326/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated326/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ` αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Full text
Απόφαση 326 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 326/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκούβα.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2006 μη οριστική και 163/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 217/2011 μη οριστική και 332/2014 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 2-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθ. 45/2014 αιτήσεως αναιρέσεως της 332/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου χωρίς να είναι απαραίτητη η βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου αφού αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρίας ή παραμόρφωσης, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ` όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ` αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ` ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. και ΑΠ 670/2006, ΑΠ 1645/2066). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1520/2010).
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες, Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεδικασμένο με λόγο έφεσης ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης, δηλαδή, να έχει προβληθεί ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου έγινε κατά παράβαση νόμου.
Ο σχετικός ισχυρισμός για το δεδικασμένο δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και τούτο, διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημόσιας τάξης, αφού οι διατάξεις που το καθιέρωσαν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 16 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. διότι, κατά παράβαση του δεδικασμένου που απορρέει της 390/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, και είχε νόμιμα προταθεί ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης, δέχθηκε, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά που απορρίφθηκε τελεσίδικα το αίτημά του για αποζημίωση λόγω αναπηρίας (931 ΑΚ) ότι δικαιούται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη της χρονικής περιόδου 2003 - 2007.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ελλείψει ταυτότητας δικαιώματος μεταξύ εκείνου που κρίθηκε με την 390/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και του πληττόμενου με την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να παράγεται δεδικασμένο και εμποδίζεται η έρευνα του νεώτερου, επί του οποίου έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι, του δικαιώματος αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών, ενώ, ο αναιρεσίβλητος, ως ζημιωθείς έχει δικαίωμα να ασκήσει και μεμονωμένα τα άνω εκ του άρθ. 931 και 928, 929 ΑΚ ερειδόμενα δικαιώματά του, όπως, άλλωστε, έπραξε, με την άσκηση δύο ξεχωριστών αγωγών.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 άρθ. 559 ΑΚ διότι διέλαβε πράγματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης χωρίς να έχουν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι δέχθηκε, παρά το γεγονός ότι δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο, ότι "...οι επίδικες αξιώσεις οι οποίες βασίζονται στις διατάξεις των άρθ. 297, 298 και 914 ΑΚ αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο από τον χρόνο που αφορούσε η προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος κατά τον οποίο η επίδικη αδικοπραξία εξακολούθησε να έχει επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες δεν προβλέφθηκαν κατά την άσκηση της προγενέστερης αγωγής και συναρτώνται με ιστορικές περιστάσεις που είναι μεταβλητές από την φύση τους...".
Τα ανωτέρω, όμως, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσης υπόθεσης δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή και οι επ' αυτής παραδοχές της πληττομένης απόφασης, αφορούν την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων που, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε ο αναιρεσίβλητος, αν δεν συνέβαινε το ατύχημα και όχι αποζημίωση για μεταγενέστερες βλάβες που δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν κατά τον χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής, ώστε, η συγκεκριμένη παραδοχή, ως πράγμα, να ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο τρίτος λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 10 άρθ. 559 Κ.ΠολΔ διότι για την διαμόρφωση της δικανικής της κρίσης περί ύπαρξης διαφυγόντων κερδών εξαιτίας του ατυχήματος αρκέστηκε σε πιθανολόγηση και όχι πλήρη απόδειξη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, για να στοιχειοθετηθεί η εκ του άνω αριθμού πλημμέλεια πρέπει για τα δεκτά γενόμενα πράγματα να μη έχει προταθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή το δικαστήριο να μη εκθέτει στην απόφασή του από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά στοιχεία, δηλαδή, τα οποία δεν προβάλλονται με τον άνω λόγο.
Σε κάθε περίπτωση από τις διατάξεις των άρθρων 298 εδ. β' και 929 του ΑΚ προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος, όπως είναι και η αποζημίωση για τη στέρηση στο μέλλον των προσδοκωμένων εισοδημάτων, αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ` ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων, χωρίς να εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας.
Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα, συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση.
Συνεπώς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1306/2003).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ` αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ως προς το ύψος των διαφυγόντων κερδών του αναιρεσιβλήτου, διέλαβε τα εξής: "...Από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω ως προς την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, αποδεικνύεται αναμφίβολα, (σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου τούτου), ότι στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, ήτοι από 01-06-2003 έως 31-12-2007, ο ενάγων δεν βρισκόταν σε άριστη κατάσταση υγείας, αλλά, εξαιτίας της σωματικής κάκωσης που είχε υποστεί στη διάρκεια του επίδικου τροχαίου ατυχήματος εμφάνιζε μεγάλη δυσχέρεια της κίνησης, (κατά την κάμψη, την έκταση και τις στροφές των αρθρώσεων) και μυϊκή αδυναμία αμφοτέρων των άνω άκρων.
Οι βλάβες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την αδυναμία του ενάγοντος να εξασκήσει επαγγέλματα που απαιτούν πλήρεις σωματικές δυνάμεις, όπως είναι τα επαγγέλματα του εργατοτεχνίτη, του αγρότη και άλλα παρόμοια. Παρόλα αυτά στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν πιθανολογήθηκε βάσιμα ότι από 01.06.2003 και μετέπειτα, εφόσον δεν θα είχε μεσολαβήσει το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ο ενάγων θα ασκούσε συνεχώς χειρωνακτικά επαγγέλματα, όπως είναι τα επαγγέλματα του εργατοτεχνίτη, του αγρότη και άλλα παρόμοια, ως κύριο επάγγελμά του.
Αντίθετα, πιθανολογείται ότι επί ένα τουλάχιστον έτος μετά την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, δηλαδή έως 01.06.2004, ο ενάγων Θα συνέχιζε τις σπουδές του στο 3ο Τεχνικό Λύκειο Νέας Ιωνίας και, συνεπώς, δεν θα είχε την ευχέρεια να ασκήσει χειρωνακτικές εργασίες προς βιοπορισμό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το ζήτημα αυτό, δεν έσφαλε.
Στη συνέχεια, ήτοι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο 3ο Τεχνικό Λύκειο Νέας Ιωνίας, και επί εννιά περίπου μήνες, ήτοι από 01.06.2004 έως 27.02.2005, οπότε θα συμπλήρωνε το 18ο έτος της ηλικίας του, πιθανολογείται ότι ο ενάγων θα ασχολούνταν περιστασιακά με την άσκηση χειρωνακτικών εργασιών, οι οποίες δεν προϋποθέτουν εξειδίκευση και εμπειρία, προκειμένου να εξασφαλίζει ορισμένα χρήματα, αναγκαία για την απόκτηση βιοτικών αγαθών και για τη συμμετοχή του σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
Στη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος (των εννιά μηνών) πιθανολογείται ότι ο ενάγων θα πραγματοποιούσε 70 ημέρες εργασίες ως ανειδίκευτος εργάτης και θα αποκόμιζε εισόδημα 1.400 ευρώ, (ήτοι: 70 ημέρες εργασίας χ 20€ ημερησίως). Μετά τις 27.02.2005, οπότε θα συμπλήρωνε το 18ο έτος της ηλικίας του, και μέχρι το τέλος του έτους αυτού (31.12.2005), πιθανολογείται ότι ο ενάγων δεν θα είχε την ευχέρεια να ασκήσει χειρωνακτικές εργασίες προς βιοπορισμό, διότι θα κατατασσόταν στον Ελληνικό Στρατό για να εκπληρώσει τη στρατιωτική θητεία του, ώστε να μπορέσει κατόπιν να ασχοληθεί απερίσπαστος με την εξεύρεση μόνιμης βιοποριστικής εργασίας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το ζήτημα αυτό, δεν έσφαλε. Από 01.012006 έως 31.12.2007 πιθανολογείται ότι ο ενάγων θα ασχολούνταν περιστασιακά με την άσκηση χειρωνακτικών εργασιών, οι οποίες δεν προϋποθέτουν εξειδίκευση και εμπειρία, προκειμένου να εξασφαλίζει ορισμένα χρήματα, αναγκαία γιο την απόκτηση βιοτικών αγαθών και για τη συμμετοχή του σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
Στη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος (των είκοσι τεσσάρων μηνών) πιθανολογείται ότι ο ενάγων θα πραγματοποιούσε 90 ημέρες εργασίες ετησίως ως ανειδίκευτος εργάτης και θα αποκόμιζε εισόδημα 1.800 ευρώ ετησίως, (ήτοι: 90 ημέρες εργασίας χ 20€ ημερησίως), και, συνολικά, εισόδημα 3.600 ευρώ, (ήτοι: 90 + 90 = 180 ημέρες εργασίας χ 20€ ημερησίως).
Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του ενάγοντος ως προς τις ημέρες εργασίας που θα πραγματοποιούσε ετησίως και ως προς το χρηματικό ποσό που θα αποκόμιζε ημερησίως ως αποδοχές εργασίας, αξιολογούνται ως αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Συνεπώς, πιθανολογείται ότι, αν δεν είχε μεσολαβήσει το επίδικο τροχαίο ατύχημα και ο επακόλουθος τραυματισμός του, στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, ήτοι από 01.06.2003 έως 31.12. 2007, ο ενάγων θα πραγματοποιούσε, περιστασιακά, ορισμένες ημέρες εργασίας και θα αποκόμιζε αποδοχές εργασίας, συνολικού ποσού 5.000 ευρώ, (ήτοι: 1.400 + 3.600€). Εξαιτίας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του επακόλουθου τραυματισμού του ο ενάγων κατέστη αδύναμος να εξασκήσει επαγγέλματα που απαιτούν πλήρεις σωματικές δυνάμεις, όπως είναι τα επαγγέλματα του εργατοτεχνίτη, του αγρότη και άλλα παρόμοια, γεγονός που είχε ως συνέπεια να απολέσει το ανωτέρω εισόδημα εργασίας.
Συνεπώς, δικαιούται να αξιώσει και να λάβει από τους αντιδίκους του, κατά το μέρος της ευθύνης τους ως προς την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και του επακόλουθου τραυματισμού του ανάλογη αποζημίωση προς αποκατάσταση της ανωτέρω αποθετικής ζημίας του. Το ποσό αυτής της αποζημίωσης ανέρχεται στο ποσό των 3.500 ευρώ, (ήτοι 5.000 ευρώ χ 70%), το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό ποσοστό υπαιτιότητας των 1ου και 3ου εναγόντων ως προς την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και του επακόλουθου τραυματισμού του ενάγοντος...".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε κατά πιθανολόγηση αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330, ίδιου Κώδικα που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων και ειδικότερα ως προς την επιδίκαση των διαφυγόντων κερδών χωρίς να απαιτούνται πρόσθετες αιτιολογίες για την συνήθη πορεία των πραγμάτων, τις ειδικές περιστάσεις ή τα προπαρασκευαστικά μέτρα με βάση τα οποία πιθανολογήθηκαν τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον τέταρτο εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ο οποίος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2014 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 45/2014 αίτηση αναιρέσεως της 332/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία επί των αυτοκινήτων.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ