Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding equal pay for civil aviation pilots.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a labor court ruling that established equal pay for former military pilots now working in the Civil Aviation Service. The plaintiffs argued that excluding them from the Eurocontrol allowance violated constitutional equality principles, while the State contended the lower court failed to sufficiently justify the specific conditions of their employment. The court rejected the appeal because the grounds for review were vague and did not clearly identify specific legal violations in the original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeal grounds must be precise and specific to allow for the review of substantive law violations, and vague or selective citations render the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 325 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 325/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2)Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., 3)Σ. Β. του Κ., κατοίκου ..., 4)Η. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 5)Γ. Γ. του Α., κατοίκου ... 6)Ι. Γ. του Π., κατοίκου ..., 7) Π. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 8) Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ... 9) Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 10) Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 11) Θ. Λ. του Ε., κατοίκου ... 12) Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 13)Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 14)Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 15)Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 16)Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 17)Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 18)Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 19)Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., και 20)Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ερνέστο - Δημήτριο Τσακαλία, Μαρία Γεωργιτσοπούλου και Κωνσταντίνο Μπάκα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 412/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1806/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 27/2/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27-2-2020 και με αριθ. κατάθεσης 2083/213/28-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1806/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20-3-2015 έφεση του αναιρεσείοντος -εναγομένου κατά της υπ' αριθ. 412/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την τελευταία απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-2013 αγωγή των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων. Με την αγωγή τους οι τελευταίοι εξέθεσαν ότι ήταν υπάλληλοι της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, στην οποία μεταφέρθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις με την ειδικότητα του χειριστή αεροσκαφών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3717/2018, ως πρώην υπάλληλοι της εταιρείας Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ και ζήτησαν τη νομιμότοκη καταβολή του μη καταβληθέντος σ' αυτούς επιδόματος των άρθρων 34 & 34α του ν. 2682/1999 (Ευρωπαϊκό επίδομα EUROCONTROL) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2011 έως 30-4-2013 ευθέως εκ του νόμου, άλλως με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 § 1 & 22 § 1 Σ.).
Το Εφετείο αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κράτησε και δίκασε την αγωγή και έκανε αυτή, κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία, ως προς την επικουρική της βάση, αποδεχόμενο και την περί παραγραφής ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3 & 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΟλομΑΠ 28/1998). Επίσης για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρη και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, για πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 34 και 34α ν. 2682/1999 έκρινε ότι "η καταβολή των προαναφερόμενων παροχών (επίδομα Eurocontrol) σε όλους τους υπαλλήλους της ΥΠΑ που απασχολούνται υπό διάφορες συνθήκες από κλάδο σε κλάδο και κατά ειδικότητες, αλλά και στους λοιπούς κλάδους, ανεξαρτήτου ειδικότητας, όπως αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 34 § 3δ' του ν. 2682/1999, η οποία (ειδικότητα) λαμβάνεται υπόψη μόνο για τον καθορισμό τον ύψους των ένδικων παροχών, προσδίδει σε αυτές το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων της ΥΠΑ" και ότι "κριτήριο για την καταβολή των ενδίκων παροχών στους χειριστές αεροσκαφών της ΥΠΑ δεν ήταν η εκτέλεση, αμιγώς πτητικού έργου αλλά αυτό καταβαλλόταν με μόνη την κατάταξη του προσωπικού στον ανωτέρω κλάδο, ανεξάρτητα από την κατάληψη οργανικής ή προσωποπαγούς θέσης".
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με πλημμελή αιτιολογία δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη ότι κατά ένα μέρος σε ορισμένους από τους αναιρεσίβλητους ανατέθηκαν διοικητικά καθήκοντα, αν και σύμφωνα με τις διατάξεις διορισμού τους, στους αναιρεσίβλητους ανατέθηκαν αμιγώς διοικητικά καθήκοντα και για κανέναν δεν προβλεπόταν η άσκηση πτητικών καθηκόντων.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, εκ των αριθμών 10 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν δικαιολογείται η κρίση της εκκαλουμένης ότι "και πριν τη μεταφορά των αναιρεσιβλήτων στην ΥΠΑ απασχολείτο προσωπικό με την ίδια ειδικότητα (του χειριστή αεροσκαφών) ασκώντας συναφή διοικητικά καθήκοντα και όχι απαραίτητα πτητικό έργο".
Με το τέταρτο λόγο αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 34 και 34α ν. 2682/1999, του άρθρου 7 § 5 ν. 3717/2008, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 § 1 του ν. 3783/2009 και του τελευταίου εδαφ. του άρθρου 26 ν. 3913/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το δίκασαν Δικαστήριο έκρινε ότι ο "προσδιορισμός του ποσοστού των ενδίκων παροχών σε καθεμία από τις ανωτέρω κατηγορίες με βάση τις κατειλημμένες οργανικές θέσεις προς το σύνολο τον οργανικών θέσεων των κλάδων αποτελεί τη βάση του αριθμητικού υπολογισμού και δεν εισάγει διάκριση μεταξύ των οργανικών και προσωποπαγών θέσεων, την οποία διάκριση αν ήθελε ο νομοθέτης θα την όριζε ρητά".
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 § 1 και 22 § 1 εδ. β' του Συντάγματος, του άρθρου 7 § 5 ν. 3717/2008, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 § 1 του ν. 3783/2009, του άρθρου 26 ν. 3913/2011 και των άρθρων 34 και 34α ν. 2682/1999, έκρινε ότι "η εξαίρεση των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι κατά το χρονικό διάστημα από 4.4.2011 έως 22.11.2013, οπότε τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, ανήκαν, στο προσωπικό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από τις ένδικες παροχές (επίδομα Eurocontrol) χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 22 § 1 εδ β' του Συντάγματος.
Για την αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστούν και για τους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους), σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, οι διατάξεις που ισχύουν για την κατηγορία των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική αυτή ρύθμιση". Άλλως, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολόγησε ανεπαρκώς το πλέον ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης, ήτοι τα προσόντα, το περιεχόμενο και την έκταση των καθηκόντων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι αναιρεσίβλητοι, σε σχέση με τα προσόντα, τα καθήκοντα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι προϋπάρχοντες ιπτάμενοι χειριστές της ΥΠΑ.
Και τέλος, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, εκ των αριθμών 1, 10, 14 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο συνήγαγε αναιτιολόγητα, χωρίς να προκύπτει από ποια στοιχεία, το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων. Με το περιεχόμενο αυτό, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση ερειδόμενοι στους αριθμούς 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού, αν και η αγωγή κρίθηκε στην ουσία, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης, στην απόφαση, παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένη κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2020 και με αριθ. κατάθεσης 2083/213/28-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1806/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ