Legislator Case Law & Legislation
326/2025 AI generated

Supreme Court partially overturns acquittal due to lack of specific and reasoned justification regarding causal link.

Case Number 326/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially annulled the lower court's acquittal of two defendants for negligent bodily harm. The prosecution argued the lower court failed to establish a causal link between the defendants' negligence and the victim's injury, incorrectly attributing full responsibility to the victim. The Court ruled that the lower court's reasoning was insufficient and contradictory, failing to explain why the defendants' negligence was a productive cause of the result or why the victim's negligence fully severed the causal chain.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; A criminal judgment must provide specific and reasoned justification for its findings, and a failure to establish the causal link between negligence and the result, or to explain why intervening negligence severs that link, renders the judgment void of legal basis.

Keywords

AI generated
lack of specific reasoning causal link in negligence intervening negligence partial annulment Code of Criminal Procedure constitutional requirement retrial by different judges

Cited Legislation

AI generated
Article 464 of the Code of Civil Procedure
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Articles 463, 464, 474 and 505(3) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1364/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 326 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 326/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 143/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας. Με κατηγορούμενους τους: 1. Κ. Ρ. του Θ., κάτοικο ... και 2.Ε. Μ. του Σ., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζηνικολάου. Υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Δ. Ν. του Ε., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Φυντανή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Φλώρινας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος I. Δεγαϊτης ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 02 Σεπτεμβρίου 2024 έκθεση αναίρεσής του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Σ. Τ., έλαβε αριθμό 31/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 782/24.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τα άρθρο 464 ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Προϋπόθεση συνεπώς για την άσκηση ενδίκου μέσου είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος, δηλαδή ανάγκης παροχής προστασίας δια της προσφυγής στο δικαστήριο.

Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει να είναι ενεργό και κατά το χρόνο της κρίσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως και την έκδοση της σχετικής απόφασης, γιατί διαφορετικά στερείται εννόμων συνεπειών η ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1364/2005). Εξ άλλου, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 70 ΚΠΔ, και σε αντίθεση με τους διαδίκους, η άσκηση ενδίκου μέσου από τον Εισαγγελέα είναι αποσυνδεδεμένη από την απόδειξη συνδρομής εννόμου συμφέροντος, καθώς ο Εισαγγελέας λειτουργεί ως εκπρόσωπος της Πολιτείας και το συμφέρον του απορρέει από τη νομική του θέση στην ποινική δίκη, δηλαδή από την ιδιότητά του ως οργάνου της δικαιοσύνης.

Ωστόσο, από τις διατάξεις των άρθρων 463, 464 και 474 και 505 παρ. 3 ΚΠΔ συνάγεται ότι και στην περίπτωση της άσκησης ενδίκου μέσου από τον Εισαγγελέα απαιτείται η επιδιωκόμενη ανατροπή της προσβαλλομένης απόφασης να μην στερείται ουσιαστικών συνεπειών. Δηλαδή πρέπει το ένδικο μέσο, τόσο κατά τον χρόνο άσκησής του, όσο και κατά τον χρόνο συζήτησής του να είναι ικανό να επιφέρει, κατόπιν διόρθωσης της προσβαλλόμενης νομικής ή ουσιαστικής πλημμέλειας, την επιδιωκόμενη νομική μεταβολή, επιδρώντας άμεσα στη θέση των διαδίκων.

Αντιθέτως, δεν αρκεί για το παραδεκτό αυτού (του ενδίκου μέσου) μόνη η επίκληση νομικής ή ουσιαστικής πλημμέλειας. Τέτοια εξουσία ελέγχου της νομικής ορθότητας των αποφάσεων χωρίς να επηρεάζεται η θέση των διαδίκων παρέχεται εξαιρετικά και κατ' αποκλειστικότητα μόνο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ.

Η κρινόμενη από 2.9.2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης: 31/2024) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή του στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 143//2024, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας, που δίκασε κατ' έφεση και κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους:

α) Κ. Ρ. του Θ., β) Ε. Μ. του Σ. και γ) Ι. Σ. του Ν., της αποδιδόμενης σε αυτούς αξιόποινης πράξης της απλής σωματικής βλάβης από αμέλεια, η οποία φέρεται ότι ετελέσθη στην ΤΚ ... Φλώρινας στις 11 Μαΐου 2017 σε βάρος του εγκαλούντος Δ. Ν. (παράβαση των άρθρων 1, 15, 28, 314 ΠΚ, άρθρ. 1, 2, και 2 του ν. 3850/2010 και παρ. 40 παρ. 4 εδ. 1 του ΚΜΑΕ (ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. .../23 /5 /2011 Υ.Α.

Φ.Ε.Κ. 1227/Β/2011), 1 παρ. 1 της υπ' αριθ. Δ7/Α/οικ.12050/2223/23-5-2011 απόφασης του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής "Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Κ.Μ.Λ.Ε.)). Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 505 παρ. 2 εδ. α', 507 και 168 παρ. 1 ΚΠΔ), καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δικαστηρίου στις 15.7.2024 και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως στις 2.9.2024, λαμβανομένου υπόψη ότι η προθεσμία άσκησής της αναστέλλεται το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου (άρθρο 473 παρ. 4 του ΚΠΔ), περιλαμβάνει δε ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα του λόγου της ως προς τους κατηγορούμενους αναιρεσίβλητους α) Κ. Ρ. του Θ., β) Ε. Μ. του Σ. Σ. Ι. του Ν. κατά των οποίων, στρέφεται η έκθεση αναίρεσης, ενώ δεν προσβάλλεται η απόφαση προς τον τρίτο αθωωθέντα Ι. Σ. του Ν., παρισταμένου του υποστηρίζοντος την κατηγορία Δ.

Ν.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του προγενέστερου ΠΚ, ''Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών''. Μετά δε την ισχύ του νέου ΠΚ, η διάταξη του άρθρου 314 ορίζει: "1. Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως δύο έτη.

Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι εντελώς ελαφρά, επιβάλλεται παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή''. Πρόκειται δηλαδή, για διάταξη επιεικέστερη αυτής του άρθρου 314 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, κατά την οποία η προβλεπόμενη για το συγκεκριμένο πλημμέλημα ποινή, στη βασική του μορφή, ήταν εκείνη της φυλάκισης έως τρία (3) έτη (ΑΠ 186/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται α) πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου, β) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλόμενης κατ' αντικειμενική κρίση προσοχής, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, γ) δυνατότητα αυτού, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και δ) αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του (Ολ.

ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1482/2019). Εξάλλου, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται επιπλέον και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο η μη αποτροπή του ορισμένου αποτελέσματος, που θέτει ο νόμος, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια όταν ο υπαίτιος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξαιτίας της παράλειψης ισοδυναμεί νομικώς με την με ενέργεια παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη από τον νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η ιδιαίτερη αυτή νομική (όχι απλώς ηθική) υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επέλευσης του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, συνιστά πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που τελείται με παράλειψη και δύναται να πηγάζει: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, που θεμελιώνεται είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παράλειψης, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Ήδη, στο άρθρο 15 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), που συμπορεύεται με την μέχρι τούδε νομολογία, σε σχέση με το στοιχείο της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του δράστη δια παραλείψεως τελούμενου εγκλήματος, ορίζεται ότι: "1. Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος.

Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου. 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρ. 83)". Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι n νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου (Ολ.

ΑΠ 4/2010, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 1476/2019). Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη, που από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία του ισοδυνάμου των όρων (υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας), η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι αμέσως ή εμμέσως (λ.χ.

αμέλεια τρίτου ή ακόμα του παθόντος). Ειδικότερα, στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η παράλειψη του υπαιτίου, αν γινόταν, δηλαδή, η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 691/2023, ΑΠ 129/2023).

Αν το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο της αμέλειας πολλών, το κάθε πρόσωπο υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα, κατά τον λόγο της αμέλειάς του που αποδείχθηκε και εφόσον, πάντως, το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν (Ολ. ΑΠ 4/2010, ΑΠ 928/2024 ΑΠ 129/2023).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 της υπ' αριθ. Δ7/Α/οικ. 12050/2223/23-5-2011 απόφασης του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής "Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Κ.Μ.Λ.Ε.)" [ΦΕΚ Β 1227 14.6.2011], "1. Σκοπός του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών είναι η θέσπιση των κανόνων ορθολογικής δραστηριότητας, ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων και των περιοίκων και προστασίας του περιβάλλοντος, για τις εργασίες εντοπισμού ή εκμετάλλευσης ή αξιοποίησης ή επεξεργασίας των ορυκτών υλών, καθώς και για τις αντίστοιχες άρθρο 17 παρ. 1 και 3, με τίτλο "Ασφάλεια και Υγεία", του παραπάνω Κανονισμού: "Α.

ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ 1.Σε κάθε έργο ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3850/2010 (ΦΕΚ 84/Α/2.6.2010), όπως ισχύει ••• 2.. 3 ... Ειδικότερα ο τεχνικός ασφαλείας α)... β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας και υγείας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης.

Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς ασφάλειας και υγείας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων ασφάλειας και υγείας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας, γ) •••δ) ••• Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση:

α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες ασφάλειας και υγείας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους. ,Κατά δε το άρθρο 35 παρ. lδ του ως άνω Κανονισμού (Κ.Μ.Λ.Ε.), "1.'Ολα τα Αυτοκινούμενα μηχανήματα, πρέπει να διαθέτουν:

α)..β) ... β)....δ) Μηχανισμούς πέδησης, καθώς και λοιπό πρόσφορα μέσα (n.χ. σφήνες), για την ακινητοποίησή τους στη διάρκεια στάσης. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 4 του ίδιου ως άνω Κανονισμού, "4. Με σκοπό την βελτιστοποίηση της ασφάλειας των εργασιών με αυτοκινούμενα μηχανήματα, πρέπει να λαμβάνονται τα εξής μέτρα:. - Σε περίπτωση παρκαρίσματος σε δρόμο με κλίση, θα πρέπει να ακινητοποιούνται οι τροχοί (τακάρονται)".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 εδ. α του Ν. 3850/2010, "Κώδικας Νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", "Ο παρών κώδικας έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία", στο δε άρθρο 2 παρ. 1 και 5 αυτού ορίζεται ότι "1. Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.2 .. 3 ..4.... 5.

Ειδικά για τον κλάδο των μεταλλείων - λατομείων -ορυχείων εφαρμογή έχουν και οι πλέον δεσμευτικές ή και ειδικές διατάξεις της υπ· αριθμ. IΙ-5η/Φ/17402/12.12.1984 απόφασης Υπουργού Ενέργειας και Φυσικών Πόρων "Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών" (ΦΕΚ 931, Β )" ήτοι και η ως άνω υπ' αριθ. Δ7/Α/οικ. 12050/2223/23-5-2011 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής "Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Κ.Μ.Λ.Ε.) .

Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του ως άνω νόμου (3850/2010) "1. Για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται ως: α) Εργαζόμενος: κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων και των μαθητευόμενων, εκτός από το οικιακό υπηρετικό προσωπικό. β) Εργοδότης: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση.

γ) Επιχείρηση: κάθε επιχείρηση, εκμετάλλευση, εγκατάσταση και εργασία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο κατατάσσεται", ενώ κατά το άρθρο 42 παρ. 1 και 5 αυτού, " 1.0 εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. 2 .. 3 . .4.. 5.

Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία " της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων".

Ακόμη, η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι, αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αναδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του, έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της αποφάσεως και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσεώς του (ΟλΑΠ 3/2010 ΑΠ 266/2024, ΑΠ 264/2024, ΑΠ 1/2024, ΑΠ 511/2023, ΑΠ 401/2023, ΑΠ 894/2023, ΑΠ 894/294).

Παγίως άλλωστε η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη.

Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν, ενώ υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων.

Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα, αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ, όταν, α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού (ΟλΑΠ 2/2017, ΑΠ 909/2024, ΑΠ 812/2024, ΑΠ 266/2024 , ΑΠ 1/2024, ΑΠ 401/2023, ΑΠ 618/2021, ΑΠ 1343/2020, ΑΠ 1079/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Φλώρινας μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...Στην περιοχή του ορυχείου ...

Νομού Φλώρινας δραστηριοποιείται η εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", και έδρα τη Θεσσαλονίκη, το διοικητικό συμβούλιο της οποίας ορίστηκε με τριετή θητεία σύμφωνα με το δημοσιευθέν στο ΓΕΜΗ, με ΚΑΚ ... από 27/07/2015 πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου. Ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Κ. Ρ. είναι ο τεχνικός διευθυντής υπεύθυνος για θέματα σχετικά με τη λειτουργία και τις τεχνικές διαδικασίες του εργοταξίου του ορυχείου, ενώ παράλληλα στις αρμοδιότητες του, υπό την ιδιότητα ως τεχνικού διευθυντή, συμπεριλαμβάνεται και η επίβλεψη του τρόπου λειτουργίας του συνεργείου που συντηρούσε όλα τα οχήματα που λειτουργούν στο εργοτάξιο.

Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Ε. Μ. είχε οριστεί από τη διοίκηση της εταιρείας, Ως υπεύθυνος για μεταλλευτικά ζητήματα του ορυχείου και είναι προϊστάμενος της εκμετάλλευσης και επιβλέπει που μηχανικός του εργοταξίου και στα καθήκοντά του υπό την παραπάνω ιδιότητα συμπεριλαμβάνεται και η μέριμνα για τεχνικά ζητήματα των οχημάτων και την ασφαλή χρήση των μηχανημάτων και οχημάτων.

Πέραν τούτου, εκτελούσε καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας, κατά το χρονικό διάστημα που απουσίαζε η ορισθείσα από τη διοίκηση της εταιρείας ως τεχνικού ασφαλείας μεταλλειολόγος Ε. Ά., για και συγκεκριμένα από το Μάρτιο του 2017 και εν συνεχεία έως και το τέλος του έτους 2017. Για τις εργασίες του ορυχείου η εταιρεία διαθέτει διαφόρων ειδών οχήματα, (όπως αυτοκίνητα, φορτωτές, προωθητές γαιών, ισοπεδωτές γαιών, εκσκαφείς, ελκυστήρες, μηχανήματα εγκαταστάσεων κλπ), πάνω από 50 εκ των οποίων σύμφωνα με την κατάθεση του υπεύθυνου του συνεργείου Θ.

Τ. συντηρούνται στο συνεργείο της εταιρείας και αν εφοδιάζονται με τα αναγκαία για την συνεχή λειτουργία τους καύσιμα από βυτιοφόρο της εταιρείας. Ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Δ. Ν., ο οποίος είναι επαγγελματίας οδηγός και διαθέτει την απαιτούμενη πιστοποίηση εκπαίδευσης οδηγού για μεταφορές επικίνδυνων φορτίων (ADR), από το Δεκέμβριο του 2016, προσελήφθη ως οδηγός του βυτιοφόρου ιδιοκτησίας της εταιρείας "...

ΑΕ" χωρίς αριθμό κυκλοφορίας (καθώς στις 12/05/2015 είχαν κατατεθεί στην αρμόδια υπηρεσία οι πινακίδες του με αρ. κυκλοφορίας ...) μάρκας "μερσεντές" κωδ. 750. Αντικείμενο δε εργασίας του ήταν ο συνεχής ανεφοδιασμός με υγρά καύσιμα των οχημάτων της εργοδότριάς του εταιρίας κατά τη διάρκεια της βάρδιας εργασίας του, ημερησίως, περίπου 25 τόνους πετρελαίου κίνησης, όπως καταθέτει, με τη βοήθεια του συνοδηγού του, Α.

Κ., η συνδρομή του οποίου ήταν αναγκαία λόγω, αφενός των πολλαπλών ενεργειών που χρειάζονται για τον ανεφοδιασμό εκάστου για μηχανήματος και αφετέρου της πληθώρας των απαιτούμενων ανεφοδιασμών, προκειμένου να εξασφαλίζεται η χωρίς διακοπές λειτουργία του μεγάλου αριθμού των μηχανημάτων του ορυχείου.

Κατά την επίδικη ημερομηνία, στις 11/05/2017 και περί ώρα16:30-16 45, ο ως άνω εργαζόμενος, υποστηρίζων την κατηγορία, μετέβη σε σημείο με κατηφορική κλίση, σε χωμάτινη οδό εντός του χώρου του ορυχείου, προκειμένου να προβεί στον ανεφοδιασμό με καύσιμα του ισοπεδωτή (grader) με αρ. κυκλοφορίας ..., που εκτελούσε εργασίες στο σημείο εκείνο, με χειριστή τον Κ.

Μ.. Πλησιάζοντας σταμάτησε δίπλα στον ισοπεδωτή, σε σημείο που η χωμάτινη οδός είχε κατωφέρεια 10,30%. Σύμφωνα με την κατάθεση του χειριστή του ισοπεδωτή, Κωνσταντίνου Μαρκόπουλου, όταν αυτός αντιλήφθηκε την έλευση του βυτιοφόρου, πραγματοποίησε νόημα με το χέρι του προς τον παθόντα, να μεταβεί σε σημείο του ορυχείου, περίπου 100 μ.

πιο κάτω, όπου το έδαφος ήταν ισόπεδο, και υπήρχε επαρκής ανοιχτός χώρος, ο τελευταίος όμως είτε δεν αντιλήφθηκε το νεύμα του χειριστή, είτε θεώρησε, υπερεκτιμώντας την κατάσταση και κυρίως τις ικανότητες του, ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα και προφανώς επειδή πλησίαζε η λήξη της βάρδιας του, ακινητοποίησε το βυτιοφόρο όχημα δίπλα στον ισοπεδωτή, ενεργοποιώντας το χειρόφρενο, ήτοι μετακίνησε το μοχλό στα αριστερά του τιμονιού και ρύθμισε τον κινητήρα σε λειτουργία στις απαιτούμενες για την ενεργοποίηση της αντλίας καυσίμων σταθερές στροφές.

Την ίδια εκείνη χρονική στιγμή, ο Ι. Σ. έβαινε οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΚΧ 239/15 Δ.Χ.Φ. Φορτηγό 30 τόνων ιδιοκτησίας της εταιρείας "... ΕΠΕ", επί της αυτής εντός του ορυχείου οδού, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή βρισκόταν στη βάση της ανηφόρας δηλαδή σε απόσταση τουλάχιστον 130 μέτρων από το σημείο που ήταν ακινητοποιημένα το βυτιοφόρο και ο ισοπεδωτής (Βλ.

καταθέσεις του μάρτυρα Χ. Σ. και του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας Δ. Ν.). Αντιλαμβανόμενος δε την έλευσή του ο Δ. Ν. έκανε νεύμα προς τον Ι. Σ. να συνεχίσει την πορεία του και επιχείρησε να κινηθεί προς το οπίσθιο μέρος του βυτιοφόρου για να ξετυλίξει τον σωλήνα ("ΜΑΝΙΚΑ") ανεφοδιασμού. Αντιλαμβανόμενος τότε ο Δ.

Ν. ότι το βυτίο ξεκίνησε να κυλάει, αφού άνοιξε την αριστερή πόρτα χωρίς να επιβιβαστεί πλήρως, τοποθέτησε το αριστερό του χέρι στην ειδική λαβή που βρίσκεται στην αριστερή κολόνα της καμπίνας του οδηγού προκειμένου να στηριχθεί, αφήνοντας τα πόδια του πάνω στο σκαλοπάτι έξω από την καμπίνα του οδηγού, προσπαθούσε, και κατάφερε, με τη δεύτερη προσπάθεια, να ενεργοποιήσει το χειρόφρενο.

Στο μεταξύ, ο πέμπτος κατηγορούμενος Ι. Σ., ο όποιος είχε πλήρη ορατότητα, και δεν ακολουθούνταν από άλλο όχημα όπισθεν αυτού, αντιλήφθηκε αμέσως το βυτιοφόρο με την ανοιχτή πόρτα και τον οδηγό κατά το ήμισυ επιβιβασμένος να κυλάει στον κατηφορικό δρόμο, (βλ. σχετικά την απολογία του), συνέχισε, παρεκκλίνοντας όμως της πορείας του προς τα δεξιά και εφάπτοντας σχεδόν το φορτηγό στο πρανές του ορυχείου, κινούμενος με ταχύτητα περί τα 38 χμ.

ανά ώρα σύμφωνα με τη σχετική καταγραφή στον ταχογράφο του φορτηγού, αφενός διότι δεν μπορούσε να προβλέψει την πορεία του ακυβέρνητου βυτιοφόρου και αφετέρου διότι δεν μπορούσε, καθώς το φορτηγό ήταν έμφορτο με λάσπη, να κινηθεί πιο γρήγορα. Το βυτιοφόρο όχημα έχοντας κλίση προς τα αριστερά, κατευθύνθηκε ακυβέρνητο προς το φορτηγό, και αφού προσέκρουσε αρχικά με την αριστερή του πόρτα στον αριστερό καθρέπτη του φορτηγού, συγκρούστηκε συνέχεια με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο οπίσθιο μέρος (στο ύψος των τροχών) του φορτηγού αυτοκινήτου.

Ακολούθως, από την πρόσκρουση προκλήθηκε απότομο και ισχυρό κλείσιμο της πόρτας του οδηγού του βυτιοφόρου οχήματος, με αποτέλεσμα τα πόδια του Δ. Ν. να εγκλωβιστούν στο κάτω μέρος της πόρτας και του πλαισίου αυτής και να υποστεί αυτός ακρωτηριασμό του δεξιού του ποδιού κάτωθεν του γόνατος και ανοικτό κάταγμα της αριστερής του κνήμης.

Αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος συντάχθηκε κατόπιν η με αρ. πρωτ. 1019/3/75- β/11/05/2017 εγγράφου του Α.Τ. Βεύης η από 27/07/2017 έκθεση αυτοψίας των επιθεωρητών Β. Π. και Γ. Σ. του Τμήματος Επιθεώρησης Μεταλλείων του Σώματος Επιθεώρησης Μεταλλείων του Υπουργείου Περιβάλλοντος με την οποία διαπιστώθηκε ότι :

Α) το πλάτος κυκλοφορίας της οδού όπου κινήθηκαν τα οχήματα, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση του συνολικού πλάτους που καταλαμβάνουν το κανάλι αποστράγγισης και τα προστατευτικά αναχώματα είναι 7μ. Το πλάτος του αμαξώματος του βυτιοφόρου 2,20 μ., ενώ μαζί με τους πλαϊνούς καθρέπτες, που είναι τοποθετημένοι εκατέρωθεν της καμπίνας οδήγησης, το πλάτος που φτάνει τα 2,50 μέτρα περίπου.

Β) Η κλίση της οδού είναι 10,30% δηλαδή εντός του ορίου του επιτρεπτού κλίσεων των δρόμων εντός του ορυχείου, το οποίο ορίζεται σε 12% σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ.1 εδ. β του Κ.Μ.Α.Ε. (ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. .../23/5 /2011 Υ.Α. Φ.Ε.Κ. 1227/Β/2011). Γ) δεν πραγματοποιήθηκε η χρήση σφηνών (τάκων) για την ακινητοποίηση των τροχών του βυτιοφόρου σε δρόμους με κλίση, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 40 περ.

β του ΚΜΔΕ. Εξάλλου σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής: i) το ατύχημα αποδίδεται στην άστοχη ενέργεια του οδηγού του βυτιοφόρου να ανέλθει στο όχημα ενώ ήταν εν κινήσει, προκειμένου να επιχειρήσει να το σταματήσει ii) επισημαίνεται η έλλειψη πινακίδων κυκλοφορίας και σύμβασης ασφάλισης του βυτιοφόρου χωρίς όμως οποιαδήποτε συσχέτιση των εν λόγω παραλείψεων με την κύλιση του οχήματος, iii) διαπιστώνεται η ανάγκη διερεύνησης ενδεχόμενης βλάβης του συστήματος πέδησης -στάθμευσης (χειρόφρενου) και διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης από μηχανολόγο μηχανικό, η οποία και ζητήθηκε από τους συντάξαντες στην έκθεση να πραγματοποιηθεί με την υποβολή σχετικού αιτήματος τους προς το Α.Τ.

Βεύης, και iv) διατυπώνεται η άποψη ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν είχε επιλέγει οριζόντια θέση ανεφοδιασμού ή τοποθέτηση σφήνας ακινητοποίησης στους τροχούς του βυτίου, πέραν από την ενεργοποίηση του μηχανισμού πέδησης χειρόφρενου. Αναφορικά με το ζήτημα της θέσης ανεφοδιασμού και της επιλογής του συγκεκριμένου κατηφορικού δρόμου, με κλίση 10,30% ,για την πλήρωση του γκρειντερ αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για μια επιλογή εσφαλμένη και αντίθετη στη συνήθη πρακτική των εργαζομένων στο ορυχείο, καθώς αν και δεν απαγορεύεται ρητά, ενδείκνυται για λόγους ασφαλείας να πραγματοποιείται ανεφοδιασμός, κατά τη γενική παραδοχή όλων των εργαζομένων στο ορυχείο, σε σημείο με επίπεδη επιφάνεια και όχι σε επικλινές έδαφος (σύμφωνα εξάλλου και με την προαναφερόμενη έκθεση του Ε.

Μ. κατ' άρθρον 97 K.M.A.E.). Περαιτέρω, όσον αφορά το ζήτημα της ενεργοποίησης και λειτουργίας του χειρόφρενου, το δικαστήριο δέχεται μεν ότι ο Δ. Ν. μετακίνηση στο μοχλό του χειρόφρενου στη θέση ενεργοποίησης όπως ο ίδιος καταθέτει, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να αναμείνει για να διαπιστώσει ότι το βυτιοφόρο θα ακινητοποιηθεί, παρά το γεγονός ότι σταθμεύσει σε σημείο επικλινές έμφορτο με το υγρό καύσιμο που ως γνωστό και με βάση την επιστήμη της φυσικής, αποτελεί μάζα φορτίου που μετακινείται με την κίνηση του ίδιου του βυτιοφόρου και ως εκ τούτου οι δυνάμεις που ασκούνται στο όχημα είναι πολύ μεγαλύτερες από το βάρος αυτού κάθε αυτού.

Και όλα αυτά είναι γνώσεις που οφείλει να έχει και να εφαρμόζει ο κάθε πιστοποιημένος με ADR επαγγελματίας οδηγός. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί η αντίφαση μεταξύ των όσων κατέθεσε ο παθών Δ. Ν. και όσα κατέθεσαν οι υπόλοιποι αυτόπτες μάρτυρες του περιστατικού, και συγκεκριμένα ο Δ. Ν. κατέθεσε ότι αφού στάθμευσε δίπλα στο γκρέιντερ και έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την ακινητοποίηση του βυτιοφόρου, δηλαδή ενεργοποίησε το χειρόφρενο, αύξησε τη μηχανή σε λειτουργία, χωρίς ταχύτητα στο κιβώτιο ταχυτήτων, και ενεργοποίησε το χειρόγκαζο προκειμένου να λειτουργήσει η αντλία του καυσίμου, και αφού του έκανε νόημα ο συνοδηγός κατέβηκε και αυτός από το βυτιοφόρο, και η συνέχεια, αυτό άρχισε να κυλάει.

Οι δε μάρτυρες και μάλιστα ο ίδιος ως συνοδηγός του, κατέθεσε ότι με το που στάθμευσε δίπλα στο γκρέιντερ και ξεκίνησε ο συνοδηγός να αποβιβάζεται, το βυτιοφόρο ξεκίνησε να κινείται αναγκάζοντάς τον ουσιαστικά να πηδήξει από το σκαλί του βυτιοφόρου για να μην παρασυρθεί και ο ίδιος. Δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από το δικαστήριο, στην εκδοχή του Δ.

Ν., ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να απασχολείται εν γένει βοηθός - συνοδηγός εάν θα πρέπει και ο ίδιος οδηγός θα συμβάλει στο έργο του ανεφοδιασμού, και συγκεκριμένα, εφόσον δεν υπήρχαν τάκοι για να τοποθετηθούν στα λάστιχα του βυτιοφόρου, το νεύμα (βλέπε σχετικά την κατάθεση του Δ. Ν. που έκανε στον Δ.

Ν. o K. (βοηθός) σε τι ακριβώς αφορούσε. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, ο παθών Δημήτριο Ντίνος αφού εκτέλεσε τις ενέργειες προκειμένου να κινητοποιηθεί το βυτιοφόρο, ενέργειες που δεν χρειάζονται παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα για να γίνουν, και επειδή πλησίαζε το τέλος της βάρδιας του και προφανώς βιαζόταν, και ενώ γνώριζε την απουσία των τάκων ακινητοποίησης, κατέβηκε από το όχημα, για να ξεκινήσει μαζί με τον βοηθό του τη διαδικασία του ανεφοδιασμού και τότε το βυτιοφόρο άρχισε να κυλάει.

Όσον αφορά το θέμα των τάκων ακινητοποίησης, αποδείχθηκε μεν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το επίδικο βυτιοφόρο όχημα δεν έφερε αυτούς την ημέρα του ατυχήματος. Σαφώς δε ήταν ευθύνη της εργοδότριας εταιρείας να τους προμηθεύει στους οδηγούς, ωστόσο όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο παθών οδηγός την ημέρα εκείνη ενημέρωσε τους αρμοδίους υπαλλήλους της εργοδότριας εταιρείας για την απουσία των τάκων από το βυτιοφόρο και ότι αυτοί δεν τον προμήθευσαν με τέτοιους.

Αντιθέτως όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν ότι υπήρχε αποθήκη πλήρως εξοπλισμένη διότι όταν έλειπε κάποιο εργαλείο, εξάρτημα και λοιπά απευθύνοντας στον αρμόδιο υπάλληλο και τους προμήθευε με ότι ήταν αυτό που έλειπε, πλην του κυρίου Κ. ο οποίος όμως όντας παρών κατά το επίδικο ατύχημα, μετέφερε όσα του είχε πει ο παθών Δ.

Ν.. Σημειωτέον σε ένα ορυχείο με τόσο μεγάλο κύκλο εργασιών και τόσο μεγάλο αριθμό οχημάτων να κινούνται εντός του χώρου αυτού, δεν είναι δυνατόν ένας τεχνικός ασφαλείας να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τι υπάρχει και τι λείπει από κάθε όχημα. Ωστόσο πέραν των παραπάνω εκδοθέντων και ανεξαρτήτως της όποιας ευθύνης των δύο πρώτων εκκαλούντων για την κατάσταση του βυτιοφόρου και την έλλειψη τάκων ακινητοποίησης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και από την κατάθεση του παθόντος προέκυψε ότι το γεγονός της διακινδύνευσης της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας του οφείλεται σε ηθελημένη του ίδιου, ο οποίος, καίτοι εκ της ειδικότητας του και εκ της ενασχόλησης του ως επαγγελματία οδηγού με πιστοποίηση ADR και άρα οφείλοντας να γνωρίζει ότι δεν ενδείκνυται να προσπαθεί κάποιος να επιβιβαστεί σε κινούμενο όχημα και δη φορτηγό με καύσιμα, συνειδητά εκτέθηκε σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης.

Ειδικότερα προέκυψε ότι ο παθών, ως επαγγελματίας και έμπειρος κατά τα λεγόμενα του, επαγγελματίας οδηγός, γνώριζε την επικινδυνότητα της κατάστασης, καθώς και ότι η όποια προσπάθεια παρέμβασης του στην πορεία του ακυβέρνητου οχήματος, ήταν πολύ πιθανό να έχει αποτελέσματα αντίθετα από τα επιθυμητά, ανέλαβε ο ίδιος την πρωτοβουλία να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο προσπαθώντας να επιβιβαστεί στο βυτιοφόρο, έμφορτο με καύσιμα, και είναι ενεργοποιήσει το χειρόφρενο.

Πέραν αυτού, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του παθόντος ότι η ζημία θα ήταν πολύ μεγαλύτερη εαν το βυτιοφόρο προσέκρουσε στο αντιθέτως ερχόμενο φορτηγό που οδηγούσε ο Σ., που εν τέλει, ανεξαρτήτως της παρέμβασης του παθόντος, όντως προσέκρουσε. Άλλωστε από την επισκόπηση των φωτογραφιών της δικογραφίας, είναι εμφανές ότι στη βάση της ανηφόρας, υπήρχε σημείο όπου είχαν μαζευτεί όμβρια ύδατα και από την πορεία του βυτιοφόρου, στο σημείο εκείνο θα κατέληγε.

Με βάση τα ανωτέρω, είτε από το γεγονός ότι ο Δ. Ν., υπό την εκτεθείσα ως άνω ιδιότητά του και αντιλαμβανόμενος πλήρως την ύπαρξη και την έκταση του κινδύνου, προέβη αυτοβούλως στην ανωτέρω πράξη δίχως να έχει καμία νομική, υπηρεσιακή ή άλλη υποχρέωση προς τούτο, και μάλιστα παρακάμπτοντας τους κανόνες ασφαλείας και των διατάξεων του ΚΟΚ, κρίνεται ότι ο ίδιος ευθύνεται αποκλειστικά για την επέλευση της διακινδύνευσης της σωματικής του ακεραιότητας, διακοπτόμενου δε πλήρως του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προγενέστερης συμπεριφοράς των δύο πρώτων εκκαλούντων και της εξ αυτής μη κατάλληλης κατάστασης του βυτιοφόρου και της επέλευσης του κινδύνου της σωματικής ακεραιότητας του παθόντος." Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, με το ακόλουθο επί λέξει, διατακτικό: "

Κηρύσσει τους κατηγορουμένους αθώους του ότι την 11/05/2017 στην Τ.Κ. ... Φλώρινας εντός του ορυχείου της εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεων τους και έτσι προκάλεσαν σωματική κάκωση άλλου προσώπου.

Ειδικότερα ο Κ. Ρ., ως τεχνικός διευθυντής της εταιρείας ... ΑΕ" υπεύθυνος για θέματα σχετικά με τη λειτουργία και τις τεχνικές διαδικασίες του εργοταξίου του ορυχείου και ο Ε. Μ. ως υπεύθυνος για μεταλλευτικά θέματα του ορυχείου, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, και της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ . 1, 5 του ν. 3850/2010 και παρ. 40 παρ. 4 εδ. 1 του ΚΜΑΕ (ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. .../23/5 /2011 Υ.Α.

Φ.Ε.Κ. 1227/Β/2011), είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στην παραπάνω εταιρία, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων στους εργαζομένους και να μεριμνήσουν για τη χορήγηση και χρήση τάκων (σφηνών) για την ακινητοποίηση των αυτοκινούμενων οχημάτων του εργοταξίου του ορυχείου σε δρόμους με κλίση, ώστε οι διενεργούμενες κινήσεις των οχημάτων να πραγματοποιούνται με ασφάλεια, υπό την παραπάνω ιδιότητά τους, δεν μερίμνησαν και την παροχή και χρήση τάκων (σφηνών) για την ακινητοποίηση των αυτοκινούμενων οχημάτων του εργοταξίου του ορυχείου σε δρόμους με κλίση με παράλληλη ενημέρωση των εργαζομένων για την υποχρέωση χρήσης τους.

Αποτέλεσμα δε της παράλειψής τους αυτής ήταν, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ ο Δ. Ν. του Ευαγγέλου, εργαζόμενος ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας εκτελούσε εργασίες τροφοδοσίας με πετρέλαιο κίνησης των μηχανημάτων έργου του λιγνιτωρυχείου, αφού στάθμευσε το βυτιοφόρο που οδηγούσε, σε δευτερεύοντα κατηφορικό δρόμο του ορυχείου, δίπλα στον ισοπεδωτή γαιών (GRADER), ενεργοποίησε το μοχλό πέδησης - στάθμευσης (χειρόφρενο) άλγη και κατέβηκε από το βυτιοφόρο χωρίς να κάνει χρήση τάκων (σφηνών), με αποτέλεσμα το βυτιοφόρο να αρχίσει να κινείται προς την κατηφόρα, κατά την προσπάθεια δε του Δ.

Ν. να ανέβει στην καμπίνα του οχήματος και να σταματήσει το βυτιοφόρο από την ανεξέλεγκτη πορεία του, τη στιγμή που αυτός είχε καταφέρει να εισέλθει εντός της καμπίνας του οχήματος από τη μέση του και επάνω, με τα πόδια του να βρίσκονται έξω από αυτήν, το βυτιοφόρο συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με το διερχόμενο από το αντίθετο ρεύμα φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εργαζόμενος Ι.

Σ.......".

Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχουν ελλείψεις και ασάφειες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1, 15 και 28 ΠΚ.

Ειδικότερα, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέσθηκε με παράλειψη, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται καθόσον αφορά το θέμα των σφηνών ακινητοποίησης , ότι αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το επίδικο βυτιοφόρο δεν έφερε αυτούς την ημέρα του ατυχήματος και οι τόκοι ήταν ευθύνη της εργοδότριας εταιρείας να τους προμηθεύει στους οδηγούς, ταυτόχρονα όλως αντιφατικά δέχεται την ύπαρξη ευθύνης στο πρόσωπο του παθόντος για μη ενημέρωση της εταιρίας για την έλλειψη των τόκων αυτών, διαλαμβάνοντας στην παραδοχή ότι " ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι ο παθών οδηγός την ημέρα εκείνη ενημέρωσε τους αρμοδίους υπαλλήλους εργοδότες εταιρείες για την απουσία των τάκων από το βυτιοφόρο και ότι αυτοί δεν τον προμήθευσαν με τέτοιους ....

Σε ένα ορυχείο με τόσο μεγάλο κύκλο εργασιών και τόσο μεγάλο αριθμό οχημάτων να κινούνται εντός του χώρου αυτού δεν είναι δυνατόν ένας τεχνικός ασφαλείας να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τι υπάρχει και τι λείπει από κάθε όχημα" . Στη συνέχεια δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι ο μεν Κ. Ρ. ως τεχνικός διευθυντής της εργοδότριας εταιρείας.......

Και υπεύθυνος για θέματα σχετικά με τη λειτουργία και τις τεχνικές διαδικασίες του εργοταξίου του ορυχείου και αρμόδιος για την επίβλεψη του τρόπου λειτουργίας του συνεργείου που συντηρούσε όλα τα οχήματα που λειτουργούσαν στο εργοτάξιο και ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Μ., ως προϊστάμενος της εκμετάλλευσης και επιβλέπων μηχανικός του εργοταξίου στα καθήκοντα του οποίου συμπεριλαμβανόταν και η μέριμνα για τεχνικά ζητήματα των οχημάτων και η ασφαλής χρήση των μηχανημάτων και οχημάτων και ως εκτελών κατά τον επίδικο χρόνο και καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας είχαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στην παραπάνω εταιρεία και να μεριμνήσουν για τη χορήγηση και χρήση σφηνών (τάκων) για την ακινητοποίηση των αυτοκινούμενων οχημάτων του εργοταξίου του ορυχείου σε δρόμους με κλίση, με παράλληλη ενημέρωση των εργαζομένων για την υποχρέωση χρήση τους, αντιφατικά δέχεται στη συνέχεια ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο παθών οδηγός την ημέρα εκείνη ενημέρωσε τους αρμοδίους υπαλλήλους της εργοδότριας εταιρείας για την απουσία των τάκων από το βυτιοφόρο και ότι αυτοί δεν τον προμήθευσαν με τέτοιους, ότι υπήρχε αποθήκη πλήρως εξοπλισμένη και ότι όταν έλειπε κάποιο εργαλείο, εξάρτημα ή οτιδήποτε άλλο αναγκαίο απευθύνονταν, οι εργαζόμενοι, στον αρμόδιο υπάλληλο και τους προμήθευε με ότι ήταν αυτό που έλειπε.

Περαιτέρω ενώ το Δικαστήριο δέχεται την ύπαρξη ευθύνης στο πρόσωπο των δύο πρώτων εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων διαλαμβάνοντας στην παραδοχή ότι "ανεξαρτήτως της όποιας ευθύνης των δύο πρώτων εκκαλούντων για την κατάσταση του βυτιοφόρου και την έλλειψη τάκων ακινητοποίησης", ακολούθως αντιφατικά δέχεται ότι ο ίδιος ο παθών ευθύνεται αποκλειστικά για την επέλευση της διακινδύνευσης της σωματικής του ακεραιότητας, χωρίς να εξηγεί, με τρόπο πειστικό γιατί η χορήγηση εκ μέρους των ως άνω κατηγορουμένων στον παθόντα σφηνών ακινητοποίησης του οχήματος, αν είχε πραγματοποιηθεί, δεν θα απέτρεπε το επελθόν αποτέλεσμα.

Τέλος, ενώ δέχεται την ύπαρξη αμέλειας των κατηγορουμένων ως προς τη μη χορήγηση των σφηνών, η έλλειψη των οποίων, κατά τις παραδοχές της, συνετέλεσε στην επέλευση της ολίσθησης του οχήματος και στη συνέχεια στη σύγκρουσή του με το υπ αριθ ΚΧ- 239/15 Φορτηγό που οδηγούσε Ι. Σ., στο βίαιο εξ αυτής κλείσιμο της θύρας του οδηγού του βυτιοφόρου, στον εγκλωβισμό των ποδιών του παθόντος και στον τραυματισμό του, εντούτοις δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και του ως άνω επελθόντος αποτελέσματος, το οποίο εντελώς αναιτιολόγητα, παρά τις περί του αντιθέτου παραδοχές της, απέδωσε στην αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχεται, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την πλήρη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και του επελθόντος αποτελέσματος, χωρίς να εξηγεί, παραθέτοντας αιτιολογικές σκέψεις πλήρεις και σαφείς, γιατί η κατά τις ως άνω παραδοχές της προγενέστερη αμελής συμπεριφορά αυτών, που συνίσταται στη μη κατάλληλη κατάσταση του βυτιοφόρου και στην έλλειψη σφηνών, δεν αποτέλεσε έναν από τους παραγωγικούς όρους του εγκληματικού αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του παθόντος, που αιτιωδώς οδήγησε σε αυτό και γιατί η παρεμβαλλόμενη, κατά τις παραδοχές της, αμελής συμπεριφορά του τελευταίου, επέφερε την πλήρη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου, εμποδίζοντας τον καταλογισμό ευθύνης στους κατηγορούμενους, χωρίς να εκθέτει με την απαιτούμενη αιτιολογική επάρκεια και σαφήνεια για τη χορήγηση των τάκων, που δεν χορηγήθηκαν, δεν θα απέτρεπε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ήτοι γιατί αν γινόταν η επιβεβλημένη εκ μέρους των κατηγορουμένων ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, αυτή δεν θα απέτρεπε, με μεγάλη πιθανότητα - που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας - το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το πληττόμενο μέρος της, που αφορά την αποδιδόμενη στους ανωτέρω δύο κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν πληροί τις υπό τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 ΚΠΔ προϋποθέσεις, λόγω των προεκτεθεισών ελλείψεων και αντιφάσεων, που εμπεριέχονται σε αυτή, καθιστώντας την ασαφή και με λογικά κενά, και, επομένως η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξη της, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι: 1) Κ. Ρ. του Θ. και 2) Ε. Μ. του Σ., για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 143/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Φλώρινας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη διάταξη της, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι: 1) Κ. Ρ. του Θ. και 2) Ε. Μ. του Σ., για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, προς εκδίκαση στο αυτό Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2025. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ