Supreme Court dismisses appeal against final judgment ordering municipality to pay damages for invalid contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the City of Chalkidona's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The municipality argued the court failed to apply specific public accounting laws and ignored arguments regarding the legality of the service fees. The court rejected these claims, ruling that the appeal was procedurally inadmissible for failing to cite specific legal errors and that the lower court correctly applied the law regarding the invalidity of the contract.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific legal errors under Article 559, and failure to do so renders it inadmissible, while the court reviews only the cited grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 325 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 325/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΟΣ", που εδρεύει στα Κουφάλια του Ν. Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σιαπέρα. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Δ. Α. Α. Ε. Κ. Β. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "H. W. R. S.", που εδρεύει στον Δ. Φ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δεμερούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8146/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, 2272/2019 μη οριστική και 1640/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 29-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1640/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου-Ο.Τ.Α. κατά της υπ' αριθ.8146/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία το ποσό των 61.500 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω της ακυρότητας της καταρτισθείσας (προφορικά) μεταξύ τους σύμβασης.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν υποχρεούται στην καταβολή του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. παραβόλου για την άσκησή της (άρθρο 276 παρ.1 εδ.β'Ν.3463/2006) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 9-11-2015 αγωγή της με την οποία εξέθεσε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Α. Ε. Κ. Β.. Ε.. Δ. Α. Κ. Α. Υ." συνήψε με τον εναγόμενο Ο.Τ.Α.
και ήδη αναιρεσείοντα σύμβαση μίσθωσης 6 απορριμματοφόρων με οδηγό για το διάστημα από 2.5.2012 μέχρι 25.6.2012 με συγκεκριμένο πρόγραμμα αποκομιδής σκουπιδιών στις δημοτικές του ενότητες. Ότι στη συνέχεια ο εναγόμενος ζήτησε από την ως άνω εταιρεία την ανεύρεση 2 εργατών για κάθε απορριμματοφόρο και συνολικά 12 εργατών, αίτημα που δεν περιλαμβανόταν στην παραπάνω συμφωνία.
Ότι η ανωτέρω εταιρεία διέθεσε στον εναγόμενο το ως άνω προσωπικό, αντί συνολικού ποσού 61.500 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε προφορικά να καταβάλει ο εναγόμενος μέχρι την 25.8.2012. Ότι η ως άνω εταιρεία εκπλήρωσε την υποχρέωση της, πλην όμως ο εναγόμενος, ενώ κατέβαλε το μίσθωμα για τα απορριμματοφόρα, δεν κατέβαλε το ποσό για τους εργάτες, όπως είχε συμφωνηθεί, παρά τις οχλήσεις αρχικά της άνω εταιρείας και στη συνέχεια της ενάγουσας, στην οποία εισφέρθηκε ο κλάδος παροχής υπηρεσιών στο δημόσιο, ο οποίος αποσχίστηκε από την ως άνω εταιρεία.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ο.Τ.Α. να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 61.500 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (αφού εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο) με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω του ότι η προφορικά συναφθείσα σύμβαση ήταν άκυρη, συνεπεία μη τήρησης του απαιτούμενου από το νόμο έγγραφου τύπου, νομιμότοκα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.8146/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων - εναγόμενος άσκησε έφεση, επί της οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα, από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (Ολ.Α.Π.18/1998).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ` αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 τουΚΠολΔ (Oλ.Α.Π.1573/1981, Α.Π.14/2022, Α.Π.1321/2015, A.Π.119/2014, Α.Π.2015/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ.
α` ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (Α.Π.1254/2017, Α.Π.338/2016, Α.Π.342/2015).
Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ.Α.Π.218/1977, Α.Π.1330/2021, Α.Π.160/2018, Α.Π. 1254/2017, Α.Π.1537/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) με την αγωγή της ζήτησε να επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενη την ακυρότητα της επίδικης σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της εισφέρουσας εταιρίας και του εναγόμενου (και ήδη αναιρεσείοντος), εξειδικεύοντας και σε τι συνίσταται η ακυρότητα, αναφέρει δε σ' αυτήν ακολούθως την προφορική κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μεταξύ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και του εναγομένου Δήμου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο αυτού, τον χρόνο κατάρτισης αυτής, το αντικείμενό της, τις παρασχεθείσες από την δικαιοπάροχό της κατ' είδος υπηρεσίες - εργασίες, τον τόπο παροχής των υπηρεσιών, την αξία των παρασχεθεισών εργασιών συνολικά και τον αναλογούντα ΦΠΑ, το χρόνο καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής και παράδοσης του έργου και την ανεπιφύλακτη παραλαβή αυτού από τον εναγόμενο Ο.Τ.Α., ενώ δεν ήταν δε αναγκαίο...
ν' αναφέρεται με ποια διαδικασία έλαβε χώρα η επίδικη σύμβαση, πότε ο δήμος ενημέρωσε για έλλειψη προσωπικού, πού ακριβώς και πότε συνήφθη η σύμβαση, ποιος εκπροσωπούσε το δήμο στη σύμβαση κι αν είχε αντιπροσωπευτική εξουσία, λαμβανομένου υπόψη ότι η απαίτησή της θεμελιώνεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Σημειωτέον ότι η αναφορά επιπλέον στοιχείων, με βάση τα οποία η αποδοτέα ωφέλεια του εναγομένου υπολογίζεται στο αιτούμενο συνολικό ποσό των 61.500 ευρώ, όπως αβασίμως αιτιάται το εναγόμενο ν.π., (ενν: :δεν είναι αναγκαία) καθόσον, το ποσό αυτό συνίσταται... στη χρηματική αποτίμηση των εκ μέρους της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας παρασχεθεισών υπηρεσιών και στη δαπάνη που εξοικονόμησε το εναγόμενο ν.π., στην οποία θα υποβαλλόταν, αν με έγκυρη σύμβαση ανέθετε την εκτέλεση του αυτού έργου ή εργασίας σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες, το ύψος της οποίας προσδιορίστηκε στο ποσό των 61.500,00 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, η δε σύνδεση και συσχέτιση του συγκεκριμένου ποσού με την αποδοτέα ωφέλεια, αποτελεί θέμα μόνον απόδειξης και όχι στοιχείο της αγωγής.
Επομένως, εκτίθενται σαφώς στην ένδικη αγωγή όλα τα γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια ... και η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε ως ορισμένη αυτήν δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει αυτήν απαράδεκτη και δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν τα άρθρα 904 επόμ.
του ΑΚ, στα οποία στηρίζεται αυτή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος περί νομικής αοριστίας της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 του Α.Κ., τον οποίο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, αφού, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) είναι νομικά βάσιμη.
Τούτο διότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της την προφορική κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, μεταξύ της δικαιοπαρόχου της εταιρείας και του αναιρεσείοντος - εναγομένου Δήμου, νομίμως εκπροσωπουμένου από το Δήμαρχο αυτού, το χρόνο κατάρτισης αυτής, το αντικείμενό της, τις παρασχεθείσες από η δικαιοπάροχό της υπηρεσίες - εργασίες, τον τόπο παροχής των υπηρεσιών, την αξία των παρασχεθεισών εργασιών, το χρόνο καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση και αποδοχή των υπηρεσιών αυτών εκ μέρους του εναγομένου, ως και την ακυρότητα της επίδικης σύμβαση και σε τι συνίσταται η ακυρότητα αυτή, επί πλέον δε, ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή και τα εξής:
α) η περιουσιακή μετακίνηση (ωφέλεια) του εναγομένου από την περιουσία της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, β) η συγκεκριμένη αιτία της μετακίνησης αυτής και το ελάττωμα (ακυρότητα) αυτής που καθιστά αδικαιολόγητο τον πλουτισμό και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως. Ενώ, δεν είναι αναγκαίο, για τη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εκτίθενται σ' αυτή άλλα περαιτέρω στοιχεία, όπως ο αναιρεσείων αιτιάται.
Περιέχει συνεπώς η αγωγή όλα τα κατά νόμο ικανά και αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας, η προστασία του οποίου ζητείται, που εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, δεν εμποδίζεται δε η αποτελεσματική άμυνα του εναγομένου ούτε ο δικαστικός έλεγχος περί του αν πληρούται το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τους προβληθέντας, με το εφετήριο καθώς και με τις προτάσεις του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμούς του, περί νομικής αοριστίας της αγωγής, τους οποίους και απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους, δεχόμενο ότι αρκούν για τη νομική βασιμότητα της αγωγής τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι δεν εφάρμοσε ορθά τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 του Α.Κ. και ότι δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του, είναι αβάσιμος Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 455, 457, 460 και 462 ΑΚ, συνάγεται ότι ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη.
H μεταβίβαση της απαίτησης από τον παλιό (εκχωρητή) στο νέο δανειστή (εκδοχέα) γίνεται με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τους (άρθρα 185, 361 ΑΚ), καθόσον δεν αρκεί μονομερής δήλωση του εκχωρητή για να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό. Η εκχώρηση είναι σύμβαση διάθεσης (εκποιητική),αφού άμεσο αποτέλεσμά της είναι όχι η ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρέωσης από τον εκχωρητή, αλλά η απώλεια της απαίτησης γι' αυτόν υπέρ του εκδοχέα.
Ακόμη, η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης και άτυπη, συνέπεια δε του αναιτιώδους χαρακτήρα της σύμβασης εκχώρησης είναι ότι δεν απαιτείται τήρηση τύπου και όταν η αποτελούσα την αιτία της εκχώρησης βασική σύμβαση είναι τυπική δικαιοπραξία (Α.Π.1431/2022, Α.Π.1597/2017 Α.Π.826/2001). Προϋποθέσεις της εκχώρησης είναι:
α) η ύπαρξη απαίτησης, β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα για την εκχώρηση της απαίτησης και γ) αναγγελία. Για να είναι έγκυρη η σύμβαση εκχώρησης πρέπει η απαίτηση να είναι ορισμένη, δηλαδή να προσδιορίζεται κατά τρόπο ορισμένο ή τουλάχιστον οριστό, δηλαδή να μπορεί να προσδιοριστεί από το όλο περιεχόμενο της σύμβασης, κατά την κρίση μέσου συνετού ανθρώπου (Α.Π.311/2011) Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.
Με αναγγελία ισοδυναμεί και η από τον εκχωρηθέντα οφειλέτη αναγνώριση ή αποδοχή της εκχωρήσεως, όπως και η επίδοση της αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εκχωρηθείσης απαιτήσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται ρητώς στο δικόγραφο της αγωγής (βλ. Α.Π.826/2001, Α.Π.1216/1995). Μετά την αναγγελία της εκχώρησης, αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη με τον εκχωρητή και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης, δικαιούμενος να εισπράξει και να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη αυτής από τον οφειλέτη (Α.Π.1109/2020, Α.Π.224/2018, Α.Π.1093/2017).
Ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο στον εκδοχέα, ως αποκλειστικό δικαιούχο και όχι στον εκχωρητή (Α.Π.1093/2017, Α.Π.114/2008).Εξάλλου, με το άρθρο 53 του ν.δ.496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" ορίζεται: "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π.
ως τρίτου, το κατασχετήριο ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το αρμόδιον δια την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριο κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο υπάγεται φορολογικώς ο καθ` ου η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν δια την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2.
Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρισις, δια την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατυπώσεις, είναι άκυρος", ενώ με το άρθρο 56 του ιδίου ν.δ/τος ορίζεται: "1. Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα και β) τα κοινωφελή ιδρύματα και αι κοινωφελείς περιουσίαι, τα διεπόμενα υπό του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων "περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι στους δήμους δεν έχει εφαρμογή η προβλεπόμενη από τη πρώτη διάταξη ρύθμιση, αφού ρητά εξαιρέθηκαν από αυτή οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η δε η επιβαλλόμενη με ποινή ακυρότητας από τη διάταξη του άρθρου 97 ν.δ.321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού" κοινοποίηση της αναγγελίας στις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή αρχές (αρμόδιο για τη πληρωμή Δημόσιο Ταμείο ή χρηματική διαχείριση και αρμόδια για την αναγνώριση της δαπάνης αρχή), επί εκχωρήσεως προς τρίτους χρηματικής απαιτήσεως οφειλομένης από το Δημόσιο δεν αποτελεί προνομία, ούτε ειδική προστατευτική διάταξη, έτσι ώστε να μη έχει αναλογική εφαρμογή ούτε η διάταξη αυτή επί εκχωρήσεως απαιτήσεως που οφείλεται από Δήμο με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ.31/1968 που ορίζει ότι "αι υπό των Αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενοι εις το Δημόσιον ειδικαί προστατευτικοί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον αι τυχόν υφιστάμενοι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεροι ή ευνοϊκότεροι των επί του δημοσίου ισχυουσών" (Σ.τ.Ε.648/2023, Α.Π.1059/2012).Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ.1 ε' του ν.2166/1993 "κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις" και τίτλο "Μετασχηματισμοί Επιχειρήσεων" ορίζεται η δυνατότητα εισφοράς από λειτουργούσα επιχείρηση ενός ή περισσότερων κλάδων ή τμημάτων της σε λειτουργούσα ή νεοϊδρυόμενη εταιρεία.
Η απόσπαση ή απόσχιση κλάδου πολυκλαδικής επιχείρησης και η εισφορά του σε λειτουργούσα εταιρεία διαφέρει ουσιωδώς από τη διάσπαση με απορρόφηση ή σύσταση νέας ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 81 επ. ν. 2190/1920, δεδομένου ότι η τελευταία έχει ως αποτέλεσμα ότι η διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς εκκαθάριση, η δε περιουσία της ως σύνολο ενεργητικού και παθητικού μεταβιβάζεται με καθολική διαδοχή σε άλλη ανώνυμη εταιρεία (Α.Π.568/2005).
Αντιθέτως στην απόσχιση, η ανώνυμη εταιρεία από την οποία γίνεται η απόσχιση του κλάδου δεν λύεται, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει, η δε μεταβίβαση του κλάδου αυτού χωρεί σύμφωνα με τους κανόνες της ειδικής διαδοχής, με τις διατάξεις της εκχώρησης. Η ειδική διαδοχή επιβάλλεται από το ότι στην απόσχιση κλάδου δεν πρόκειται για μεταβίβαση περιουσίας ως συνόλου (ενεργητικό και παθητικό), αλλά για μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού μόνον (Σ.τ.Ε.1310/2013, ΑΠ 1807/2014, Α.Π.736/2002, Α.Π.1154/1998, Χρυσάνθης, στο Περράκης, Το δίκαιο ανώνυμης εταιρείας, τ.8, Μετασχηματισμοί ανώνυμων εταιρειών σ. 34 δημ.14).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α. Α. Ε. και Β. Ε. Δ. Α. και Α. Υ." ασχολούμενη με την ανάληψη εργολαβιών αποκομιδής απορριμμάτων, κατήρτισε, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, με τον εναγόμενο(και ήδη αναιρεσείοντα) Δήμο την 7764/02-05-2012 σύμβαση μίσθωσης έξι (6) απορριμματοφόρων οχημάτων συμπεριλαμβανομένου και του οδηγού, συγκεκριμένων προδιαγραφών, για το χρονικό διάστημα από 02-05-2012 έως 25-06-2012.
Αντικείμενο του έργου ήταν η αποκομιδή και μεταφορά των αστικών απορριμμάτων από όλες τις δημοτικές ενότητες Χ., Α. Α. και Κ. του εναγόμενου δήμου στο ΧΥΤΑ Μαυροράχης Ν. Θεσσαλονίκης. Κατά το άνω χρονικό διάστημα, συμφωνήθηκε ότι η ανάδοχος θα πραγματοποιούσε συγκεκριμένο αριθμό δρομολογίων (δηλαδή δύο φορές την εβδομάδα από τις κοινότητες Χ., Α., Β., Ν..
Μ., Π. και Ε. της δημοτικής ενότητας Χ., δύο φορές την εβδομάδα από τις κοινότητες Α. Α., Γ., Β., Ξ., Ν. Μεσημβρίας και Αγχιάλου της δημοτικής ενότητας Α. Α., τρεις φορές την εβδομάδα από την κοινότητα Κ. και δύο φορές την εβδομάδα από τις κοινότητες την κοινότητα του Π. που αποτελείται από το Π., τον Κ. και τον Α. της δημοτικής ενότητας Κ..) και θα ελάμβανε ως αντάλλαγμα το ποσό των 570 ευρώ ανά όχημα για 8ωρη απασχόληση, πλέον ΦΠΑ 23%, δηλαδή συνολικά 151.620,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% 34.872.60 ευρώ, δηλαδή συνολικά 186.492,60 ευρώ.
Στη συνέχεια, ο εναγόμενος, μη διαθέτοντας το κατάλληλο προσωπικό, δηλαδή πληρώματα αποτελούμενα από δημοτικούς υπαλλήλους καθαριότητας, μόνιμους ή εποχιακούς, που θα επάνδρωναν τα έξι απορριμματοφόρα για την αποκομιδή των οικιακών απορριμμάτων από τις δημοτικές ενότητες του δήμου, από λόγους που αφορούσαν τον ίδιο, ζήτησε προφορικά από την ανάδοχο εταιρία την ανεύρεση δύο εργατών ανά απορριμματοφόρο και συνολικά δώδεκα 12 εργατών για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Η άνω εταιρία συμφώνησε κι έτσι συνήφθη προφορική σύμβαση έργου. Αυτή ήταν άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος για τη κατάρτιση της έγγραφος τύπος... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω εταιρία ανηύρε το απαιτούμενο προσωπικό, το οποίο ήταν έμπειρο για την ταχεία εκτέλεση των εργασιών, με την απεύθυνσή της σε άλλες εταιρίες και συγκεκριμένα από την εταιρία "A.
W. R. S." για το μήνα Μάιο του έτους 2012 και από την εταιρία "T. R. S." για το μήνα Ιούνιο του έτους 2012, και πράγματι το διέθεσε προς τον εναγόμενο. Το αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε να καταβάλει ο εναγόμενος δήμος στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α. Α. Ε. και Β. Ε. Δ. Α. και Α. Υ." ήταν κατ' αποκοπή το ποσό των 50.000 ευρώ δηλαδή περίπου 4.167 ευρώ ανά εργαζόμενο, πλέον ΦΠΑ 23%, δηλαδή συνολικά 61.500 ευρώ....
Ως προς το σημείο αυτό ο εναγόμενος δήμος ισχυρίστηκε ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα δεν συμφωνήθηκε σε συγκεκριμένο ποσό αλλά ότι αυτό θ' αντιστοιχούσε στους μικτούς μισθούς δώδεκα ανειδίκευτων εργατών, τους οποίους προσδιόρισε στο συνολικό ποσό των 16.773,12 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός που συνιστά άρνηση του αγωγικού κονδυλίου...
κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το άνω ποσό των 50.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ συμφωνήθηκε να το καταβάλει δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση του έργου. Αυτό συνέβη την 25-06-2012, πλην όμως ο εναγόμενος, αν και παρέλαβε ανεπιφύλακτα το προσηκόντως εκτελεσθέν έργο, κατέβαλε το αντάλλαγμα από την μίσθωση των έξι απορριμματοφόρων οχημάτων και δεν έπραξε το ίδιο και για τη μίσθωση των 12 εργαζομένων που απασχολήθηκαν στην εκτέλεση του έργου.
Με την ενέργεια του αυτή, μη καταβάλλοντος δηλαδή το παραπάνω ποσό που συμφωνήθηκε ως αμοιβή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Α. Α. Ε. και Β. Ε. Δ. Α. και ανακυκλούμενων Υ." για το ανωτέρω έργο, έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της, κατά το ποσό αυτό, το οποίο θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλον εκτελούσε το έργο αυτό αν ήταν έγκυρη η εν λόγω σύμβαση, λαμβανομένου υπόψη ότι οι εργάτες που απασχολήθηκαν είχαν επαγγελματική εμπειρία για την ορθή και ταχεία εκτέλεση τέτοιων εργασιών (πληρώματα απορριμματοφόρων) και συνεπώς υποχρεούται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ να αποδώσει τον πλουτισμό αυτό στην αρχική δικαιούχο της απαίτησης σε βάρος της οποίας έγινε πλουσιότερος. Συνακόλουθα, ο εκκαλών οφείλει να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε από την εν λόγω άκυρη σύμβαση που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του αντίστοιχου εκτελεσθέντος έργου, δηλαδή στο ποσό των 61.500 €...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα(και ήδη αναιρεσίβλητη) με την από 30-10-2014 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας αποφάσισε την αύξηση του κεφαλαίου της από 459.000 ευρώ κατά 1.999.941,00 ευρώ που καλύφθηκε α) κατά 1.999.938,95 ευρώ με την εισφορά της καθαρής αξίας του εισφερόμενου κλάδου "Παροχής Υπηρεσιών στο Δημόσιο" από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.
Α. Α. Ε. και Β. Ε. Δ. Α. και Α. Υ." και β) κατά 2,05 ευρώ με την καταβολή μετρητών... Η άνω εισφορά της καθαρής αξίας του εισφερόμενου κλάδου "Παροχής Υπηρεσιών στο Δημόσιο" από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α. Α. Ε. και Β. Ε. Δ. Α. και Α. Υ." πραγματοποιήθηκε με την .../20-11-2014 σύμβαση απόσχισης της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Σ.. Μεταξύ των απαιτήσεων που εισφέρθηκαν με εκχώρηση στην ενάγουσα που κατέστη ειδική διάδοχος αυτών... αποδεικνύεται ότι ήταν και η επίδικη αξίωση. Άλλωστε την άνω εκχώρηση δεν την αμφισβητεί ειδικά ο εναγόμενος. Με βάση τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατέστη εκδοχέας της επίδικης αξίωσης την οποία ανήγγειλε νόμιμα στον εναγόμενο δήμο με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.
Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε την ενάγουσα ως δικαιούχο της αξίωσης, συνεπεία καθολικής διαδοχής λόγω απορρόφησης, και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστική βάσιμη ορθώς έκρινε κατ' αποτέλεσμα με εσφαλμένη αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ. Κατόπιν των παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 61.500,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτόμενων των όσων αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, α) η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα κατέστη δικαιούχος της ένδικης απαίτησης συνεπεία ειδικής διαδοχής με μεταβίβαση (εκχώρηση) της αξίωσης από την εισφέρουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.
Α. Α. Ε. και Β. Ε. Δ. Α. και Α. Υ.", λόγω απόσχισης του κλάδου "Παροχής Υπηρεσιών στο Δημόσιο" που εισφέρθηκε στην αποκτώσα -ενάγουσα εταιρεία, β) η αναγγελία της εκχώρησης, η οποία είναι απαραίτητη, προκειμένου η εκδοχέας - ενάγουσα να ασκήσει κατά του οφειλέτη - εναγόμενου τα δικαιώματα που πηγάζουν από την εκχώρηση και να αξιώσει την καταβολή της απαίτησης που της εκχωρήθηκε, δεν ήταν αναγκαίο, εν προκειμένω, να υποβληθεί σε πανηγυρικό τύπο και έλαβε χώρα με την επίδοση της αγωγής, δοθέντος ότι στον αναιρεσείοντα - εναγόμενο Ο.Τ.Α.
δεν εφαρμόζεται η διαδικασία της αναγγελίας που ισχύει για τη χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, ήτοι τα άρθρα 53 του ν.δ.496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και 97 ν.δ.321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", τα οποία ορθά δεν εφάρμοσε. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 455 επ.
του Α.Κ., είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι δεν ήταν δυνατό να συμφωνήσει ο εναγόμενος Δήμος σε ένα τόσο υπέρογκο ποσό αμοιβής της ενάγουσας, καθώς δεν επρόκειτο για αμοιβή για κάποια ιδιωτική εργασία, αλλά για παρεχόμενες υπηρεσίες στο Δήμο για τις οποίες τα καταβαλλόμενα κονδύλια πρέπει να είναι σύννομα.
Ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την έννοια που αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, αλλά είναι αρνητικός ισχυρισμός, που συνέχεται με την ιστορική βάση της αγωγής, προβληθείς από τον αναιρεσείοντα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για την άρνηση από αυτόν της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να ορισθούν όμως μειωμένα κατ' άρθρο 281 Ν.3463/2006, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
Σημειωτέον ότι, για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη δίκη το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν 3693/1957, που επίσης προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29/11/2021 αίτηση του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΟΣ" για αναίρεση της υπ` αριθ. 1640/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων(1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ