326/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 326 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated326/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 326 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 326 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμό 326/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γερογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2006 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 207/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 358/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 16-5-2009 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1789/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Εκδόθηκε η 264/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-12-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 10-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερου, και τρίτου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος του και τέταρτου λόγων αναίρεσης, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 264/2013 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (άρθρα 18 και 20 του Ν. 2882/2001).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 8/1999). Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ) όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρ. 9 του Ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη ιδίως και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1409/2011, ΑΠ 877/07). Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 421/ 2015). Και τούτο διότι η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (Ολ.ΑΠ 714/1978). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Περαιτέρω από το άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 130/2010, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, το οποίο καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο του αναιρεσείοντος και τα επικείμενα σ’ αυτό κτίσματα ίση με την προσωρινά καθορισθείσα τιμή μονάδος αποζημίωσης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, το οποίο προέβη στον καθορισμό αποζημίωσης συλλήβην για τις περίπου 75 απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες, διαχωρίζοντας αυτές μόνο σε δύο κατηγορίες με κριτήριο την απόστασή τους από τη θάλασσα (ευρισκόμενες σε απόσταση από τη θάλασσα πάνω από 800 μέτρα ή ευρισκόμενες σε απόσταση 500-800 μέτρα απ’ αυτή), παραλείποντας επομένως η προσβαλλόμενη να συνυπολογίσει την ιδιαίτερη και πρόσθετη αξία της οικοπεδικής έκτασής του, η οποία διέφερε από όλες τις λοιπές απαλλοτριωθείσες εκτάσεις, διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, και ειδικότερα αναφορικά με την πραγματική αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετ’ αναίρεση συζήτησης της ένδικης αίτησης καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος και της επικείμενης σ’ αυτό οικοδομής, αφού: α) καθόσον αφορά στον πρώτο λόγο, δεν προκύπτει σαφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση αν εκτίμησε την οικοπεδική αξία του ακινήτου του ως άρτιου και οικοδομήσιμου και επί πλέον δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο κατά τη διαρρεύσασα οκταετία από τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης μέχρι τον ως άνω κρίσιμο χρόνο καθορισμού της αποζημίωσης από το Εφετείο δεν επήλθε αύξηση της αξίας των επικείμενων της ιδιοκτησίας του, β) καθόσον αφορά στο δεύτερο λόγο, απέφυγε να ασχοληθεί η προσβαλλόμενη απόφαση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του (αρτιότητα οικοπέδου, μεγάλη πρόσοψη αυτού, μη εξάντληση του συντελεστή δόμησης), τα οποία αποτελούν αναγκαία στοιχεία για τον ορθό καθορισμό της αξίας της και της ανάλογης αποζημίωσής του, ούτε παραθέτει με σαφήνεια τα προκύψαντα κατά τα κρίση του πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε για το ύψος της κατά το Σύνταγμα οφειλόμενης σ’ αυτόν πλήρους αποζημίωσης, γ) καθόσον αφορά στον τρίτο λόγο, δεν μνημονεύει ειδικώς ποιά αποδεικτικά στοιχεία έλαβε υπόψη και αξιολόγησε "για να καταλήξει στην παράδοξη και ανεδαφική παραδοχή του, ότι στη ραγδαία αναπτυσσόμενη περιοχή της Σκιάθου, όπου τα απαλλοτριούμενα, οι τιμές των ακινήτων και των επικειμένων τους καθηλώθηκαν στα ίδια ακριβώς επίπεδα επί οκτώ συνεχή χρόνια" και δ) καθόσον αφορά στον τέταρτο λόγο, θεώρησε ως απρόσφορο με ανεπαρκείς αιτιολογίες το προσκομισθέν από τον αναιρεσείοντα συγκριτικό στοιχείο και συγκεκριμένα την υπ’ αριθμ. 598/1988 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που αναφερόταν σε καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε στην ίδια ακριβώς περιοχή 26 χρόνια, πριν από τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, και η οποία όρισε ως οριστική τιμή μονάδος το ποσό των 13 ευρώ ανά τ.μ., δηλαδή τιμή υψηλότερη αυτής που καθόρισε το ίδιο Δικαστήριο για την ίδια έκταση, μετά από 26 χρόνια, με το επιχείρημα ότι "η τιμή αυτή κρίθηκε ασύμφορη (από το Δημόσιο εννοείται) και μη ανταποκρινόμενη στις κρατούσες στην περιοχή συνθήκες".
Οι τρίτος και τέταρτος από τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, καθόσον μεν αφορά στον τρίτο λόγο, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθόσον δε αφορά στον τέταρτο λόγο, η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, επίσης, και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1409/2011, ΑΠ 877/ 07 και 754/05).
Περαιτέρω, καθόσον αφορά τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τους δύο πρώτους από τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 2-6-2006 (αριθμός εκθ. καταθ. 652/5-6-2006) αίτησης του ήδη αναιρεσείοντος, μόνο ως προς το αίτημά της που αφορά τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του με στοιχεία (...) και τα επικείμενα σ’ αυτό κτίσματα, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 1789/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή της από 16.5.09 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος αναιρέθηκε εν μέρει ως προς τον αιτούντα και μόνο ως προς το κεφάλαιό της που αφορά το ως άνω αίτημα η υπ’ αριθμ. 358/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2700/13.11. 2002 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, που δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθ. 1181/31.12.2002 ΦΕΚ (τ. Δ’ ), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου της επέκτασης του δαπέδου στάθμευσης των αεροσκαφών του αεροδρομίου Σκιάθου εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 83.574 τ.μ. μετά των συστατικών της, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της νήσου Σκιάθου του Νομού Μαγνησίας και απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα από Ιουλίου 2002 και με αριθμούς σχεδίου ... κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Β. Μ. και έχει θεωρήσει ο διευθυντής του ΥΠΜΕ - Υ.Π.Α. της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών (Δ7) στις 2.9.2002. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες της Γ.Γ.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της νήσου Σκιάθου του Νομού Μαγνησίας πλησίον της πόλης της Σκιάθου. Δεν είναι ενταγμένη στο σχέδιο πόλεως και δεν εμφανίζει οικιστική και τουριστική ανάπτυξη, καθόσον έχει το μεγάλο μειονέκτημα της γειτνίασης με το αεροδρόμιο του νησιού και της εκ τούτου έντονης ηχορύπανσης. Πάντως, η περιοχή εξυπηρετείται από δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις έχουν κυρίως αγροτικό χαρακτήρα, χωρίς όμως σοβαρή αγροτική ανάπτυξη και μόνο δευτερευόντως μικρή οικοπεδική αξία, βρίσκονται δε σε επαφή με το υπάρχον αεροδρόμιο εκτεινόμενες παράλληλα προς τον αεροδιάδρομο και απέχουν από τη θάλασσα 500-1000 μέτρα. Στην περιοχή αυτή εμφανίζεται αραιή δόμηση, καθώς έχουν ανεγερθεί λίγες κατοικίες μέτριας έως καλής κατασκευής καθώς και ορισμένες αποθήκες, ενώ δεν λειτουργούν επιχειρήσεις παρά μόνο στο υπ’ αριθ. … ακίνητο υφίσταται και λειτουργεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος προς εξυπηρέτηση των επιβατών του αεροδρομίου. Επί των απαλλοτριωμένων ακινήτων υπάρχουν κυρίως ελαιοπερίβολα και άλλες δενδροκαλλιέργειες, όπως επίσης και μονοετείς καλλιέργειες, ορισμένα δε από τα ακίνητα αυτά αρδεύονται. Το επίδικο ακίνητο με αριθμό ... είναι ελαιοπερίβολο εμβαδού 4.601,50 τ.μ, αρδευόμενο, γόνιμο, με πρόσωπο σε αγροτική οδό, που απέχει 850 μέτρα περίπου από τη θάλασσα. Όπως προαναφέρθηκε, ο προορισμός του είναι κυρίως η αγροτική καλλιέργεια και μάλιστα ως ελαιώνας, πλην όμως έχει και μικρή οικοπεδική αξία καθόσον είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Δυνάμει οικοδομικής αδείας του 1987 ανεγέρθηκε και υπάρχει εντός αυτού μία μονοκατοικία καλής κατασκευής εμβαδού 61,50 τ.μ. Η κατοικία αυτή είναι κατασκευασμένη από οπλισμένο σκυρόδεμα, έχει κεραμοσκεπή, πετρόκτιστη βεράντα με δάπεδο από πλάκες Καρύστου και ξύλινα κουφώματα. Επίσης, υπάρχει μία αποθήκη από τσιμεντόλιθους εμβαδού 10 τ.μ., περίφραξη με σενάζ, μήκους 59,80 μ., πλάτους 0.30 μ. και ύψους 0,20 μ., μάνδρα από τσιμεντόλιθους μήκους 17,50 μ., μάνδρα από πέτρα μήκους 38,80 μ., μία ράμπα από οπλισμένο σκυρόδεμα 41,10 τ.μ., πλακόστρωτη με πέτρα Καρύστου εμβαδού 51,30 τ.μ., μία δεξαμενή από οπλισμένο σκυρόδεμα όγκου 30 κ.μ. και ένας απορροφητικός πετρόκτιστος βόθρος όγκου 15 κ.μ. Στην περιοχή ισχύει το αντικειμενικό σύστημα καθορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων. Σύμφωνα με την από 10.11. 2004 έκθεση προεκτίμησης της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Μαγνησίας, η αντικειμενική αξία της απαλλοτριούμενης έκτασης του καλούντος προσδιορίστηκε σε 3.68 ευρώ/τ.μ. για το έδαφος, σε 351,12 ευρώ/τ.μ. για την κατοικία και σε 59,62 ευρώ/τ.μ. για την αποθήκη. Ήδη δε από το 2008 οι αντικειμενικές τιμές έχουν αναπροσαρμοστεί σε 6.30/τ.μ., 414 ευρώ/τ.μ. και 82,80 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα. Εξάλλου, η ίδια ως άνω επιτροπή εκτίμησε την αξία των λοιπών κτισμάτων ως ακολούθως: α. για τη μάνδρα από τσιμεντόλιθους 25 ευρώ/μέτρο, β. για τη μάνδρα από πέτρα 20 ευρώ/μέτρο, γ. για τη ράμπα 10 ευρώ/τ.μ. Με την υπ’ αριθ. 207/ 2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα (ελαιοπερίβολα) και τα κτίσματα, που περιλαμβάνονται στην απαλλοτριούμενη έκταση και υπάγονται στην ίδια κατηγορία με το επίδικο ως ακολούθως: α. για τις εδαφικές εκτάσεις (ελαιοπερίβολα αρδευόμενα) με απόσταση από τη θάλασσα πάνω από 800 μ. με πρόσωπο σε αγροτική ή ιδιωτική οδό ή κοινόχρηστο χώρο 9 ευρώ ανά τ.μ., β. για τη μονοκατοικία 900 ευρώ ανά τ.μ., γ. για την αποθήκη 160 ευρώ ανά τ.μ., δ. για την μάνδρα με τσιμεντόλιθους 30 ευρώ ανά μέτρο, ε. για τη ράμπα 15 ευρώ ανά τ.μ. Εξάλλου με την υπ’ αριθ. 358/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που αναιρέθηκε εν μέρει ως προς τον αιτούντα, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το επίδικο ακίνητο και τα επ’ αυτού επικείμενα στο ίδιο ύψος με την ως άνω υπ’ αριθ. 207/2005 απόφαση και επιπλέον ορίσθηκε η τιμή μονάδος για το σενάζ σε 15 ευρώ ανά μέτρο, για τη δεξαμενή νερού σε 100 ευρώ ανά τ.μ. και για το βόθρο σε 50 ευρώ ανά κ.μ. Σύμφωνα με το καθ’ ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, οι ως άνω αντικειμενικές τιμές ταυτίζονται με τις αγοραίες αξίες. Αντιθέτως, ο αιτών υποστηρίζει ότι η αξία του επίδικου ακινήτου και των επ’ αυτού κτισμάτων ανέρχεται σε πολύ μεγαλύτερο ύψος και ειδικότερα για το έδαφος σε 116,55 ευρώ/τ.μ., για την οικία σε 2.000 ευρώ/τ.μ. και για την αποθήκη σε 300 ευρώ/τ.μ. Ο μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου, Δ. Ε., τοπογράφος μηχανικός, κατά τη διαδικασία για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ’ αριθ. 358/ 2008 απόφαση, καταθέτοντας στις 21.1.2007 προσδιόρισε την αγοραία αξία των ακινήτων της απαλλοτρίωσης στα επίπεδα των ποσών, που ορίσθηκαν με την ως άνω έκθεση προεκτίμησης, τη δε αξία των κτισμάτων αυξημένες κατά ποσοστό 20% έως 30%. Ο μάρτυρας των αντιδίκων του Ελληνικού Δημοσίου Α. Μ., πολιτικός μηχανικός, προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων σε 80-100 ευρώ/τ.μ. χωρίς όμως να αναφέρεται ειδικότερα σε κάποια μεταβίβαση. Πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία για την αγοραία αξία των ακινήτων της περιοχής δεν προσκομίζονται από τους διαδίκους. Συγκεκριμένα από τον αιτούντα προσκομίζεται α. η υπ’ αριθμ. 598/1988 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που με κρίσιμο χρόνο τη 1.10.1987 όρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης 4.500 δρχ, ήτοι 13 ευρώ ανά τ.μ. για την απαλλοτρίωση εκτάσεως 24.150 τ.μ. προς επέκταση του περιβάλλοντος χώρου του αεροδρομίου Σκιάθου, όμως η απαλλοτρίωση αυτή δε υλοποιήθηκε διότι κρίθηκε ασύμφορη η ορισθείσα τιμή και μη ανταποκρινόμενη στις τότε κρατούσες συνθήκες της περιοχής, β. η υπ’ αριθμ. 460/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που αφορά στην ίδια απαλλοτρίωση, για την οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας, γ. η υπ’ αριθμ. 24/1986 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σε 5.500 δρχ. και 6.500 δρχ./τ.μ για απαλλοτριωθείσα έκταση εμβαδού 3.050 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... και είναι παραθαλάσσια με μεγάλη τουριστική ανάπτυξη. Ενόψει όλων των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την τελευταία τριετία λόγω της προφανούς οικονομικής κρίσης, η αξία εν γένει των ακινήτων έχει υποστεί δραματική μείωση, ως αποτέλεσμα του εξαιρετικά μειωμένου αγοραστικού ενδιαφέροντος, η δε αξία των ακινήτων στην περιοχή του ως άνω απαλλοτριωμένου έχει πλέον προσεγγίσει την αντικειμενική τους αξία, κρίνεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (22.3.2013) της ενώπιον του δικαστηρίου αυτού συζήτησης, αφού από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, (βλ. ΑΠ 524/2010, ΑΠ 721/2009, ΑΠ 1054/2008 ΝΟΜΟΣ ότι κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της μετ’ αναίρεσης συζήτησης ενώπιον του Εφετείου), η πραγματική αξία του επίδικου ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή του λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο και τα επ’ αυτού κτίσματα με άλλα ισάξια, πρέπει να καθορισθεί στα ακόλουθα ποσά: α. για το έδαφος σε 9 ευρώ ανά τ.μ., β. για τη μονοκατοικία σε 900 ευρώ ανά τ.μ., γ. για την αποθήκη σε 160 ευρώ ανά τ.μ., δ. για τη μάνδρα από τσιμεντόλιθους σε 30 ευρώ ανά μέτρο, ε. για τη ράμπα σε 15 ευρώ ανά τ.μ., στ. για τη περίφραξη με σενάζ σε 15 ευρώ ανά μέτρο, ζ. για τη δεξαμενή νερού σε 100 ευρώ ανά κ.μ., η. για το βόθρο σε 50 ευρώ ανά κ.μ., θ. για τη μάνδρα από πέτρα σε 24 ευρώ ανά μέτρο, ι. για την πλακόστρωση Καρύστου σε 20 ευρώ ανά τ.μ. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να καθορισθεί η οριστική αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος και των επ’ αυτού κτισμάτων στις ανωτέρω τιμές. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχτηκε εν μέρει την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και καθόρισε την οριστική αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του και τα επικείμενα σ’ αυτό κτίσματα, ως ακολούθως: α) για το έδαφος σε 9 ευρώ ανά τ.μ., β) για τη μονοκατοικία σε 900 ευρώ ανά τ,μ., γ) για την αποθήκη σε 160 ευρώ ανά τ.μ., δ) για τη μάνδρα από τσιμεντόλιθους σε 30 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, ε) για τη ράμπα σε 15 ευρώ ανά τ.μ., στ) για την περίφραξη με σενάζ σε 15 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, ζ) για τη δεξαμενή νερού σε 100 ευρώ ανά κ.μ., η) για το βόθρο σε 50 ευρώ ανα κ.μ., θ) για τη μάνδρα από πέτρα σε 24 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, ι) για την πλακόστρωση Καρύστου σε 20 ευρώ ανά τ.μ.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα παραπάνω ζητήματα και δεν εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους καθόρισε την κατά τον κρίσιμο χρόνο αποζημίωση για το έδαφος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος στο αναφερόμενο σ’ αυτήν παραπάνω ποσό, αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων αφού έλαβε υπόψη τη θέση του απαλλοτριούμενου ακινήτου στην κτηματική περιφέρεια της νήσου Σκιάθου του Νομού Μαγνησίας, πλησίον της πόλης Σκιάθου, σε περιοχή αγροτικού χαρακτήρα, όπου υπάρχουν κυρίως ελαιοπερίβολα, η οποία δεν είναι ενταγμένη στο σχέδιο πόλεως, εμφανίζει αραιή δόμηση, καθώς έχουν ανεγερθεί λίγες κατοικίες μέτριας έως καλής κατασκευής καθώς και ορισμένες αποθήκες, ενώ δεν λειτουργούν επιχειρήσεις παρά μόνο στο υπ’ αριθμ. ... ακίνητο, όπου υφίσταται και λειτουργεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος προς εξυπηρέτηση των επιβατών του αεροδρομίου και δεν παρουσιάζει οικιστική και τουριστική ανάπτυξη, καθόσον έχει το μειονέκτημα της γειτνίασης με το αεροδρόμιο του νησιού και της εκ τούτου έντονης ηχορύπανσης, την εξυπηρέτηση της περιοχής του ακινήτου από δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, την απόστασή του από τη θάλασσα (850 περίπου μέτρα), τη φύση του ακινήτου του αναιρεσείοντος, ως αγροτικού (ελαιοπερίβολου), αρδευόμενου και γόνιμου, με πρόσωπο σε αγροτική οδό, την υφιστάμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά προορισμό χρήση του ως άνω ακινήτου που συνίστατο κυρίως στην αγροτική καλλιέργεια ως ελαιώνα και δευτερευόντως στην ανοικοδόμηση, λόγω της πολεοδομικής του κατάστασης ως άρτιου και οικοδομήσιμου αγροτεμαχίου, η οποία προσδίδει σ’ αυτό οικοπεδική αξία, την οποία (οικοπεδική αξία) χαρακτηρίζει ως μικρή, καθώς σύμφωνα με τις προηγούμενες παραδοχές του η περιοχή των απαλλοτριούμενων εκτάσεων δεν εμφανίζει οικιστική και τουριστική ανάπτυξη λόγω της γειτνίασης με το αεροδρόμιο του νησιού με το οποίο βρίσκεται σε επαφή, εκτεινόμενη παράλληλα προς τον αεροδιάδρομο και της εκ τούτου έντονης ηχορύπανσης, την κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού αξία του εδάφους, της κατοικίας και της αποθήκης, του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος, και τις υφιστάμενες, κατά τον κρίσιμο χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και ειδικότερα την ενσκήψασα μετά τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης (το έτος 2005) κατά την τελευταία τριετία, δηλ. από το έτος 2010, και υφιστάμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού αυτής (22-3-2013) πρωτοφανή οικονομική κρίση, που είχε ως αποτέλεσμα λόγω της προκληθείσας απ’ αυτή δραματικής μείωσης της αξίας εν γένει των ακινήτων εξ αιτίας του εξαιρετικά μειωμένου αγοραστικού ενδιαφέροντος "η αξία των ακινήτων στην περιοχή του ως άνω απαλλοτριωμένου, (να) έχει πλέον προσεγγίσει την αντικειμενική τους αξία", δικαιολογώντας έτσι το λόγο, για τον οποίο, παρά την πάροδο οκταετίας από τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης, και παρά την οποιαδήποτε μεσολαβήσασα από τότε και μέχρι την έναρξη της οικονομικής κρίσης αυξημένη ζήτηση για αγορά ακινήτων σε νησιά τουριστικού ενδιαφέροντος, όπως η νήσος Σκιάθο, οι τιμές των ακινήτων, και των επικειμένων τους, στην περιοχή του απαλλοτριωμένου, όχι μόνο δεν ήταν αυξημένες σε σχέση με το χρόνο προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, αλλά, αντιθέτως είχαν μειωθεί. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε αποκλειστικά την αίτηση του αναιρεσείοντος για καθορισμό τιμής μονάδος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του και των επικειμένων σ’ αυτό κτισμάτων, λαμβάνοντας υπόψη και αξιολογώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ακινήτου, μεταξύ των οποίων και η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητά του και η ανέγερση σ’ αυτό κατόπιν νόμιμης άδειας της προαναφερόμενης οικοδομής, και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για καθορισμό συλλήβην τιμής μονάδος για τις περίπου 75 απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες της συνολικώς απαλλοτριωθείσας έκτασης, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες του ακινήτου του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους δύο πρώτους λόγους της αίτησης, δεν πάσχει δε, λόγω ανεπάρκειας, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, επειδή δεν γίνεται αναφορά σ’ αυτή στη μη εξάντληση του συντελεστή δόμησης στο ακίνητό του, μετά την κατόπιν νόμιμης άδειας ανέγερση της υφιστάμενης σ’ αυτό οικοδομής, εφόσον ο αναιρεσείων, δεν αναφέρει στην ένδικη αίτησή του, τους λόγους, για τους οποίους δεν εξαντλήθηκε ο συντελεστής δόμησης και ειδικότερα ποιούς από τους ισχύοντες όρους δόμησης στην περιοχή των απαλλοτριωθέντων πληρούσε το απαλλοτριωθέν ακίνητό του, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο αυτό. Επίσης, καθόσον αφορά στις προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αιτιάσεις για ασαφή και ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή το Εφετείο καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα επικείμενα στο απαλλοτριωθέν ακίνητο του αναιρεσείοντος κτίσματα ίση με την προσωρινά καθορισθείσα, χωρίς να αιτιολογεί γιατί στη διαρρεύσασα οκταετία από τον καθορισμό της προσωρινής τιμής αποζημίωσης δεν επήλθε αύξηση της αξίας των επικειμένων της ιδιοκτησίας του, οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, γιατί οι φερόμενες ως ελλείψεις ανάγονται στην αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την πραγματική αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο των επικειμένων στο απαλλοτριωθέν ακίνητο του αναιρεσείοντος κτισμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται κατ’ είδος, υλικά κατασκευής, εμβαδόν, όγκο ή τετρ. μέτρο κατά περίπτωση στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς δεν δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
II. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β’ του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να καθορίσει τιμή μονάδος αποζημίωσης ίση με την προσωρινά καθορισθείσα τιμή μονάδας αποζημίωσης, στην οποία προέβη το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου συλλήβδην για τις περίπου 75 απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες, διαχωρίζοντας αυτές μόνο στις προαναφερόμενες δύο κατηγορίες, παραλείποντας να συνυπολογίσει την ιδιαίτερη και πρόσθετη αξία του ακινήτου του (αναιρεσείοντος) ως οικοπεδικής έκτασης, διαφέρουσας από τις λοιπές απαλλοτριωθείσες εκτάσεις, αφού ήταν η μόνη που συνιστούσε άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν απ’ αυτό δεκτά, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα οποία: α) "ένα άρτιο εκτός σχεδίου και συνεπώς οικοδομήσιμο ακίνητο, έχει μεγαλύτερη αξία από ένα μη άρτιο, αφού η δυνατότητα ανέγερσης νομίμου κατοικίας επ’ αυτού του προσδίδει χαρακτήρα οικοπέδου, ενώ η μη αρτιότητά του διατηρεί τον χαρακτήρα του ως οικοδομήσιμου αγροκτήματος", β) "η ύπαρξη νομίμως ανεγερθείσας οικοδομής επί αρτίου οικοπέδου, υπερέχει κατ’ αξία παράνομης και μη νομιμοποιούμενης οικοδομής" και γ) "η εξάντληση ή μη του συντελεστή δόμησης σε απαλλοτριωμένο ακίνητο αποτελεί πρόσθετο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής αποζημίωσης, αφού η δυνατότητα νόμιμης ανέγερσης επί πλέον κτισμάτων στο απαλλοτριωμένο επαυξάνει την αξία του". Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ως παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου, ή την υπαγωγή σ’ αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την πραγματική αξία του ως άνω ακινήτου, η οποία (εκτίμηση) καθ’ εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό συλλήβην τιμής μονάδος για τις περίπου 75 απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες της συνολικά απαλλοτριωθείσας έκτασης.
Μετά απ’ αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-12-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 264/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ