Legislator Case Law & Legislation
326/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property boundary ruling due to insufficient factual grounds in the lower court's decision.

Case Number 326/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance court's property boundary ruling. The State argued the lower court erred by including disputed land in the owners' titles despite a 33-stremma discrepancy, citing inadequate reasoning. The Court rejected this, ruling that the lower court's finding on factual matters was not subject to appeal and the State's argument was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(14), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a court's finding of fact is inadmissible when the contested decision relies on multiple grounds, and the specific ground alleged is merely a reiteration of the underlying factual evaluation.

Keywords

AI generated
property boundary dispute inadmissible appeal factual findings insufficient reasoning Code of Civil Procedure land title verification property ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 216(1a), (b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 326 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 326/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Α., κατοίκου Πατρών (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ανδρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-01-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 477/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου ο από τον αρ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ, ο από το αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω , από το άρθρο 216 παρ. 1α, β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεικτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης. Είτε και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται για το ορισμένο αυτής εκτός από τα απαιτούμενα από το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όριο, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Δεν απαιτείται όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται.

[ΙΙ] Στην επιτρεπτώς επισκοπούμενη υπό κρίση (αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου) αγωγή οι ενάγουσες (απ' τις οποίες η δεύτερη αποβίωσε στις 31-03-2016 και έκτοτε συνεχίζει η πρώτη ενάγουσα-αναιρεσίβλητη), ιστορούσαν ότι επίδικο είναι εδαφικό τμήμα (αγροτεμάχιο) με εμβαδό 4.231τμ στην …, το οποίο περιγράφουν και οριοθετούν μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητό τους (αγρόκτημα) το οποίο επίσης προσδιορίζουν ως προς την χωροταξία του.

Εξέθεταν επίσης, ότι το ακίνητο αυτό, (το όλον εμβαδού 15.277 τ.μ. περίπου, μέσα στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο) περιήλθε σε αυτές με τον παράγωγο τρόπο της εξ' αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής μετά το θάνατο στις 06-02-1985 του συζύγου και πατέρα τους Α. Κ., αλλά και με τακτική αλλά και έκτακτη χρησικτησία. Ακόμη ισχυρίσθηκαν, ότι κατά την κτηματογράφηση το πιο πάνω επίδικο (4.231τμ) εμφαίνεται στο όνομα του αναιρεσείοντος.

Ζητούσαν δε την αναγνώριση της κυριότητας και την διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής. Η αγωγή αυτή με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτητικό είναι επαρκώς ορισμένη, αφού εμπεριέχονται στο δικόγραφό της τα απαραίτητα (για το ορισμένο αυτής) στοιχεία σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη. Επομένως, αφού το Μονομελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη 477/2018 απόφασή του αντιμετώπισε ως ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην κατ' αρθρ. 559 αρ. 14ΚΠολΔ πλημμέλεια που το αναιρεσείον καταλογίζει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει αοριστία στο αγωγικό δικόγραφο ως προς την περιγραφή του επιδίκου (αλλά) και εξαιτίας του ότι δεν επισυνάπτεται στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα το οποίο, όμως, δεν είναι αναγκαίο, όπως προεκτέθηκε.

Επομένως, ο λόγος αυτός εκτός του ότι είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσής του ήδη αναιρεσίοντος, δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης αγωγής (άρθ. 562 παρ. 2ΚΠολΔ), σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος.

[ΙΙΙ] Η προσβαλλόμενη 477/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, επιτρεπτώς επισκοπείται ως εξής:

«_Οι ενάγουσες είναι συγκυρίες κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 1/4 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη ενός αγροκτήματος συνολικής έκτασης 15.277 τ.μ. ή όσης έκτασης είναι, που βρίσκεται στη θέση "..." στην πόλη των Πατρών, εκτός σχεδίου πόλεως και συνορεύει βόρεια -βορειοδυτικά με οδό ..., νότια με οδό ..., ανατολικά με οδό ... και δυτικά με ανώνυμη οδό και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Κ.. Το αγροτεμάχιο αυτό αποτελεί τις με ΚΑΕΚ ... και ... ιδιοκτησίες του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, εμβαδού 4.231 τ.μ. και 11.046 τ.μ. αντίστοιχα. Κατά την κτηματογράφηση για τη σύνταξη του Κτηματολογίου στο Δήμο Πατρέων το τμήμα με ΚΑΕΚ ... εμβαδού 4.231 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με οδό ..., δυτικά με υπόλοιπο ακίνητο εναγουσών με ΚΑΕΚ ..., βόρεια και βορειοανατολικά με οδό ... και εν μέρει με υπόλοιπο ακίνητο εναγουσών και νότια με δημοτική οδό ..., καταχωρήθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως δημόσια δασική έκταση ανήκουσα σε αυτό.

Οι ενάγουσες αιτήθηκαν τη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 4 του ν. 2664/1998, πλην όμως η αίτηση δεν έγινε δεκτή λόγω του ότι κρίθηκε ότι το ανωτέρω τμήμα του ακινήτου βρίσκεται εντός εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού .... Πράγματι κατόπιν σχετικής αίτησης των εναγουσών εκδόθηκε η υπ' αριθ.

πρωτ. .../9-10-2007 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πατρών, σύμφωνα με την οποία από την έκταση που βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου Πατρέων, εμβαδού 15.441,65 τ.μ., και ορίζεται ανατολικά με οδό ... και ... και πέραν αγρούς, δυτικά με αγροτική οδό και πέραν αγρούς, βόρεια με οδό ... και πέραν αγρούς και νότια με οδό ... και πέραν αγρούς (οικόπεδα), τμήμα εμβαδού 11.126,117 τ.μ.

χαρακτηρίστηκε ως μη δασική έκταση και τμήμα εμβαδού 4.315,523 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως μη δασική έκταση που βρίσκεται μέσα στην εγκαταλειφθείσα κοίτη του ποταμού .... Πλην, όμως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η εδαφική έκταση με ΚΑΕΚ ... δεν αποτελεί τμήμα της εγκταλειφθείσας κοίτης του ποταμού ..., όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ειδικότερα σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό Γ. Σ., που ορίστηκε με την υπ' αριθ. 133/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ποταμός ... ρέει περί τα 500 μ. βορειότερα της ιδιοκτησίας των εναγουσών. Πλέον συγκεκριμένα η νότια όχθη του ... απέχει 450 μ. από την ιδιοκτησία των εναγουσών, η δε κοίτη του έχει μέσο πλάτος 200 μ..

Εξάλλου μεταξύ του επιδίκου και της κοίτης του ποταμού ... παρεμβάλλονταν καλλιεργούμενες ιδιοκτησίες, ενώ πλέον έχουν ήδη ανεγερθεί οικοδομές, ήτοι μεταξύ του επιδίκου και της κοίτης του ποταμού ... υφίστανται ιδιοκτησίες, για τις οποίες δεν προέκυψε αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος από το Ελληνικό Δημόσιο.

Αποδείχθηκε ότι κατά το παρελθόν συνέβη εξαιτίας σφοδρών βροχοπτώσεων και ανυπαρξίας τεχνικών έργων να κατακλυστούν ιδιοκτησίες από τα νερά του ... λόγω της υπερχείλισης αυτού, μεταξύ αυτών δε περιλαμβάνεται και η επίδικη ιδιοκτησία των εναγουσών. Εξαιτίας των κατακλύσεων, υπήρχαν χρονικές περίοδοι, κατά τις οποίες, το επίδικο δεν καλλιεργούνταν συστηματικά, ωστόσο, και κατά τις περιόδους αυτές το επίδικο δεν εγκαταλείφθηκε, καθόσον οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών το καθάριζαν από τις φερτές ύλες, φρόντιζαν και επέβλεπαν αυτό.

Εξάλλου ο πρόσκαιρος και παροδικός κατακλυσμός μια ιδιοκτησίας από τα υπερχειλίζοντα ύδατα ενός ποταμού ή χειμάρρου δεν καθιστά αυτήν κοίτη του τελευταίου. Σύμφωνα άλλωστε με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης η κοίτη του χειμάρρου είναι διακριτή σε όλες τις αεροφωτογραφίες, η απόστασή της από το επίδικο παραμένει αμετάβλητη και περί τα 500μ., ουδεμία δε διακλάδωσή της παρατηρείται να διέρχεται από την ιδιοκτησία των εναγουσών, ενώ κατά το συμπέρασμα αυτής "η αμφισβητούμενη εδαφική λωρίδα με ΚΑΕΚ ... ...

σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί εγκαταλειφθείσα κοίτη του χειμάρρου ...».

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, αν και με ελλιπείς αιτιολογίες οι οποίες συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας, όμοια έκρινε, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού ..., να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα δύο εδαφικά τμήματα με ΚΑΕΚ ... και ... του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, εμβαδού 4.231τμ και 11.046 τ.μ. αντίστοιχα, περιήλθαν στις ενάγουσες ως ενιαίο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή κατά τα ως άνω ποσοστά αδιαιρέτως για καθεμία ενάγουσα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α.

Κ. του Γ., κατοίκου εν ζωή ... Πατρών, ο οποίος απεβίωσε στο ... Πατρών την 06-02-1985 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις ενάγουσες, τέκνο και σύζυγο του αντίστοιχα, ως μοναδικές πλησιέστερες συγγενείς. Την ως άνω κληρονομιά αποδέχθηκαν οι ενάγουσες με την υπ' αριθ. .../28-1-2009 πράξη της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Λαλαγιάννη.

Στον δικαιοπάροχο των εναγουσών είχε περιέλθει το όλο ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθ. …/1962 συμβολαίου διανομής του άλλοτε συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Λοβέρδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο … και αρ. …, με το οποίο διένειμαν κοινό ακίνητο (εκτάσεως 8 στρεμμάτων κατά τα εκεί αναφερόμενα) που είχε περιέλθει σε αυτόν και τον αδελφό του Δ.

Κ. δυνάμει του υπ' αριθ. .../1942 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Πατρών Πέτρου Αναγνωστόπουλου που είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο … και αρ. ..., με το οποίο διένειμαν μεγαλύτερο κοινό ακίνητο (εκτάσεως 20 στρεμμάτων κατά τα εκεί αναγραφόμενα) με τον αδελφό τους Σ.

Κ.. Στους ως άνω είχε περιέλθει το μείζον ακίνητο λόγω αγοράς από τον Β. Γ. του Ι. δυνάμει του υπ' αριθ. .../1935 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Τιμ. Βόίλα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο … και αρ. .... Στον ως άνω Β. Γ. του Ι. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει λόγω αγοράς από τους α) Μ.

Γ. του Ι. και β) Γ. Γ. του Ι. δυνάμει του υπ' αριθ. .../1928 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Τιμ. Βοΐλα που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο … και αρ. .... Στους τελευταίους το ακίνητο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς εξ αδιαθέτου α) της αποβιώσασας το έτος 1903 χωρίς διαθήκη μητέρας τους Α.

συζύγου Ι. Γ., στην κληρονομία της οποίας υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν μετά της αδελφής τους Φ. Γ. του Ι., αποδεχθέντες ούτω αυτήν, β) του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη το έτος 1911 πατέρα τους Ι. Γ. του Γ., στην κληρονομία του οποίου υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν μετά της αδελφής τους Φ. Γ. του Ι., αποδεχθέντες ούτω αυτήν και γ) της αδελφής τους Φ.

Γ. του Ι. που απεβίωσε άγαμη και άτεκνη χωρίς διαθήκη το έτος 1926 στην κληρονομία της οποίας υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν αποδεχθέντες αυτήν. Από το έτος 1928 το ακίνητο κατείχε και νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως ο Β. Γ. ενεργών επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, και δη αρχικώς καλλιεργώντας την σταφιδάμπελο και συλλέγοντας τους καρπούς της και μετέπειτα αφού απέκοψε την σταφιδάμπελο καλλιεργώντας το ακίνητο ως αγρό με κηπευτικά και δημητριακά συλλέγοντας τους καρπούς έως το έτος 1935, οπότε μεταβίβασε αυτό στους αδελφούς Σ.

Κ., Δ. Κ. και Α. Κ.. Από το έτος. 1935 κατείχαν και νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ενεργούντες τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις ολόκληρο το ανωτέρω ακίνητο αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία οι Σ., Δ. και Α. Κ., έως το έτος 1942, οπότε προέβησαν σε διανομή αυτού. Με την κατά το έτος 1942 διανομή ο Σ. Κ. έλαβε διαιρετό τμήμα του μείζονος ακινήτου και εξήλθε της κοινωνίας, οι δε Δ.

και Α. Κ. παρέμειναν συγκύριοι του υπολοίπου μη διανεμηθέντος τμήματος, το οποίο συνέχισαν να κατέχουν και νέμονται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως, ενεργούντες τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής (καλλιέργεια αγρού, φύτευση δένδρων, συλλογή καρπών κλπ.) έως το έτος 1962, οπότε προέβησαν, κατά τα προαναφερόμενα σε διανομή αυτού μεταξύ τους με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Το ακίνητο που απέμεινε μετά τη διανομή του 1942 διένειμαν μεταξύ τους οι Δ. και Α. Κ. δυνάμει του προαναφερόμενου υπ’ αριθ. …/1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Λοβέρδου.

Από την ανωτέρω διανομή ο Α. Κ. έλαβε το περιγραφόμενο πιο πάνω ακίνητο, ήτοι αγρόκτημα, εκτάσεως κατ' ακριβή καταμέτρηση εντός των αναφερομένων στο συμβόλαιο ορίων 15.277 τ.μ., το οποίο κατείχε και ενέμετο έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο μέχρι του θανάτου του το έτος 1985, ενεργών τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και κατοχής. Μετά δε το θάνατό του το ως άνω ακίνητο κατέχουν και νέμονται οι ενάγουσες κατά τη μερίδα της εκάστη συνεχώς και αδιαλείπτως ενεργούσες τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις, καθώς και εμβαδομέτρηση, περίφραξη, οριοθέτηση και απαγόρευση επέμβασης τρίτων. Έτσι κατέστησαν συγκυρίες κατά τα προαναφερόμενα εκάστη ποσοστά εξ αδιαιρέτου και με τακτική χρησικτησία με προσμέτρηση της διανοία κυρίου με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο νομής των δικαιοπαρόχων τους για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενες αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μείζον των είκοσι ετών με προσμέτρηση της διανοία κυρίου καλόπιστης νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των εναγουσών στην επίδικη έκταση με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 4.231 τ.μ., ισχυριζόμενο ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τις ενάγουσες τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, αφού ο δικαιοπάροχος αυτών, Α. Κ., με την υπ' αριθ. …/1962 συμβολαιογραφική πράξη διανομής φέρεται να αποκτά ακίνητο εκτάσεως μόλις 4.000 τ.μ.. Σχετικά με αυτό τον ισχυρισμό του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

«Σύμφωνα με το υπ' αριθ. .../1935 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Τιμολέοντος Βοϊλά • περιήλθε στη συγκυριότητα των αδερφών Σ., Δ. και Α. Κ. ένα κτήμα εκτάσεως 20 στρεμμάτων στη θέση ... ή ... ή ... των Πατρών, το οποίο συνορεύει γύρωθεν με ... και με κτήματα Η. Μ., Ν. Π. και Τ. Π., Θ. Θ. και Σ. Τ. πρότερον και ήδη Χ. Χ. και Δ. Γ. μεθ' όλων των παντός είδους εν τω κτήματι τούτω ευρισκομένων δένδρων, ενώ σύμφωνα με το υπ' αριθ. …/1962 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Λοβέρδου στον δικαιοπάροχο των εναγουσών Α. Κ. περιήλθε κατόπιν διανομής το ανατολικό τμήμα του αγροκτήματος "εκτάσεως 4 στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν ήθελεν είναι, συνορευόμενον γύρωθεν προς ανατολάς με αγροτικήν οδόν οδηγούσαν προς ... και εκείθεν με ρύακα και ιδιοκτησίαν Παπ., προς μεσημβρίαν με ιδιοκτησίας Τ. Π. και Η. Μ., προς δυσμάς με καρόδρομον πλάτους ενός και ημίσεος μέτρου οδηγούντα εις ιδιοκτησίαν (Τ.) Π. και προς βορράν με ιδιοκτησίαν Τ. Π. και Σ. Κ.».

Εξάλλου στην αναφερόμενη πιο πάνω υπ' αριθ. .../2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Λαλαγιάννη το ακίνητο το οποίο οι ενάγουσες αποδέχονται ως ανήκον στην κληρονομιά που κατέλειπε ο πατέρας -και σύζυγος τους αντίστοιχα, Α. Κ., περιερχόμενο σε αυτόν κατά τα εκεί αναγραφόμενα με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. …/1962 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Λοβέρδου περιγράφεται ως εξής: αγροτεμάχιο ξηρικό συνολικής έκτασης 15.277 τ.μ. περίπου ή όσης έκτασης και αν ήθελε βρεθεί μετά από επακριβή καταμέτρησή του, που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως εκτός οικισμού Δημοτικού Διαμερίσματος Πατρών του Δήμου Πατρέων, στη θέση ... και το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια - βορειοδυτικά με οδό ..., νότια με οδό ..., ανατολικά με οδό ... και δυτικά με ανώνυμη οδό και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Κ.. Η αναφερόμενη στον τίτλο κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγουσών Α. Κ. υπ' αριθ. …/1962 συμβόλαιο διανομής αγροτική οδός οδηγούσα προς ... και πέραν αυτής ρύακας και ιδιοκτησία Παπ. είναι η σημερινή οδός ..., βόρεια της οποίας βρίσκεται και σήμερα η ιδιοκτησία Παπ. Εξάλλου ο αναφερόμενος στο ίδιο ως άνω συμβόλαιο καρόδρομος είναι η με διαπλάτυνση υπό του σχεδίου πόλεως δημιουργηθείσα σημερινή οδός ..., η οποία προς ανατολάς συμβάλλεται με την οδό ..., ενώ μεταξύ των πρώην ιδιοκτησιών (Τ.) Π. και (Η.) Μ. έχει δημιουργηθεί αγροτικός δρόμος.

Συνεπώς παρά τη διαφορά ως προς την έκταση του μείζονος ακινήτου που υπάρχει μεταξύ του τίτλου ιδιοκτησίας των εναγουσών και των προαναφερόμενων τίτλων των δικαιοπαρόχων τους, καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για το ίδιο μείζον ακίνητο, αφού υπάρχει ταύτιση των ορίων του, η δε μεγάλη, πράγματι, απόκλιση στην επιφάνεια του ακινήτου που αναγράφεται αφενός μεν στον (νεότερο) τίτλο των εναγουσών αφετέρου δε στους (παλαιότερους) τίτλους των δικαιοπαρόχων τους δικαιολογείται από το γεγονός ότι κατά τον χρόνο σύνταξης των προηγούμενων τίτλων κυριότητας δεν υπήρχαν όργανα ακριβούς μετρήσεως της επιφάνειας του εδάφους, με αποτέλεσμα να γίνονται εμπειρικές εκτιμήσεις της έκτασης των ιδιοκτησιών, ενώ πολλές φορές αναγραφόταν μικρότερη έκταση των ακινήτων για φορολογικούς λόγους, όπως επισημαίνεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία, επιπλέον, καταλήγει στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, ήτοι ότι το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης που επικαλούνται οι ενάγουσες και τα όρια της ιδιοκτησίας τους είναι σταθερά και αμετάβλητα και συμφωνούν με τους παλαιότερους τίτλους ιδιοκτησίας.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, αν και με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται από τις παρούσες, όμοια έκρινε, δεν έσφαλε και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τις ενάγουσες τίτλους κυριότητας, ως αβάσιμος_».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 36/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η παραπάνω αγωγή.

[ΙV] Κατά την έννοια του αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο λόγος δε αναίρεσης είναι αλυσιτελής, εάν το διατακτικό της προσβαλλομένης στηρίζεται σε περισσότερες (ισοδύναμες) επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες ειδικά. Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη την πιο πάνω πλημμέλεια και δη ότι με ανεπαρκή αιτιολογία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το επίδικο, παρά την εμβαδική απόκλιση των 33 περίπου στρεμμάτων, εμπεριέχεται στους προηγούμενους τίτλους των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 561 παρ. 1ΚΠολΔ).

[V] Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στο ηττώμενο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2ΚΠολΔ, 22 ν.3693/97, ως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 11-11-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 477/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και –

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ