Legislator Case Law & Legislation
326/2022 AI generated

326/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 326/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

326/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι παραδοχές του Εφετείου και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης από τον 'Αρειο Πάγο (αρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) απέρριψε την επίμαχη ένσταση με ευρεία και εμπεριστατωμένη σκέψη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 326 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 326/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Χ., κατοίκου … και προσωρινά διαμένουσας στο ... του Δήμου ... …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Πατεριανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Ε. του Γ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε για τον εαυτό της με την ιδιότητα της δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12-1-2018 και με αριθ. κατάθεσης 3/17-1-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για αμοιβές από την παροχή εργασίας (ΚΠολΔ 677 επ.) υπ' αριθ. 118/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17-2-2014 έφεση της αναιρεσείουσας -εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 342/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 15-11-2011 αγωγή της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης καταβολής της δικηγορικής αμοιβής της με βάση τα κατώτατα όρια του Κώδικα Δικηγόρων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Με τη διάταξη της § 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αρ. 5 του ιδίου Κώδικα (διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων). Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αφορά διαφορά δικηγορικής αμοιβής, η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει το υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικό παράβολο, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως διαφορά δικηγορικής αμοιβής, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 566 § 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθ. 1 λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, άλλως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 1354/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003, ΟλομΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 11/1996).

Ο παρών αναιρετικός λόγος (ΚΠολΔ 559 αρ. 8 εδ. β') απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, προκύπτει από την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ("πράγμα") που προτάθηκε και τον απέρριψε είτε ρητά είτε με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 403/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο αν και εξέτασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη εντολέα της για τη δικηγορική εργασία της το ποσό των 8.411,79 € με το νόμιμο τόκο, όπως είχε κρίνει και το Πρωτόδικο Δικαστήριο, στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε στο ως άνω δυσμενές για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση των αριθ. 1 & 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προταθείσα (από την αναιρεσείουσα) ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 102 ΚωδΔικ (ν. 3026/1954) περί διογκωμένου αιτήματος της (ένδικης) αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα με την κρυψίβουλη σκέψη να διεκδικήσει η (αναιρεσίβλητη) αργότερα την δικηγορική αμοιβή της σύμφωνα με τον ΚωδΔικ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι παραδοχές του Εφετείου και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης από τον 'Αρειο Πάγο (αρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) απέρριψε την επίμαχη ένσταση με ευρεία και εμπεριστατωμένη σκέψη.

Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει χωρίς όμως ν'απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή ν' αναφέρει ποία έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη έστω και γενικά (ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται την Εφετειακή απόφαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα από την ενάγουσα χωρίς απόδειξη, ήτοι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν έλαβε υπόψη ότι η αγωγή διογκώθηκε, ως άνω, απαραδέκτως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, πρωτίστως διότι αφορά εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 401/2018), πέραν της αοριστίας του, καθότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι παραδοχές του Εφετείου, και σε κάθε περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), τη χωρίς όρκο εξέταση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, επομένως, δεν έκρινε χωρίς απόδειξη.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την § 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015) και, κατά την § 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, "(422 § 1:) Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. (424:) Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) εφαρμόζονται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του.

Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.

Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 927/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 144 §§ 1 & 3 ΚΠολΔ: "§1.

Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.

§3. Το Σάββατο θεωρείται για τον παρόντα Κώδικα εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα". Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11, 12 & 13 (ορθώς μόνο 11γ') ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι κατά παράβαση των άρθρων 270 § 2, 339, 340, 346, 591, 614 § 5, 671 § 1 & 681 ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη, ως ανύπαρκτα αποδεικτικά μέσα, τις υπ' αριθ. 16296 & 16297/7-11-2016 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της που προσκόμισε το πρώτον στο Εφετείο και αποδεικνύουν τις άνω ενστάσεις της εκ των άρθρων 281 ΑΚ και 102 ΚωδΔικ.

Όπως προκύπτει από την κρίσιμη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που κατά λέξη έχει ως εξής: "... χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Μ. και Θ. χήρας Ε. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πύργου Ηρακλείου Κρήτης, που περιέχονται στις σχετικές με αριθμούς … και … /7-11-2016 εκθέσεις της, ως ανύπαρκτα αποδεικτικά μέσα, διότι αυτές δεν δόθηκαν μετά από κλήτευση της εναγομένης δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τότε που δόθηκαν, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το Σάββατο, κατά παραδοχή του ισχυρισμού της και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, καθόσον η κλήτευση της εναγομένης έγινε την 4-11-2016, όπως προκύπτει από την με αριθμό 7883Γ/4-11-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Δέσποινας Σφακιανάκη και από την επομένη που άρχισε να τρέχει η προθεσμία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 144 § 1 ΚΠολΔ και μέχρι την ημέρα που δόθηκαν αυτές (7-11-2016), χωρίς να παρίσταται η εναγομένη, δεν μεσολάβησαν δύο εργάσιμες ημέρες ενόψει του ότι το Σάββατο και η Κυριακή (5 & 6-11-2016 αντίστοιχα), που μεσολάβησαν, δεν είναι εργάσιμες ημέρες...", κατ' ορθή, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, το Εφετείο, εφόσον δέχεται ότι η κλήτευση της αναιρεσίβλητης δεν έγινε προ δύο εργασίμων ημερών μέχρι την ημέρα που δόθηκαν οι επίδικες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έλαβαν χώρα (κλήσεις και ένορκες βεβαιώσεις) μετά την 1-1-2016, ημερομηνία ισχύος των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως εισήχθησαν με το Ν. 4335/2015 [4 & 7-11-2016 εκ των οποίων οι μεσολαβούσες ημέρες 5 & 6-11-2016 ήταν Σάββατο και Κυριακή], δεν έλαβε υπόψη του ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τις βεβαιώσεις αυτές, αφού πρόκειται για ανύπαρκτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης (3ος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος υπ' αριθ. ... παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 12-1-2018 και με αριθ. κατάθεσης 3/17-1-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 118/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ