Legislator Case Law & Legislation
327/2006 AI generated

327/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 327/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη - Εισηγητή, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

327/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α., για τον λόγο ότι όσα ο τελευταίος κατέθεσε στα πλαίσια της δίκης περί αποδόσεως του παραπάνω δανείου και σε σχέση με την κατάρτιση αυτού, αποδείχθηκαν αληθινά. Σημειωτέο δε ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας έχουν ήδη απαλλαγεί από την κατηγορία της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν με την υπ' αριθμ. 13922/2004 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Keywords

AI generated
economic offence counterfeit currency extortion of excessive official fees bribery in enforcement proceedings extortion misappropriation of funds
AI generated
2043/2010
Ψευδορκία μάρτυρα.
1879/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
2054/2010
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα, Πλάνη.
2583/2008
Αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Υπάρχει αιτιολογία της αποφάσεως όταν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία καθενός εγγράφου, χωριστά. Παραδεκτή η άσκηση της ποινικής διώξεως, εάν η έγκληση υποβλήθηκε από τον δικηγόρο που διορίστηκε από τη μία και όχι από τις δύο παθούσες, διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ( άρθρο 118 παρ. 3 ΠΚ). Απορρίπτει την αναίρεση.
1863/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 327 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 327/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη - Εισηγητή, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2426/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1747/2005.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 2426/2005 απόφασής του, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Μεταξύ του εγκαλούντος (Κ. Ρ.) και του κατηγορουμένου Χ. Δ., που διατηρούσαν φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, καταρτίσθηκε, στις αρχές του έτους 1990, σύμβαση δανείου, στα πλαίσια της οποίας ο εγκαλών δάνεισε στον πιο πάνω κατηγορούμενο το ποσό των 5.700.000 δρχ. προκειμένου αυτός να αντιμετωπίσει άμεσες οικονομικές του υποχρεώσεις.

Το γεγονός αυτό πλήρως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες όχι μόνον δεν αναιρούνται από τα αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία αλλ' αντίθετα ενισχύονται 1) από το περιεχόμενο της με αριθ. 16722/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 16-10-1997 αγωγή του εγκαλούντα περί αποδόσεως σ' αυτόν του παραπάνω δανείου και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό του το εμπιστεύθηκε ο εκκαλών για να το εξαγάγει στο εξωτερικό, 2) από την με αριθ. ...

μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς με ημερομηνία 26-12-1991 που μνημονεύεται στην εν λόγω απόφαση και η οποία εκδόθηκε με αιτία τη σύμβαση του δανείου και προς εξασφάλιση του εγκαλούντα, δεδομένου ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να εξοφλήσει το χρέος του κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα.

Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι δεν υπήρξε μεταξύ τους άλλη συναλλαγή που να δικαιολογεί την έκδοση της εν λόγω επιταγής, ενώ ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί επιστροφής του ποσού που του είχε δώσει ο εγκαλών για να το εξάγει στο εξωτερικό, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, 3) από την με αριθμ. 13923/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο εγκαλών αθωώθηκε από την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία του επίσης αθωωθέντος Π.

Α., για τον λόγο ότι όσα ο τελευταίος κατέθεσε στα πλαίσια της δίκης περί αποδόσεως του παραπάνω δανείου και σε σχέση με την κατάρτιση αυτού, αποδείχθηκαν αληθινά. Σημειωτέο δε ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας έχουν ήδη απαλλαγεί από την κατηγορία της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν με την υπ' αριθμ. 13922/2004 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Ενόψει αυτών αποδεικνύεται πλήρως ότι ο κατηγορούμενος Χ. Δ. γνώριζε ότι πράγματι μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος είχε καταρτισθεί σύμβαση δανείου. Παρά ταύτα όμως αυτός με πειθώ και φορτικότητα, εκμεταλλευόμενος και τη σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης που του είχαν οι συγκατηγορούμενοί του Ε. Ε. και Δ.

Κ., τους έπεισε να υπογράψουν τις από 26-5-98 ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, στις οποίες αυτοί βεβαίωναν ψευδώς ότι το προαναφερθέν ποσό δόθηκε όχι στα πλαίσια σύμβασης δανείου, αλλά για να εξαχθεί στο εξωτερικό. Το ψευδές δε αυτό γεγονός μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα, αφού τον εμφάνιζε στους τρίτους, που έλαβαν γνώση των εν λόγω βεβαιώσεων, ότι αυτός παρανόμως είχε αποπειραθεί να εξάγει συνάλλαγμα στο εξωτερικό.

Έτσι σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να αποκτήσει αποδεικτικά στοιχεία για να αντικρούσει την εναντίον του πιο πάνω αγωγή και να τα χρησιμοποιήσει (όπως και έπραξε) στη σχετική δίκη, παράλληλα δε να δυσφημισθεί ο εγκαλών. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ.

Δ. ένοχο ηθικής αυτουργίας των κατά τα άνω τελεσθεισών από Ε. Ε. και Δ. Κ. αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροήν. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.

α', 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 εδ. α', 224 παρ. 2 και 363-362 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα αιτιολογεί η προσβαλλόμενη απόφαση τη συνδρομή των στοιχείων της ηθικής αυτουργίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και συγκεκριμένα την πρόκληση απ' αυτόν, με πειθώ και φορτικότητα και με την εκμετάλλευση της σχέσης φιλίας και εμπιστοσύνης που τον συνέδεε με τους παραπάνω Ε.

Ε. και Δ. Κ., της απόφασης στους τελευταίους να διαπράξουν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μαρτύρων και της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και τον δόλο αυτού, δηλαδή την ηθελημένη απ' αυτόν και με τη γνώση και τη θέληση των άνω πράξεων της ψευδορκίας μαρτύρων και της συκοφαντικής δυσφήμησης, πρόκληση στους ως άνω αυτουργούς της απόφασης για τη διάπραξη απ' αυτούς της αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων της ψευδορκίας μαρτύρων και της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Παραπέρα η έξαρση των ως άνω με αριθ. 13922/2004 και 19323/2004 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και 16722/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς κατονομάζει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίση του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως ο από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος (με στοιχ. Β') λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή η κατά το άρθρο 501 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 3402 παρ. 2 του ΚΠΔ εκπροσώπηση, κατά τη συζήτηση έφεσης κατά καταδικαστικής απόφασης, του απόντος εκκαλούντος κατηγορουμένου από συνήγορο τον οποίο έχει διορίσει αυτός με έγγραφη δήλωσή του δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ίδιου Κώδικα απολογία αυτού, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορό του, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά στις τυχόν ερωτήσεις αντί γι' αυτόν.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος (με στοιχ. Α') λόγος της κρινόμενης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη με αριθ. 2426/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατ' ορθήν εκτίμηση του λόγου αυτού, για απόλυτη κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι δεν κλήθηκε προς απολογία ο εκπροσωπών τον απόντα εκκαλούντα (και ήδη αναιρεσείοντα) συνήγορός του, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σ' αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση.

Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή από το διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος, του λόγου σε αυτόν μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με την αξιοπιστία και γι' αυτό ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τρίτος (με στοιχ. Γ') λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 17 κεφ. Β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων (παρ. 3).

Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (με στοιχ. Δ') λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγράφεται μεν η σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), αλλά δεν αναφέρεται ότι η σύνθεση αυτή προήλθε από την κλήρωση που έγινε σύμφωνα με τον Οργανισμό Δικαστηρίων και, ενώ προήδρευσε ο εφέτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, επειδή κωλύονταν οι Πρόεδροι και οι αρχαιότεροί του εφέτες, δεν αναφέρεται στην απόφαση η πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Δικαστήριο, με την οποία αυτός (Προεδρεύων Εφέτης) ορίσθηκε ως αναπληρωτής του Προέδρου και των αρχαιοτέρων εφετών, με αποτέλεσμα οι παραλείψεις αυτές να δημιουργούν κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναίρεσης από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ. Όμως, εκτός από το ότι δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση ότι η σύνθεση προήλθε από την κλήρωση και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναίρεσης, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν.1756/1988) συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10).

Τέτοια όμως πρόταση ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι προβλήθηκε. Εξάλλου, εφόσον ο Πρόεδρος του δικάσαντος Ποινικού Εφετείου ορίσθηκε με κλήρωση, δεδομένου ότι στο Εφετείο Θεσσαλονίκης προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) δικαστών και όχι με πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως εκ περισσού αναγράφεται στην απόφαση ότι ο συγκεκριμένος εφέτης ορίσθηκε επειδή κωλύονται οι Πρόεδροι Εφετών και οι αρχαιότεροί του Εφέτες.

Επομένως ο σχετικός ως άνω τέταρτος (με στοιχ. Δ') λόγος της κρινόμενης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2005 (και με αριθμ. γεν. πρωτ. 7486/16-9-2005 και ποιν. πρωτ. 2463/16-9-2005) αίτηση του Χ. Δ. του Δ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της με αριθ. 2426/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 13 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ