρια.
Με την ανωτέρω εξακολουθητική συμπεριφορά της μέχρι τις αρχές Μαΐου 1986 η αναιρεσείουσα - καταλήγει το εφετείο - αθέτησε την άνω, ως τρόπο συμφωνηθείσα, υποχρέωση της, γι' αυτό και η δωρήτρια νομίμως ανεκάλεσε τη δωρεά με την αναφερόμενη πιο πάνω αγωγή της, η οποία επεδόθη στην αναιρεσείουσα στις 8-4-1987, δηλαδή εντός της ετήσιας αποκλειστικής προθεσμίας αφότου η ίδια (δωρήτρια) έλαβε γνώση της ως άνω, κατά τις αρχές Μαΐου 1986, τελευταίας αθετήσεως των υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας.
Εν συνεχεία, το εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που έκρινε ομοίως και με την οποία, κατά μερική αποδοχή της επικουρικής βάσεως της από 10-5-1988 αγωγής του Ψ (αρχικώς ενάγοντος), αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη της καλυπτόμενης από την εικονική πώληση δωρεάς υπό τρόπο και η εγκυρότητα της ανακλήσεως της δωρεάς αυτής και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα να αποδώσει στις αναιρεσίβλητες τα τρία εκ του ως άνω επτά ακινήτων.
Με την εκτεθείσα κρίση του, περί του ότι η ανάκληση της δωρεάς έγινε εντός της οριζόμενης στο άρθρο 510 § 1 ΑΚ ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας, το εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ή μη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, έλαβε δε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως λόγο εφέσεως επαναφερθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό, ότι η κρίσιμη προθεσμία είχε αρχίσει από τις 18-1-1986, αφότου περιήλθε σε γνώση της δωρήτριας ο λόγος ανακλήσεως, συμπληρωθείσα έτσι πριν από την περιέλευση στην αναιρεσείουσα στις 8-4-1987 της δηλώσεως ανακλήσεως.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ο οποίος εμπίπτει στις ρυθμίσεις των άρθρων 1 και 8 β' (όχι και των αριθμών 10 και 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1β', 10 και 11 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι, κατ' εσφαλμένη "παραδοχή" των αποδείξεων και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, έκρινε ότι η ανωτέρω πώληση είναι εικονική και καλύπτει δωρεά υπό τρόπο, καθώς και ότι η παράλειψη εκτελέσεως του τρόπου από την αναιρεσείουσα συνεχίσθηκε έως τις αρχές Μαΐου 1986.
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία για την θεμελίωση των ανωτέρω πλημμελειών στοιχεία και ειδικότερα δεν καθορίζεται αν το δίδαγμα της κοινής πείρας που φέρεται ότι παραβιάσθηκε αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου και ποίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων, οπότε και μόνον δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 β ΚΠολΔ, ούτε, κυρίως, ποια πράγματα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ούτε ποια είναι τα μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη ή ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά τη νόμιμη επίκληση και προσκόμιση τους καθώς και ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και παρά ταύτα τις έλαβε υπόψη το Εφετείο.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τις από το άρθρο 559 αρ. 1 β', 12 και 17 ΚΠολΔ πλημμέλειες, μέμφεται το εφετείο ότι κατ' εσφαλμένη "παραδοχή" των αποδείξεων, την κρίση του περί υπάρξεως δωρεάς υπό τρόπο καλυπτόμενης υπό την εικονική πώληση, διαμόρφωσε με βάση τη μαρτυρική κατάθεση του ........, το περιεχόμενο της οποίας δέχθηκε ως αληθές, μολονότι στο κρίσιμο συμβόλαιο (29307/1985) η Γ1 έχει δηλώσει, ενώπιον των κατά την υπογραφή του παριστάμενου δικηγόρου της Γεωργίου Μανωλά, διερμηνέως .... και μαρτύρων ..... και ......., ότι μετεβίβασε λόγω πωλήσεως την ψιλή κυριότητα των ως άνω ακινήτων της στην αναιρεσείουσα αντί τιμήματος 500.000 δραχμών καταβληθέντος σε εκείνη από την τελευταία ενώπιον των άνω προσώπων. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για της ίδιες ανωτέρω αιτίες, δηλαδή προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν καθορίζεται ποιος είναι ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε με εσφαλμένη ή μη εφαρμογή του, ούτε που έγκειται ως προς τα αποδεικτικά μέσα το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε τέλος ποιες είναι οι στο διατακτικό εντοπιζόμενες αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως, σε κάθε περίπτωση δε, επειδή υπό την επίκληση των ανωτέρω πλημμελειών, πλήττει τις μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου πραγματικές διαπιστώσεις (οντολογικές κρίσεις) του εφετείου.
Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2003 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2708/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 25 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ