Supreme Court dismisses appeal against municipal land expropriation decision due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding land expropriation. The municipality argued the lower court erred in finding the land public property, but the court rejected this as mere judicial evaluation. Consequently, the appeal was rejected and the municipality was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1a) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged substantive law violations is inadmissible if the contested decision rests on the court's evaluation of facts and evidence rather than a clear legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 325 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 325/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Καλαμαριάς" που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βατάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων- καθ' ων η κλήση : 1) Κ. Π. του Π., 2) Σ. Π. του Κ. και Μ., 3) Π. Π. του Κ. και Μ., 4) Σ. Π., συζ. Ε. Δ., 5) Μ. χήρας Σ. Π., το γένος Ν. και Σ. Π., 6) Σ. Π. του Σ. και Μ., 7) Π. Π. του Σ. και Μ., 8) Σ. Ν. του Χ., 9) Ε. Π., συζ. Ι. Χ., κατοίκων απάντων ..., 10) Ι. Ν. του Χ., κατοίκου … . Ο 1ος και η 9η αναιρεσίβλητοι - καθών η κλήση δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φίλανδρο, που ανακάλεσε την από 15-10-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο ίδιος ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος - καθ' ου απεβίωσε την 24-6-2016 και οι κληρονόμοι αυτού, 5η και 6η των αναιρεσιβλήτων-καθ' ου, συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Ακόμη δήλωσε ότι η 9η αναιρεσίβλητη - καθής απεβίωσε την 26-6-2019 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής 2η, 3η, 4η, 6η και 7ος των αναιρεσιβλήτων - καθών, καθώς και η Α. χήρα Χ. Ν., το γένος Π., κάτοικος …. , που άπαντες εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7256/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον - καλών με την από 30-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή ανέγνωσε την από 3-5-2019 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει, νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα στην ανάλυση στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθενται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Επίσης, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο, ούτε και η μη αναφορά και ο προσδιορισμός καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, καθώς και η αξιολόγηση του καθενός από αυτά, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αναίρεσης από τους αρ. 1α και 19 του άνω άρθρου είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα αυτό, να πλήττουν την περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη (561¶1 ΚΠολΔ), κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 589/20).
ΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 63/2014, απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: Δυνάμει του με αριθμό …/….-3-1943 τίτλου κυριότητας (οριστικού παραχωρητηρίου) της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με α/α με … των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, παραχωρήθηκε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, στον πρόσφυγα Β.
Η. για στεγαστική του αποκατάσταση, μία κατοικία, αποτελούμενη εκ δύο δωματίων, μαγειρείου, αποχωρητηρίου και λοιπών χρειωδών χώρων δομήσεως, μετά του αναλογούντος σ' αυτή οικοπέδου και προαυλίου, εκτάσεως 770,60 τ.μ., αντί συνολικού τιμήματος 70.000 δραχμώνf το οποίο στη συνέχεια εξοφλήθηκε, που βρίσκεται στο Δήμο Καλαμαριάς μεταξύ των οδών ..., πεζόδρομου προέκτασης οδού ..., ...
και .... Το εν λόγω οικόπεδο κατά τις αρχικές εγγραφές στο Κτηματολόγιο και στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς έχει καταχωρισθεί με ΚΑΕΚ …/0/0 και με εμβαδόν 817 τ.μ. Εντός του ανωτέρω ακινήτου, περί το έτος 1928, είχε ανεγερθεί με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου η ως άνω κατοικία, η οποία χρησιμοποιήθηκε αρχικώς ως γραφεία της Εθνικής Εταιρίας Πρόνοιας και στη συνέχεια ως Σταθμός Αστυνομίας από την οποία η αστυνομική αρχή απεγκαταστάθηκε το έτος 1943.
Προηγουμένως και περί το έτος 1927, δυνάμει της υπ' αριθμ. 131635/22-11-1927, δυνάμει αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και Πρόνοιας (ΦΕΚ 96/27) και με το 4860 διάγραμμα της Πρόνοιας έγινε το πρώτο ρυμοτομικό διάγραμμα της περιοχής, στο οποίο το επίδικο δεν χαρακτηρίζεται &S κοινόχρηστη έκταση, ενώ από το συνοδεύον το ως άνω παραχωρητήριο διάγραμμα προκύπτει ότι το παραχωρούμενο ακίνητο είναι το επίδικο ακίνητο, το οποίο παραχωρήθηκε ως οικόπεδο με αριθμό 2 στο Ρ οικοδομικό τετράγωνο και ως Ρ3 ειδικότερα.
Επειδή η επίδικη έκταση ουδέποτε χαρακτηρίστηκε ως κοινόχρηστη έκταση στο πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής που συντάχθηκε το 1927 κατά τη μεταβίβαση αυτής στον πρόσφυγα Β. Η., δεν ετέθη ζήτημα περί τροποποιήσεως του σχεδίου ώστε να διευκρινιστεί ότι αυτή αποτελεί οικόπεδο και για το λόγο αυτό στα τροποποιητικά του σχεδίου της περιοχής κατά καιρούς μετέπειτα εκδοθέντα διαγράμματα ουδόλως έλαβε χώρα σχετική τροποποίηση, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η επίδικη αυτή έκταση εθεωρείτο ή εχαρακτηρίζετο επισήμως σε δημόσια έγγραφα ανέκαθεν ως κοινόχρηστη έκταση και ως εκ του λόγου αυτού πράγμα εκτός συναλλαγής.
Εάν η επίδικη έκταση ήταν κοινόχρηστη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών, δεν θα ήταν δυνατόν να εκδοθεί σχετικό παραχωρητήριο στο όνομα του ανωτέρω πρόσφυγα από το Ελληνικό Κράτος. Προς άρση κάθε αμφιβολίας, με την υπ' αριθμ. Δ.Υ. 8γ/Γ.Π. 1308 33/2008/13-3-2009 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, συμπληρώθηκε το υπ' αριθμ.
το υπ' αριθμ. …/1930 διάγραμμα του Συνοικισμού ... με την απεικόνιση του οικοπέδου 2 του O.T.R. (επίδικο), που είχε παραχωρηθεί στον Β. Η. του Ε., δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων με τις πλευρικές διαστάσεις και το εμβαδόν που παραχωρήθηκε και σύμφωνα με το σκαρίφημα του σχετικού παραχωρητηρίου, σε συνδυασμό με την θέση των εγκεκριμένων με το από 10-8-1981 ΠΔ (ΦΕΚ 516/Δ/1981)-ρυμοτομικών γραμμών των οδών ...
και ... επί των οποίων το επίδικο οικόπεδο έχει πρόσοψη. Κατά της αποφάσεως βέβαια αυτής ασκήθηκε σχετική αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ, η οποία δεν έχει ακόμη εκδικασθεί.. Επειδή, όμως, από τα ως άνω λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε ήταν κοινόχρηστη έκταση, μετά την εφαρμογή του πρώτου ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν απαιτείται η αναστολή της εκδίκασης της υποθέσεως, κατ' άρθρο 249 μέχρις ότου εκδοθεί σχετική απόφαση του από τα ως άνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι και η ίδια η Διοίκηση, αλλά και ο εκκαλών Δήμος στην αλληλογραφία του είτε με τους εφεσίβλητους, είτε με τους δικαιοπάροχους αυτών επί σειρά πολλών ετών από το 1990 έως το 2009, αναγνώριζε ουσιαστικά το επίδικο ακίνητο ως ιδιοκτησία αυτών, ο δε εκκαλών Δήμος κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής στα πλαίσια του Εθνικού Κτηματολογίου, δεν ενδιαφέρθηκε να προβεί σε σχετική δήλωση ιδιοκτησίας αναφορικά με την επίδικη έκταση, αλλά ούτε καl υπέβαλε οιαδήποτε ένσταση κατά των στοιχείων της ανάρτησης, που εμφάνιζαν επ' αυτής δικαιούχους κυριότητας τους ανωτέρω εκ των εσιβλήτων.
Η 2503/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί προσφυγής των εφεσιβλήτων, δεν υπεισήλθε σε ζητήματα ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, ούτε με αυτήν κρίθηκε ότι η επίδικη έκταση είναι κοινόχρηστος χώρος. Περαιτέρω το επίδικο ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….-4-1947 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αθανασίου Πετικάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, περιήλθε στην κυριότητα του Π.
Π., το οποίο αυτός αγόρασε από τον Β. Η. προκειμένου να στεγάσει στο ακίνητο αυτό την οικογένειά του, αποτελούμενη από τον ίδιο, τη σύζυγο του Σ. Σ. και τα πέντε (5) τέκνα τους. Εντός του ανωτέρω οικοπέδου που ήταν περιφραγμένο από το 1943, ο Π. Π., προέβη, δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1956 αδείας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης^ στην ανέγερση κατοικίας, η οποία αποτελούσε τη στέγη ολόκληρης της οικογένειάς του επί σειρά ετών, αλλά μέχρι και σήμερα.
Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1990 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Δήμητρας Μπουσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και αριθμό … του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα των τέκνων του Π. Π., Σ., Ε., Κ. και Σ. κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς και με το υπ' αριθμ.
…/1990 συμβόλαιο δωρεάς της ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο … και αριθμό … του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, προς τις εγγονές του, Σ. Ν. και Ι. Ν. κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου στην καθεμία από αυτές, των οποίων τα ανωτέρω ποσοστά κυριότητας καταχωρίσθηκαν κατά τις αρχικές εγγραφές στο Κτηματολόγιο και στον ανωτέρω αριθμό ΚΑΕΚ του επιδίκου ως άνω ακινήτου.
Στη συνέχεια ο εκ των ανωτέρω, Κ. Π., δυνάμει του υπ' αρ ιθμ…./2009 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.Μουρατίδου, που καταχωρίσθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχει μεταβιβάσει προς τα τέκνα του, Σ. και Π. (2η και 3° εκ των εφεσιβλήτων) ανά 10% εξ αδιαιρέτου στον καθένα απ' αυτούς την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου, ενώ με την υπ' αριθμ.
…/2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευσταθίας Βουλγαράκη-Τσώτσου, που καταχωρίσθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Καλαμαριάς, η 5η εφεσίβλητη, Μ., χήρα Σ.. Π., καθώς και η 6η και 7ος των εφεσιβλήτων, Σ. Π.. του Σ. και Π. Π. του Σ.(αποδέχθηκαν το ποσοστό κυριότητας του συζύγου και πατέρα τους, αντιστοίχως, Σ.
Π. (20% επί του ανωτέρω ακινήτου) και κατά ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά 7,5% οι λοιποί δύο. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίδικης έκτασης. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στους εφεσίβλητους, η οποία περιήλθε σ' αυτούς με τον προαναφερόμενο τρόπο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 7256/11 οριστικής απόφασης του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος Δήμου για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και διόρθωση της αρχικής, ανακριβούς, κτηματολογικής εγγραφής.
ΙΙΙ. Με τους λόγους αναίρεσης (κατ' εκτίμηση), πρώτο και δεύτερο (τελευταίο), το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο, μέρος α', το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια 1α, διότι παραβιάσθηκε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, όπως εκτιμάται), το άρθρο 2§2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του 1985 για τους κοινόχρηστους χώρους, ότι τέτοιοι είναι αυτοί που καθορίζονται από το ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι (αλλά και όσοι έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε τρόπο και, κατά το αναιρεσείον, δεν απαιτείται ρητή αναφορά για τον χαρακτηρισμό ενός χώρου ως κοινοχρήστου, αλλά η αποτύπωση του στο ρυμοτομικό σχέδιο, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει, δηλαδή, ο επίδικος χώρος αποτυπώνεται ως κοινόχρηστος στο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής, ως ισχύει, του Δήμου Καλαμαριάς.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο, μέρος α', το αναιρεσείον προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι υπέπεσε ωσαύτως στην άνω πλημμέλεια (1α), καθόσον, όπως υποστηρίζει, παραβίασε το άρθρο 8§1 του ν. 1807/21-9-1988, (κατ' εκτίμηση με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή), που προβλέπει ότι οι κοινόχρηστοι χώροι, όπως ο επίδικος, που δημιουργήθηκαν με τα προγράμματα στέγασης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και οι οποίοι χαρακτηρίσθηκαν ως κοινόχρηστοι στα εγκεκριμένα ρυμοτομικά διαγράμματα, περιήλθαν αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου, στην κυριότητα των δήμων, όπως η επίδικη έκταση, ως κοινόχρηστοι χώροι.
Οι πιο πάνω λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι, αμφότεροι, στηρίζονται στη λανθασμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο είναι, κατά τους ρυμοτομικούς κανόνες, χαρακτηρισμένο ως κοινόχρηστος χώρος. Εν τούτοις, κατά αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το ακίνητο αυτό ουδέποτε για λόγους ρυμοτομίας, χαρακτηρίσθηκε ως κοινόχρηστο.
Προσέτι, με τον πρώτο λόγο, μέρος β' το αναιρεσείον καταλογίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19, διότι διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία και ειδικότερα, ενώ αρχικά δέχεται, ότι η επίδικη έκταση ήταν κοινόχρηστη κατόπιν έκανε δεκτό, ότι η Υ.Α. του 2009 του Υπουργού Υγείας - Κοιν. Αλληλ/ης "προς άρση κάθε αμφιβολίας" συμπλήρωσε το διάγραμμα της Πρόνοιας του 1930 για το Συνοικισμό Καλαμαριάς, σύμφωνα με το σκαρίφημα του παραχωρητηρίου στον πρόσφυγα Β.
Η.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη αιτίαση ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, με βάση τα οποία κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα. Έτι περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος β', το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πιο πάνω πλημμέλεια (του αρ. 19) και συγκεκριμένα, (όπως εκτιμάται), ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πλήττεται από ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον αφορά στο μη κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, σε σχέση με τις παραδοχές ότι: "....σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν να εκδοθεί σχετικό παραχωρητήριο στο όνομα του ανωτέρω πρόσφυγα από το Ελληνικό Κράτος" και ότι η Διοίκηση με απαντητικά έγγραφα... "αναγνώριζε το επίδικο ακίνητο ως ιδιοκτησία είτε των εφεσιβλήτων, είτε των δικαιοπαρόχων τους...." και τέλος ότι "κατά την κτηματογράφηση της περιοχής (στο πλαίσιο του Εθνικού Κτηματολογίου) δεν υποβλήθηκε από αυτό (αναιρεσείον) ένσταση ή δήλωση κατά της διαδικασίας κτηματογράφησης".
Ο λόγος αυτός (2ος, β' μέρος, ως άνω), είναι απαράδεκτος, γιατί οι φερόμενες ως ανεπαρκείς αιτιολογίες αποτελούν, στην πραγματικότητα, επιχειρήματα του δικαστηρίου προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος για το μη κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης έκτασης.
IV. Κατά τον αρ. 8 του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, (αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που στηρίζουν και συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης) που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον επικαλείται (και) την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, η οποία παρατίθεται στο αναιρετήριο μόνον ενάριθμα, χωρίς αναφορά οποιουδήποτε άλλου στοιχείου για την πληρότητα του επικαλούμενου λόγου αναίρεσης.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει η αίτηση αναίρεσης που επαναφέρεται, με την από 10-1-2020 κλήση του αναιρεσείοντος να απορριφθεί και να επιβληθούν στο ηττώμενο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (από τους οποίους) οι πρώτος και ένατη αναιρεσίβλητοι αποβίωσαν και συνεχίζουν τη δίκη οι αναφερόμενοι, στα πρακτικά λοιποί αναιρεσίβλητοι και η Α. χα Χ. Ν.), κατά παραδοχή του αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 1 επ., 281§2 Δ.Κ., κυρ. με ν. 3463/06) σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-03-2015 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ" για αναίρεση της 63/2014 απόφασης του Εφετείου (Τριμελούς) Θεσσαλονίκης.
Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ