Legislator Case Law & Legislation
327/2007 AI generated

327/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 327/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

327/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 327 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 327/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κεφάλα,ο οποίος ανακάλεσε την από 9-10-2006 δήλωση κατ΄ άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη-Γαλάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2001 του ίδιου δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 5/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και 645/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδειχθέντα στη συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι και οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει τον κανόνα ενώ δεν έπρεπε, καθώς και όταν τον εφαρμόσει εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει να προκύπτει από τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, μολονότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και για το λόγο αυτό ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας των δηλώσεων αυτών, δεν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την με βάση αυτές ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Υπάρχει δε έμμεσος διαπίστωση κενού στις δηλώσεις βουλήσεων των δικαιοπρακτούντων, που επιβάλλει την προσφυγή στις παραπάνω διατάξεις και όταν το δικαστήριο, καίτοι δέχεται ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης, παρά ταύτα προσφεύγει και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εκτός της σύμβασης, Η παραβίαση των ουσιαστικών αυτών διατάξεων μπορεί να συντελεσθεί και εκ πλαγίου, δηλαδή κατά τρόπο που να μη καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, πράγμα που συμβαίνει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας της σύμβασης και ιδίως η διαπίστωση της δηλώσεως βουλήσεως, οπότε η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που συνίσταται σε μη εφαρμογή από το δικαστήριο των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, εκτός των άλλων, α) ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, προς αντιμετώπιση του οποίου το δικαστήριο δεν προσέφυγε, αν και έπρεπε, στους ερμηνευτικούς κανόνες β) ο νόμιμος τρόπος προβολής του ισχυρισμού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός ήταν παραδεκτός γ) ότι το δικαστήριο μολονότι, έστω και εμμέσως, διαπίστωσε κενό, αμφιβολίες ή ασάφειες στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες και δ) τις ουσιαστικές παραδοχές υπό τις οποίες και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και ε)σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005) Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο σκέλος, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στο εφετείο την αιτίαση, ότι μολονότι δέχτηκε την ύπαρξη αμφιβολιών σχετικά με τον όρο που περιελήφθη στην, μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εγγύησης, δυνάμει του οποίου η αναιρεσίβλητη υποχρεούτο να επιδιώξει την είσπραξη της απαιτήσεώς της εις βάρος του αναιρεσείοντος εγγυητή, μόνο με την άσκηση της υποθηκικής αγωγής επί ακινήτου αυτού, επί του οποίου η αναιρεσίβλητη ενέγραψε προσημείωση υποθήκης, απορρίπτοντας έτσι τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης στο εφετείο λόγο ανακοπής αυτού κατά της εκδοθείσας εις βάρος του διαταγής πληρωμής, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων ως προς την έννοια του όρου αυτού.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στην αίτηση του τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. Ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδει στο εφετείο παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ποίον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πραγματικό ισχυρισμό επανέφερε και με ποίο νόμιμο τρόπο στο εφετείο, τον οποίο αυτό δεν έλαβε υπόψη, κατά τα λοιπά δε διότι υπό την επίφαση παραβίασης από το παραπάνω άρθρο πλήττεται απαραδέκτως η εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το εφετείο του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδει σ' αυτό την αιτίαση ότι με το να απορρίψει τον επαναφερθέντα με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμό του (λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής) ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης εις βάρος του, από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση εγγύησης, τελούσε υπό τον όρο της άσκησης της υποθηκικής αγωγής επί του προσημειωθέντος ακινήτου του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Ως έχει ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος διότι με την επικαλούμενη συμφωνία δεν εξαρτάται η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας από όρο, ούτε το ποσόν της καθίσταται μη ορισμένο. Επομένως δεν αναιρούνται τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την έκδοση διαταγής πληρωμής (άρθρ. 624 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), αλλά απλώς ρυθμίζονται, με τη συμφωνία, θέματα αναγόμενα στην αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως και κατά συνέπειαν είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τον άνω λόγο αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.5.2006 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 645/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ