Legislator Case Law & Legislation
326/2018 AI generated

326/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 326/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

326/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα έχει συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.

Keywords

AI generated
european order for payment procedure contractual penalty clause disproportionate sanction waiver of statement of reasons criminal penalty repudiation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 326 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 326/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1435/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 715/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2017 αίτησή του και τους από 10-11-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί.

Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 318/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της που λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.

Όπως συνάγεται από τη διατύπωση της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (ΟλομΑΠ 33/1996, ΑΠ 332/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 11-12-2017.

Ο αναιρεσείων κατέθεσε το με χρονολογία 10-11-2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 10-11-2017 σύμφωνα με την επισυναπτόμενη οικεία πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο του δικογράφου αυτού, (κάτι που δεν προκύπτει, καθισταμένης και για το λόγο αυτό, απαράδεκτης της άσκησης του), η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατάθεσης του και της επίδοσης του συμπίπτει με την 10-12-2017 ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του παρελθόντος έτους, ώστε η πιο πάνω 30ή μέρη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7η της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 11-12-2017, η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ.

ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα έχει συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί και η δια της αναγκαστικής εκτέλεσης επιδίωξη ικανοποίησης της έναντι του οφειλέτη απαίτησης του δανειστή. Επομένως, εάν η επιδίωξη ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση είναι καταχρηστική, είναι παράνομη πράξη και ο καθού στρέφεται αυτή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 16/2006).

Κατά το άρθρο 416 ΑΚ εξάλλου, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.

Περαιτέρω, η παράδοση επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης απ' αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη), ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.

Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από επιταγή δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά, είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της. Ενώ δηλαδή το χαρτονόμισμα χρησιμεύει για την απόσβεση της ενοχής, κατά τρόπο οριστικό και δεν μπορεί να αποκρουσθεί από τον δανειστή, το αξιόγραφο, όπως είναι και η επιταγή, μπορεί να αποκρουσθεί από τον δανειστή και λαμβάνεται από αυτόν, μόνον εάν το θελήσει, η δε λήψη του δεν θεωρείται ότι γίνεται αντί καταβολής, εκτός εάν προκύπτει από τη συμφωνία των μερών το αντίθετο. (ΑΠ 1285/2017, 279/2015, 1620/2014, 1289/2013).

Επισημαίνεται ότι ο ισχύων νόμος 5960/1933"περί επιταγής" χρησιμοποιεί μόνο τον όρο επιταγή, ο δε χαρακτηρισμός αυτής ως "τραπεζικής", με την έννοια ότι εκδότης και πληρωτής είναι η ίδια η τράπεζα, ή "τραπεζιτικής" ή "ιδιωτικής", με την έννοια ότι εκδότης (στην τραπεζιτική ή ιδιωτική) είναι τρίτο πρόσωπο, πελάτης της τράπεζας, στερείται νομικού περιεχομένου, εφόσον δεν προσθέτει κάποια διαφορετική από νομική άποψη ιδιότητα στην τραπεζική έναντι της ιδιωτικής (ή τραπεζιτικής) επιταγής.

Παρέπεται, ότι η παράδοση τραπεζικής επιταγής δεν αποτελεί προσήκουσα καταβολή και ο δανειστής μπορεί ελεύθερα να αρνηθεί να την παραλάβει, κατά τα ήδη προαναφερόμενα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 434 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής επέρχεται απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει, κατά το χρόνο της κατάθεσης, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν τη δημόσια κατάθεση, δηλαδή είτε όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επόμ.

του ΑΚ, είτε όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του. Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημόσια κατάθεση δεν συνεπάγεται κανένα αποτέλεσμα ως έννομη συνέπεια. (ΑΠ 1289/2013, 907/2005, ΑΠ 44/2004). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Κατά την έννοια, δε, του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ,με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρουνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1180/2017).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: "Σε βάρος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ. 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, που έχει καταστεί τελεσίδικη, μετά την απόρριψη με την 788/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, των κατ' αυτής αντιθέτων εφέσεων.

Με την εν λόγω απόφαση ο εδώ ενάγων και εκεί εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εδώ εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) και εκεί ενάγοντα, το ποσό των 32.592,42 €, ως αμοιβή για υποθέσεις του, τις οποίες είχε χειριστεί ο τελευταίος για λογαριασμό του, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του. Ο ενάγων, συμμορφούμενος προς το διατακτικό της ως άνω απόφασης και πριν την επίδοση επιταγής προς συμμόρφωση, εξέδωσε την υπ' αριθμ..../19-9-2005 τραπεζική επιταγή, εις διαταγήν αυτού του ιδίου, ποσού 40.095,00€, πληρωτέα στην Τράπεζα ..., την οποία προσέφερε στον εδώ εναγόμενο, κοινοποιώντας σε αυτόν την από 19-9-2005 εξώδικη προσφορά- δήλωση με επιφύλαξη δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, με το ποσό της άνω εκδοθείσης επιταγής ο ενάγων θεώρησε ότι κάλυπτε το επιδικασθέν κεφάλαιο από 32.592,00€ τους τόκους υπερημερίας από 7.503,00Ε και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη από 1.320 €, πλην όμως τα ποσά αυτά αθροιζόμενα ανέρχονται συνολικά σε 41.415 €. Την άνω εξώδικη δήλωση κοινοποίησε στον εναγόμενο δια θυροκολλήσεως στην επαγγελματική του έδρα, δηλαδή στο δικηγορικό του γραφείο, επί της οδ. ..., στον …, στις 20.9.2005 και ώρα 08.50 πρωινή, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. .../20-9-2005 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Β. Κ. και την συνοδεύουσα αυτήν με ίδια ημερομηνία απόδειξη παραλαβής εγγράφου από τον προϊστάμενο του Αστυνομικού Τμήματος …, ήτοι της περιφέρειας της κατοικίας του εναγομένου και την με ίδια ημερομηνία βεβαίωση παράδοσης συστημένης επιστολής, στον αρμόδιο υπάλληλο των "ΕΛ.ΤΑ." …, σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της, την επιταγή προσέφερε, προς αποφυγή της επαπειλούμενης σε βάρος του επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης και προς εξόφληση της απορρέουσας από την ως άνω απόφαση απαίτησης, με την επισήμανση ότι, σε περίπτωση, που η επίδοση ελάμβανε χώρα με θυροκόλληση, η τραπεζική επιταγή θα παρέμενε επί 24ωρο εις χείρας του τότε πληρεξουσίου του δικηγόρου Ηλία Δρακουλόγκωνα, άλλως σε περίπτωση αρνήσεως παραλαβής της ή άπρακτης παρόδου του 24ώρου, θα κατέθετε το ίδιο ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το δε γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης θα κατέθετε στη Συμ/φο Πειραιώς Ά.

Κ., από την οποία θα μπορούσε να το παραλάβει. Πράγματι, μετά την διά θυροκολλήσεως επίδοση της εξωδίκου δηλώσεως, ο ενάγων την 21.9.2005, ήτοι την επομένη της κατά τα άνω επιδόσεως, κατέθεσε στο Τ.Π. και Δ. Αθηνών, στο όνομα του δικαιούχου εναγομένου, κατόπιν διορθώσεως, το ποσό των 41.415,00 € και εκδόθηκε σχετικώς το με αρ. .../21.9.2005 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, το οποίο αυθημερόν κατέθεσε στην Συμ/φο Πειραιά Ά.

Κ., όπως ήδη είχε εξωδίκως δηλώσει, συνταχθείσης σχετικώς από την τελευταία της με αριθμό …/21.9.2005 Πράξης κατάθεσης υπέρ του δικαιούχου εναγομένου. Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος, την 20-9-2005, αιτήθηκε την έκδοση του πρώτου απογράφου εκτελεστού της επίμαχης απόφασης, το οποίο και έλαβε αφού κατέβαλε τέλος απογράφου από 156,22 € και ποσό 31,24 € υπέρ ΟΓΑ, που υπολογίσθηκαν επί ποσού τόκων ύψους 7.811 €.

Αντίγραφο εξ απογράφου επέδωσε ο εναγόμενος στον ενάγοντα στις 21.9.2005 στις 8.45 πμ, με την επιταγή να του καταβάλει τα αμέσως πιο πάνω ποσά πλέον το ποσό των 250 € για λοιπά νόμιμα έξοδα και δικαιώματα λήψεως απογράφου, επικυρώσεως, σύνταξη της επιταγής και επίδοση, του οποίου η νομιμότητα δεν αμφισβητήθηκε ως προς το ύψος, παρά μόνο ως προς την υποχρέωση του να το καταβάλει ως κατωτέρω εκτίθεται.

Ακολούθως δε, με την από 27-9-2005 εξώδικη δήλωση του, την οποία κοινοποίησε στον ενάγοντα αυθημερόν, απέκρουσε ως μη προσήκουσα και μη σύννομη την κατά τα ανωτέρω προσφορά του δια τραπεζικής επιταγής ποσού 40.095 €, αφενός διότι θεώρησε ότι τούτο, όπως γνώριζε μέχρι τότε, υπολειπόταν έναντι του οφειλομένου ποσού, αφετέρου διότι αντέλεξε στην δια της επιταγής εξόφληση, αξιώνοντας, όπως είχε δικαίωμα, την καταβολή είτε σε μετρητά είτε με την κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του, που του γνωστοποιούσε, του επιταχθέντος ποσού, χορηγώντας σε αυτόν συγχρόνως διήμερη προθεσμία, ήτοι μέχρι την 29-9-2005, μετά την πάροδο της οποίας θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση της άνω αποφάσεως.

Ο ενάγων στις 29.9.2005 επέδωσε στον εναγόμενο την με ίδια ημερομηνία εξώδικη προσφορά - δήλωση του (σχ. η παρά πόδας αυτής με αριθμό .../29.9.2005 έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή) στην οποία διέλαβε αυτολεξεί τα εξής: "...ως προς το ακριβές ύψος του προσφερθέντος χρηματικού ποσού, αναφέρεται κατά λέξη, ότι ...

προσφέρω το συνολικό ποσό των Ευρώ 40.095.00 δια της με αρ. .../19.09.2005 ... τραπεζικής επιταγής. Στη συνέχεια όμως, από αυτό τούτο το περιεχόμενο της εξωδίκου μου, αδιστάκτως προκύπτει η αλήθεια των πραγμάτων, αφού συντελείται εξειδικευμένη ανάλυση και επιμερισμός του προσφερθέντος ποσού, που έχει κατά λέξη ως εξής: "Ποσό ευρώ 32.592,00 σε επιδικασθέν κεφάλαιο.- Ποσό ευρώ 7.503,00 σε επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι 20.09.2005 και -Ποσό ευρώ 1.320,00 σε επιδικασθείσα δικ.

δαπάνη της αυτής ως άνω Πρωτοβάθμιας απόφασης. Από την άθροιση των προσφερομένων τριών επιμέρους κονδυλίων προκύπτει συνολικό ποσό € 41.415,00 και όχι το κατά τα προαναφερθέντα από προφανές λάθος αναγραφόμενο στην εξώδικο μου, ποσό των €40.095,00 .Με τη σύγκριση των δυο ως άνω ποσών και συγκεκριμένα την αφαίρεση του εις την Εξώδικο, αναφερομένου ποσού των 40.095,00, από το πράγματι προσφερθέν ποσό των ευρώ 41.415,00, προκύπτει διαφορά -υπόλοιπο από ευρώ 1.320,00, δηλαδή ακριβώς το ισόποσο της πράγματικαι μάλιστα εξειδικευμένα προσφερθείσας δικ.

δαπάνης, το ποσό της οποίας από αβλεψία καταφανή, δεν συνυπολογίστηκε κατά την άθροιση. Κατόπιν της σταθερής αρνήσεως σας και ως προς την παραλαβή του προσφερθέντος χρηματικού ποσού και όπως στέρξετε, σε συνεννόηση μετά του Δικηγόρου μου για την ομαλή ρύθμιση του εν προκειμένω ζητήματος, υποχρεώθηκα εκ των πραγμάτων στην παρακατάθεση του προσφερθέντος ποσού, στο Τ.Π.&Δ. (Υποκ/μα Πειραιά), εκδοθέντος του με No ...

ισόποσου γραμματίου, το οποίο ήδη έχει κατατεθεί στην Σ/φο Πειραιά Ά. Κ., με βάση την υπ' αρ. …/2005 οικεία Πράξη της. β) Για του λόγου το αληθές σας πληροφορώ ότι, το, από την πλευρά μου, προσφερθέν ποσό δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας (ήτοι € 7.503,00),υπερβαίνει ουσιαστικά το αντίστοιχο ποσό τόκων που εξάγεται και προκύπτει με ακρίβεια από επίσημα στοιχεία, τα οποία ευρέως εφαρμόζονται και γίνονται αποδεκτά, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο διευκρινίζεται εν προκειμένω ότι δεν πρόκειται περί λάθους, γ) Αρνούμαι και σφοδρότατα αμφισβητώ την ακρίβεια του ιδικού σας υπολογισμού τόκων και το ύψος αυτών στο ποσό των € 7.811,00 και συνακόλουθα αμφισβητείται εκ μέρους μου, όπως είναι ευνόητο και η προκύπτουσα διαφορά από € 308,00 (€ 7.811,00 - € 7.503,00), της οποίας η πληρωμή από την πλευρά σας εκβιάζεται, με την Εξώδικο σας, κατά τις περιεχόμενες σε αυτήν "προσταγές και απειλές σας", καθόσον:

γα) Κατηγορηματικά αποκρούω τη νομιμότητα της προβαλλόμενης αξίωσης σας, δηλαδή τον καταλογισμό σε βάρος μου οφειλής από τόκους ύψους ευρώ 7.811,00 και πιο συγκεκριμένα τέτοια υποχρέωση μου πέραν του ισόποσου προσφερθέντος ποσού των ευρώ 7.503,00, το οποίο όχι μόνο καλύπτει αλλά ουσιωδώς υπερκαλύπτει κάθε από την αιτία αυτή αξίωση σας.

γβ)Σας καλώ επομένως όπως εντός -24- ωρών από την επίδοση της παρούσας, απαντήσετε με σαφήνεια θετικά ή αρνητικά, έστω με τηλεομοιοτυπία (φαξ) στην τηλεφωνική σύνδεση με αρ. ... που ανήκει στον προσυπογράφοντα την παρούσα Δικηγόρο μου ή με γραπτή Εξώδικη απάντηση, επιδιδόμενη επίσης στον αυτό Δικηγόρο μου, στο γραφείο του στον Πειραιά, εάν -και μετά τις παρεχόμενες εν προκειμένω διευκρινίσεις- εμμένετε ή όχι, στην αξίωση σας αυτή και ακριβέστερα εάν εμμένετε στην είσπραξη τόκων πέραν του προσφερθέντος ποσού των ευρώ 7.503.00.

γγ) Στην περίπτωση που πράγματι εμμένετε ότι δικαιούσθε να εισπράξετε το παραπάνω ποσό ή εφόσον σιωπήσετε στις αμέσως παραπάνω διευκρινίσεις και παραινέσεις μου, σας πληροφορώ ότι εκ της πλευράς μου, πάραυτα θα κατατεθεί το χρηματικό αυτό ποσό στον ήδη υποδειχθέντα με αρ. ... λογαριασμό σας στην … Τράπεζα … με επιφύλαξη.

Κατηγορηματικά δε δηλώνω ότι δεν αιτιολογείται οπωσδήποτε η επισπευδόμενη, κατά τα ως άνω από εσάς σε βάρος μου είσπραξη τόκων κατά το υπερβάλλον ποσό. Σας καθιστώ δε γνωστό, ότι εφόσον υποχρεωθώ σε τέτοια πληρωμή αχρεωστήτως, θα οδηγηθώ σε αυτήν εκβιαστικά και προς αποτροπή του επαπειλούμενου εκ μέρους σας περαιτέρω διασυρμού μου και νέας εμπλοκής μου σε δικαστικές περιπέτειες, επιφυλασσόμενος ως εκ τούτου ρητά των δικαιωμάτων μου για τα νόμιμα.

Γ.- Κατόπιν των ως άνω, εκ μέρους μου καταβολών, επαναλαμβάνω ότι αρνούμαι καθ' ολοκληρία κάθε οφειλή μου, κατά τις αιτιάσεις και ισχυρισμούς σας που περιέχονται τόσον στην από 20.09.2005 επιταγή επί αντιγράφου Α' εκτελεστού απογράφου (υπ αρ. …/05) της υπ' αρ. 4876/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως και "την προμνησθείσα από 27.09.2005 εξώδικο σας και αποκρούω με θλίψη και αγανάκτηση, τους πλήρως αβάσιμους, αθέμιτα κερδοσκοπικούς και σε κάθε περίπτωση καταχρηστικούς ισχυρισμούς σας.

Δ.- Ιδιαίτερα αρνούμαι οποιαδήποτε υποχρέωση μου για έξοδα - δικαιώματα κ.λ.π. απογράφου της παραπάνω απόφασης, σύνταξη και επίδοση της προμνησθείσας επιταγής και γενικά σχετιζόμενα με την επισπευσθείσα παράνομα εκ μέρους σας εκτελεστική διαδικασία σε βάρος μου...". Τέλος, ο εναγόμενος επέδωσε στον ενάγοντα στις 29.9.2005 την με την αυτή ημερομηνία εξώδικη απάντηση του, στην οποία διέλαβε ότι η όποια καταβολή θα κάλυπτε τα επιταχθέντα μέχρι την 27.9.2005 χρηματικά ποσά, οπότε για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση θα έπρεπε να συμπεριληφθούν και οι τόκοι επί του επιταχθέντος ποσού, εξαιρουμένων των τόκων υπερημερίας, από την επίδοση του αντίγραφου εξ απογράφου μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, που θα έπρεπε να λάβει χώρα μέχρι την 10.00 π.μ.

ώρα της 30.9.2005. Κατόπιν αυτού ο ενάγων κατέθεσε στις 30.9.2005 στον υποδειχθέντα από τον εναγόμενο τραπεζικό λογαριασμό του, στην … Τράπεζα, το ποσό των 308,00 €. Έτσι, συνολικά, κατέβαλε ο ενάγων μέχρι την 30.9.2005 το ποσό (41.415 + 308 =) 41.723 €. Με την άνω μνημονευόμενη επιταγή προς συμμόρφωση ο ενάγων είχε επιταχθεί να καταβάλει συνολικά 42.160,88 €, δηλαδή 437,88 € επί πλέον.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι το εκάστοτε ισχύον ποσοστό του τόκου προσδιορίζεται από το νόμο και τα ποσά στην επιταγή προς συμμόρφωση αναλύονταν επαρκώς και νομίμως.... ο έλεγχος από τον ενάγοντα της ορθότητας του αιτουμένου ποσού των τόκων ήταν ευχερής με βάση τα προεκτεθέντα. Ο ενάγων δεν κατέβαλε το άνω ποσό στον εναγόμενο, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος αξίωνε τούτο προκειμένου να θεωρούσε πλήρως εξοφληθείσα την απαίτηση του και τέλος, στις 8.11.2005 ανέλαβε από την άνω Συμ/φο το γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών Αθηνών, σύμφωνα με την με αρ.

…/2005 Πράξη ανάληψης της άνω Συμ/φου.

Από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύονται πλήρως από έγγραφα, συνάγονται τα ακόλουθα : Η δια της εκδόσεως της πιο πάνω τραπεζικής επιταγής εκ μέρους του ενάγοντος καταβολή δεν ήταν η προσήκουσα αφού δεν αποδείχθηκε ούτε άλλωστε επικαλείται ο ενάγων οποιαδήποτε συμφωνία από την οποία να συνάγεται αντίθετη βούληση των διαδίκων μερών, αντίθετα δε ο εναγόμενος αντιτάχθηκε ρητά στον τρόπο αυτό εξοφλήσεως των επιδικασθέντων ποσών.

Επομένως, λόγω της μη προσήκουσας καταβολής των οφειλομένων εκ μέρους του ενάγοντος - οφειλέτη, δεν επήλθε απόσβεση της ενοχής και κατά συνέπεια ο εναγόμενος δεν κατέστη υπερήμερος ως προς την αποδοχή της παροχής (349 ΑΚ), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ο οποίος αντιθέτως, είχε περιέλθει σε υπερημερία.

Συνακόλουθα δεν συνιστά προσήκουσα καταβολή, ούτε η διά της από 21-9-2005 παρακαταθέσεως από τον ενάγοντα της οφειλομένης χρηματικής παροχής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών καταβολή, η οποία επίσης δεν επέφερε απόσβεση της ενοχής κατά το χρόνο κατάθεσης .... αφού δεν υφίστατο νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί αυτήν, ούτε είχε αυτή ως αντικείμενο ακριβώς την οφειλομένη παροχή, τη δε προσφερθείσα ο εναγόμενος δεν συνήνεσε να παραλάβει, όπως είχε δικαίωμα, χωρίς να καταστεί υπερήμερος, ενώ ο ενάγων εξακολουθούσε να ευρίσκεται σε υπερημερία, λόγω των επιπλέον οφειλομένων ποσών μέχρι την άρση της υπερημερίας του, ως προς δε τη διαφορά μεταξύ των προσφερθέντων και των οφειλομένων τόκων ο ενάγων δεν είχε αντιτάξει κατάχρηση δικαιώματος, αφού ακόμα δεν είχε αμυνθεί με ένδικο βοήθημα κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος με την από 20.9.2005 επιταγή προς συμμόρφωση ζήτησε ποσό 42.160,88 €, στο οποίο συμπεριεληφθησαν τόκοι από 7.811 €, ενώ, ορθά υπολογιζόμενοι, αυτοί ανέρχονταν σε 7.411 €, γεγονός που ο ενάγων μπορούσε να διαπιστώσει, όπως προεκτίθεται, και να προέβαινε έτσι στην προσήκουσα καταβολή του πράγματι οφειλομένου ποσού των 41.760,88Ε.

Αντ' αυτού, απαντώντας στην πρώτη εξώδικη πρόσκληση του εναγομένου του κοινοποίησε την προμνημονευόμενη από 29.9.2005 εξώδικη προσφορά- δήλωση του. Ο εναγόμενος, κατόπιν αυτών, συνέχισε τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ενάγοντος δια της κοινοποιήσεως στις 31.10.2005 της από 25-10-2005 επιταγής προς εκτέλεση, με την οποία διόρθωνε την πρώτη ως προς τον υπολογισμό των τόκων υπερημερίας, κατόπιν και σχετικής επισημάνσεως και εκ μέρους του ενάγοντος, που περιλαμβάνεται στην από 29-9-2005 εξώδικη επιστολή του.

Ο ενάγων, με τις ανωτέρω-ενέργειες, είχε περιέλθει σε υπερημερία, την οποία δεν μερίμνησε να άρει με τον προλεχθέντα τρόπο της προσήκουσας καταβολής. Ο εναγόμενος εξ ετέρου είχε δικαίωμα να ζητήσει να του καταβάλει ο ενάγων μέχρι την 30.9.2005 τα ποσά των α) {32.592,42 € για κεφάλαιο + 1.320 € για δικαστική δαπάνη + (148,22 πλέον 20% υπέρ ΟΓΑ=), 177,86 € για τέλη απογράφου + 250 € για τα δικαιώματα και αμοιβή δικηγόρου =} 34.340,28 € + β) 7.411 € για τόκους υπερημερίας χρονικής περιόδου από 12.6.03 έως 20.9.2003 + γ) 94,08 € για τους τόκους 10 ημερών των άνω πλην των τόκων ποσών, δηλαδή συνολικά 41.845,36 €, έναντι τούτου δε ο ενάγων είχε καταβάλει 41.723 €.

Λόγω της μακροχρόνιας αντιδικίας των διαδίκων και των ιδιαίτερα οξυμμένων σχέσεων αυτών, ο μεν εναγόμενος ενέμενε να αξιώνει τη διαφορά, που άλλωστε δικαιούνταν, ο δε ενάγων άσκησε τη με αρ. καταθ. …/10-10-2005 ανακοπή του κατά της εκτέλεσης και τη με αρ. κατ. …/2005 αίτησης αναστολής εκτέλεσης κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ κατά τη συζήτηση της οποίας στις 6-12-2005 ο εναγόμενος δήλωσε εξόφληση και παραιτήθηκε από το δικαίωμα εκτέλεσης των επιταγών προς πληρωμή, με αποτέλεσμα αφενός να ανασταλεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει της υπ' αριθμ. 316/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ενώ η ασκηθείσα ανακοπή κατά της εκτέλεσης είχε καταστεί ουσιαστικά ως άνευ αντικειμένου, πλην όμως ο ενάγων παρέστη κατά τη συζήτηση της στις 5- 6-2006, οπότε εκδόθηκε, ερήμην του εκεί καθού η ανακοπή και εδώ εναγομένου, η υπ' αριθμ. 7/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που διορθώθηκε με τις 791/2007 και 2582/2007 αποφάσεις του άνω Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ακυρώθηκε η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύστηκε σε βάρος του ενάγοντος, λόγω εξόφλησης της ένδικης απαίτησης, σύμφωνα και με τη δήλωση του εναγομένου περί ικανοποίησης της απαίτησης του.

Από τα πλήρως αποδειχθέντα ως άνω γεγονότα δεν συνάγεται αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκαν περιστατικά τέτοια που να θεμελιώνουν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ...., αφού δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε αυτός εκτός των πλαισίων που του παρέχονται εκ του νόμου, ούτε αντίθετα προς την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι της καλής πίστης, αλλά με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων του και όχι τη βλάβη του ενάγοντος, που εξάλλου δεν προέκυψε.

Ομοίως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος για λανθασμένο υπολογισμό των τόκων ως προς μία ημέρα, με σκοπό να αποσπάσει ο εναγόμενος παράνομους τόκους, δεν αποδείχθηκε, καθόσον και αν ακόμη γίνεται μνεία εσφαλμένης αφετηριακής ημέρας υπολογισμού των τόκων υπερημερίας, από τον υπολογισμό αυτών δεν συνάγεται βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, κατά τα προδιαληφθέντα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της επί της αδικοπραξίας, κατά την οποία μεταβιβάζεται η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και αξιολόγησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε κατά τούτο....".Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της ίδια αγωγής ήταν, νόμιμη, δέχθηκε επ'αυτής τα εξής: "Με βάση όσα εκτίθενται ότι αποδείχθηκαν προέκυψε ότι ο ενάγων δεν κατέβαλε αχρεωστήτως κανένα επί πλέον των οφειλομένων ποσό, γεγονός που θα μπορούσε να προβάλει με ένδικο βοήθημα εμπροθέσμως αν ευσταθούσε, αλλά αντίθετα υπολειπόταν μικρή διαφορά για την πλήρη εξόφληση, η οποία λόγω του ύψους της δεν αναζητήθηκε από τον εναγόμενο ως καταχρηστική.

Κατόπιν των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί και ως προς την δικονομικώς επικουρικώς ασκούμενη βάση της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, απέρριψε την από 23-4-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης (1435/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) απόφασης, την οποία και επεκύρωσε κατά το μέρος της που είχε απορρίψει την από 28-12-2010 αγωγή του κατά του αναιρεσίβλητου, ως προς την κύρια βάση της από αδικοπραξία, ενώ, αφού την έκανε δεκτή, κατά το μέρος, που η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της ίδια αγωγής, είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, μετά από εξαφάνιση της άνω εκκαλούμενης απόφασης, την απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 417, 418, 427, 434, 349, 281 και 288 ΑΚ. Ειδικότερα, η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης της 4876/2003 τελεσίδικης απόφασης από τον αναιρεσίβλητο δεν συνιστά συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, εφόσον η προηγηθείσα προσφορά από τον αναιρεσείοντα τραπεζικής επιταγής σε εξόφληση της εν λόγω οφειλής του, δεν ήταν η προσήκουσα με αποτέλεσμα να μην καταστήσει τον αναιρεσίβλητο υπερήμερο δανειστή και να μην νομιμοποιήσει τον αναιρεσείοντα στην δημόσια κατάθεση του χρέους του προς αυτόν, η οποία και δεν επέφερε την απόσβεση του και ότι δεν αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, περιστατικά τέτοια που να θεμελιώνουν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ούτε ειδικότερα τέτοια που να θεμελιώνουν αντίθεση αυτής στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, αλλά ότι οι ενέργειες του αποσκοπούσαν στην προάσπιση των δικαιωμάτων του και όχι στην βλάβη του αναιρεσείοντος η οποία και δεν προέκυψε, δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 416, 417, 418, 427, 434, 349 ΑΚ και την μη εφαρμογή αυτών των άρθρων 281 και 288 του ίδιου Κώδικα, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων αφενός μεν αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου, με την επιδίωξη της εκτέλεσης της ιστορούμενης απόφασης, αφετέρου δε του αδικαιολόγητου πλουτισμού του, κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και αυτής του άρθρου 904 ΑΚ.

Ειδικότερα, υπό τις προεκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μόνο εκείνες που αποσπασματικά και επιλεκτικά επικαλείται ο αναιρεσείων, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου. Συγκεκριμένα, 1)δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου, ότι η προσφορά από τον αναιρεσείοντα με την τραπεζική επιταγή του οφειλόμενου ποσού δεν ήταν προσήκουσα και η κατάθεση του εν λόγω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν επέφερε απόσβεση της οφειλής του κατά τον χρόνο της κατάθεσης, και αυτής, ότι τελικώς ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε το γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης και στις 6-12-2005 δήλωσε εξόφληση, 2) Μ ε τις παραδοχές, ότι ο αναιρεσείων, εξακολουθούσε να είναι υπερήμερος οφειλέτης μέχρι την 30-9-2005, λόγω της μη προσήκουσας καταβολής του χρέους του προς τον αναιρεσίβλητο και ότι ο τελευταίος "είχε δικαίωμα να ζητήσει να του καταβάλει ο αναιρεσείων μέχρι την 30.9.2005 τα ποσά των α) {32.592,42 € για κεφάλαιο + 1.320 € για δικαστική δαπάνη + (148,22 πλέον 20% υπέρ ΟΓΑ=), 177,86 € για τέλη απογράφου + 250 € για τα δικαιώματα και αμοιβή δικηγόρου =} 34.340,28 € + β) 7.411 € για τόκους υπερημερίας χρονικής περιόδου από 12.6.03 έως 20.9.2003 + γ) 94,08 € για τους τόκους 10 ημερών των άνω πλην των τόκων ποσών, δηλαδή συνολικά 41.845,36 €, έναντι τούτου δε ο αναιρεσείων είχε καταβάλει 41.723 €" (στο οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει και το ποσό των 308 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου αχρεωστήτως επετάσσετο να καταβάλει ως τόκο υπερημερίας με την πρώτη από 20-9-2005 επιταγή προς εκτέλεση, και με την επισήμανση ότι την ανωτέρω παραδοχή τόσο του οφειλομένου στις 30-9-2005, όσο και του καταβληθέντος ποσού δεν αμφισβητεί ούτε πλήττει με αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων), είναι επαρκώς αιτιολογημένο και χωρίς κάποια αντίφαση το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, με βάση το οποίο απέρριψε την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε αχρεωστήτως κανένα ποσό επιπλέον των οφειλομένων.

Η προηγούμενη, εξάλλου παραδοχή του Εφετείου, την οποία και μονό επιλέγει να προβάλλει ο αναιρεσείων, ότι με την από 20-9-2005 επιταγή προς συμμόρφωση ο αναιρεσίβλητος συμπεριέλαβε τόκους 7.811 ευρώ, ενώ, ορθά υπολογιζόμενοι αυτοί ανέρχονταν σε 7.411 ευρώ, δεν αντιφάσκει με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, εφόσον η διαφορά αυτή των τόκων που υπήρχε στις 20-9-2005 υπερκαλύφθηκε στις 30-9-2005, που εξακολουθούσε να είναι υπερήμερος και να οφείλει τόκους και 3)οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, λόγω της μακροχρόνιας αντιδικίας των διαδίκων και των ιδιαίτερα οξυμμένων σχέσεων αυτών, ο μεν αναιρεσίβλητος ενέμενε να αξιώνει τη διαφορά, που άλλωστε δικαιούνταν, ο δε αναιρεσείων άσκησε την από 10-10-2005 ανακοπή, εκτός του ότι δεν αντιφάσκει με αυτή, ότι τη μικρή διαφορά που υπολειπόταν για την πλήρη εξόφληση τελικώς ο αναιρεσίβλητος δεν αναζήτησε από τον αναιρεσείοντα ως καταχρηστική, αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του προαναφερθέντος σαφούς αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αντίστοιχοι λόγοι για πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ,δεύτερος και έκτος είναι αβάσιμοι και ο έβδομος προεχόντως απαράδεκτος. Η περιλαμβανόμενη στον έκτο λόγο επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, ως προς την διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας εφόσον ο αναιρεσείων, δεν εξειδικεύει το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, ούτε αναφέρει ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλάβει στο αποδεικτικό του πόρισμα και σε τι συνίσταται η γενικώς και αορίστως επικαλούμενη αντίφαση.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 87/2013).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1207/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ.8 άλλως 19 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα, διότι:

α)έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα ότι το ποσό των 308 ευρώ, ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε παράνομα για έξοδα και δικηγορική αμοιβή κατά την επίδοση του πρώτου εκτελεστού απογράφου, ενώ δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και συγκεκριμένα ότι το ποσό αυτό, που απαίτησε ο αναιρεσίβλητος αφορούσε αποκλειστικά σε τόκους υπερημερίας και β)άλλως, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και παρεβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 422 και 423 ΑΚ.

Ο ανωτέρω, υπό στοιχείο α, λόγος, είναι αβάσιμος, εφόσον, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασης, από τις οποίες και μόνο κρίνεται η βασιμότητα ή μη αυτού και όχι από το αναφερόμενο στην απόφαση ιστορικό της αγωγή (όπως εσφαλμένα εκλαμβάνει ο αναιρεσείων), προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη ότι το ποσό των 308 ευρώ, αφορούσε σε έξοδα και δικηγορική αμοιβή, αλλά έλαβε υπόψη ότι αφορούσε σε τόκους υπερημερίας, μη οφειλόμενους, κατά τον αναιρεσείοντα, ισχυρισμό που απέρριψε, με την παραδοχή ότι συνυπολογιζομένου και αυτού του ποσού, τελικώς ο αναιρεσείων λόγω της συνεχιζόμενης υπερημερίας του εξακολουθούσε να οφείλει στον αναιρεσίβλητο.

Ο ίδιος, υπό στοιχείο β λόγος, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού ο αναιρεσείων δεν εκθέτει που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Έγγραφο δε, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ (ΑΠ 2061/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. (κατ' εκτίμηση) 11β, 8, άλλως 19, άλλως 20 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, αντίστοιχα:

α)θεώρησε εσφαλμένα ότι ομολογούσε το ύψος του επιτασσόμενου από τον αναιρεσίβλητο προς καταβολή ποσού όσον αφορά ειδικότερα τον τόκο υπερημερίας με την επιδοθείσα σ'αυτόν στις 21-9-2005 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το εκτελεστό απόγραφο της επίμαχης απόφασης, β)κατ' επέκταση, δεν έλαβε υπόψη την ουσιώδη άρνηση με την αγωγή του επιτασσόμενου αχρεωστήτως ποσού των 308 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μη οφειλόμενο τόκο υπερημερίας, γ)άλλως, η ανωτέρω εσφαλμένως συναχθείσα ομολογία, έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή της περί αποστολής από τον αναιρεσείοντα της από 29-9-2005 προσφοράς-δήλωσής του προς τον αναιρεσίβλητο, δ)άλλως, παρεμόρφωσε το ανωτέρω έγγραφο με το οποίο αμφισβήτησε το ύψος του ποσού που επιτάχθηκε από τον αναιρεσίβλητο να του καταβάλει.

Ο άνω υπό στοιχείο α λόγος, είναι αβάσιμος και στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο θεώρησε ότι ο αναιρεσείων συνομολόγησε το ύψος του επιτασσόμενου από τον αναιρεσείοντα να καταβάλει ποσό του τόκου υπερημερίας. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας δεν εξέλαβε συνομολογηθέν το ύψος του ποσού των τόκων υπερημερίας, ενώ η αναφορά στην απόφαση ότι "δεν αμφισβητήθηκε ως προς το ύψος ,παρά μόνο ως προς την υποχρέωση του να το καταβάλει ως κατωτέρω εκτίθεται",αναφέρεται στο μη αμφισβητούμενο πράγματι από τον αναιρεσείοντα ποσό του κεφαλαίου της απόφασης, ενώ για τα υπόλοιπα, όπως το τέλος απογράφου, ποσό υπέρ ΟΓΑ, αναφέρεται ότι υφίστατο αμφισβήτηση από τον τελευταίο για το μείζον, ήτοι την υποχρέωση του να τα καταβάλει, όπως και ο ίδιος δεν αρνείται.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος υπό στοιχεία β, γ και δ, είναι αβάσιμος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση και έλαβε υπόψη την αμφισβήτηση από τον αναιρεσείοντα του επιτασσόμενου να καταβάλει ποσού των τόκων υπερημερίας και δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των προαναφερθεισών παραδοχών της και ορθά ανέγνωσε την από 29-9-2005 εξώδικη προσφορά-δήλωση του αναιρεσείοντος, την οποίας το περιεχόμενο (που ταυτίζεται με αυτό που ισχυρίζεται ο τελευταίος) περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση της.

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ. για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ104/2014).

Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ'επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ.8,10 και 11 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι δεχόμενο ότι "ο αναιρεσείων εξέδωσε την .../19-9-2005 τραπεζική επιταγή, εις διαταγή αυτού του ιδίου την οποία προσέφερε στον αναιρεσίβλητο" δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι επρόκειτο περί τραπεζικής επιταγής με την έννοια ότι εκδότης της ήταν η τράπεζα, άλλως, χωρίς απόδειξη και χωρίς να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, δέχθηκε ότι την επιταγή την είχε εκδόσει ο ίδιος.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής, αφού η έκδοση της επιταγής από τον αναιρεσείοντα ή την τράπεζα δεν ασκεί έννομη επιρροή στη φύση της ως οργάνου και όχι μέσου πληρωμής, κατά τα ήδη προαναφερθέντα. Σε κάθε περίπτωση, κατά το μέρος που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 και 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, αφενός μεν, έλαβε υπόψη αυτό ακριβώς που ο αναιρεσείων εξέθετε στην από 28-12-2010 αγωγή του, περί προσφοράς δηλαδή "της συνημμένης στην από 19-9-2005 εξώδικης δήλωσης του τραπεζικής επιταγής", (ήτοι επιταγής που φέρει τα στοιχεία του νόμου 5960/1933), αφετέρου δε, κατέληξε στο προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκόμισε ι.

Κατά το μέρος εξάλλου που επιχειρείται θεμελίωση του αναιρετικού λόγου στο άρθρο 559αριθμ.11ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων που καίτοι νόμιμα είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και (λόγω της έκβασης της δίκης) το σωρευόμενο σ'αυτή αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.:

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: α) την από 12 Ιανουαρίου 2017 αίτηση και τους από 10 Νοεμβρίου 2017 πρόσθετους αυτής λόγους του Ε. Κ. για αναίρεση της 715/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και β) την σωρευόμενη στην αίτηση αναίρεσης, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ