Legislator Case Law & Legislation
325/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation decision due to lack of legal basis and inadmissible arguments.

Case Number 325/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a final expropriation decision regarding land for public utility. The appellant argued that the decision lacked legal basis because newer laws and planning regulations should have applied, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appeal attempted to challenge the court's substantive judgment on facts outside the scope of appellate review and was based on false premises regarding applicable legislation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577(1), 577(3), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when it attempts to challenge the court's substantive judgment on facts outside the scope of appellate review or is based on false premises regarding applicable legislation.

Keywords

AI generated
expropriation appeal inadmissible appeal substantive judgment applicable legislation legal basis appellate review scope public utility

Cited Legislation

AI generated
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 22(4) of Law 1868/1999
Article 22 of Law 3693/1957
Article 22(3) of Law 2982/2001
Article 76 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1257/2019
Case 682/2019
Case 452/2018
Case 239/2016
Case 1129/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 325 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 325/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... " και το διακριτικό τίτλο "... ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-5-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 25-5-2018 (αρ. κατ. 3/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία (ανατροπή τεκμηρίου ωφέλειας παρόδιου ιδιοκτήτη) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία ... , άσκησε κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 12-11-2009 (αρ.

κατ. 348/2009) αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε, ότι με την υπ' αρ. 1125902/9641/0010/9-12-1998 Κοινή Υπουργική Απόφαση - ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας (για την κατασκευή της εισόδου της Λαμίας) συνολική έκταση 38.491,91 Μ2, μέρος της οποίας αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, επιφάνειας 1.150,76 Μ2, ότι με την υπ' αριθμ. 224/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος, ότι με την υπ' αριθμ. 82/2001 οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος των απαλλοτριουμένων ακινήτων και η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ως άνω ακινήτων και ότι με την υπ' αριθμ. 2/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου της, ότι όμως το Ελληνικό Δημόσιο αρνήθηκε να της καταβάλει την αποζημίωση, που είχε επιδικαστεί οριστικά θεωρώντας, ότι η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία της είναι αυτοαποζημιούμενη ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία από την κατασκευή του έργου της εισόδου Λαμίας.

Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ζητούσε, κυρίως, να της επιδικαστεί το ποσό των 300.348,36 ευρώ με βάση την αξία του επιδίκου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, άλλως, επικουρικά, το ποσό των 236.469,67 ευρώ, με βάση την αξία του ακινήτου, όπως αυτή καθορίστηκε δικαστικά σύμφωνα με την οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης ανά Μ2.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 211/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς το ποσό των 150.174,18 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα, η από 29-10-2015 (αρ. κατ. 128/2015) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και η από 26-10-2015 (αρ.

κατ. 179/2016) έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος αυτής, μετά την τυπική και ουσιαστική παραδοχή των συνεκδικαζόμενων εφέσεων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού δίκασε την αγωγή, δέχθηκε ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δεν είναι ωφελούμενη παρόδιος ιδιοκτήτης και ότι συνεπώς δικαιούται να αποζημιωθεί για το απαλλοτριωθέν τμήμα της ιδιοκτησίας της.

Κατόπιν τούτου δέχθηκε την αγωγή κατά το επικουρικό αίτημα αυτής και επιδίκασε στην ενάγουσα ΑΕ και ήδη αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση με βάση την καθορισθείσα από το Δικαστήριο οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης το συνολικό ποσό των 236.469,67 ευρώ.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Κατά δε την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".

Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του μεταγενέστερου Ν. 2971/2001 προκύπτει, ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/ 2004).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείo, κατά την ειδική διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 410/2015).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν. 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/ 2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι το χρόνο της έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου (ΑΠ 53/2018, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 401/2010).

Περαιτέρω με το ΠΔ 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270Δ') "τροποποίηση των όρων δόμησης και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών..." και ειδικότερα με τα άρθρα 1 και 2 αυτού ορίζονται οι όροι και οι περιορισμοί δόμησης για να χαρακτηριστεί το ακίνητο άρτιο και οικοδομήσιμο ή άρτιο κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμο και, πιο συγκεκριμένα το ελάχιστο εμβαδόν και βάθος αυτού και το μήκος προσώπου που απαιτείται να έχει τούτο επί της Εθνικής Οδού ή επί Δημοτικής ή Κοινοτικής οδού (ΑΠ 631/2018, ΑΠ 300/2016, ΑΠ 1122/2012).

Επίσης με το ΠΔ 209/1998 (ΦΕΚ 169Α'/15-7-1998) καθορίζεται η θέση του κτιρίου εντός του ακινήτου σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές, όσον αφορά την ελάχιστη απόσταση τοποθέτησης αυτού από τον άξονα του οδικού δικτύου (ΑΠ 631/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτόςπροσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 140/2010, πρβλ.

επίσης ΑΠ 200/2018, ΑΠ 49/2013).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για την παραδεκτή προβολή του λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον. Υφίσταται έννομο συμφέρον όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον, όταν η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλομένης (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1960/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δήθεν η αναιρεσίβλητη ΑΕ δεν είναι ωφελούμενη παρόδιος ιδιοκτήτης και ότι συνεπώς δικαιούται να αποζημιωθεί για το απαλλοτριωθέν τμήμα της ιδιοκτησίας της, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/ 1977, διότι διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού του παρόδιου ιδιοκτήτη ως ωφελούμενου από το έργο της απαλλοτρίωσης και ως αυτοαποζημιούμενου.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το Εφετείο δεν διευκρινίζει α) τις διαστάσεις του βάθους και μήκους του προσώπου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου πριν από την απαλλοτρίωση από το όριο και τον άξονα της οδού, β) ποια είναι τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής (εμβαδόν, ελάχιστες διαστάσεις προσώπου σε οδό και τις δυνατότητες χρήσης αυτού - αγροτικό, αστικό κ.λπ.), καθώς και εάν είχε καλυφθεί ή όχι ο συντελεστής δόμησης του ακινήτου με την ανοικοδόμηση αυτού, γ) ποιες ήταν οι επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεις της ιδιοκτησίας και στην αγοραία αξία αυτής πριν και μετά την απαλλοτρίωση ώστε συγκρινόμενες να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή όχι ωφέλειας και ιδίως τα οικονομικά στοιχεία της αναιρεσίβλητης ΑΕ πριν και μετά την απαλλοτρίωση προκειμένου να διαπιστωθεί ο περιορισμός ή όχι της οικονομικής εκμετάλλευσης του εναπομείναντος τμήματος μετά την απαλλοτρίωση και οι παράγοντες που συντελούν στη λειτουργικότητα των εγκαταστάσεων της επιχείρησης πριν και μετά την απαλλοτρίωση, όπως ειδικότερα η επικινδυνότητα της πρόσβασης στο ακίνητο τόσο των οχημάτων όσο και των διερχομένων, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, στοιχεία που κατά την άποψη του αναιρεσείοντος είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί η βελτίωση των κυκλοφοριακών συνθηκών και της οδικής ασφάλειας και συνακόλουθα, η ωφέλεια του ακινήτου της αναιρεσίβλητης εξαιτίας της απαλλοτρίωσης και της απόκτησης προσώπου σε παράπλευρη οδό.

Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι ο αναιρετικός ως άνω λόγος είναι αρκούντως ορισμένος, ζήτημα που άλλωστε ερευνάται αυτεπάγγελτα και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η αντίθετη ένσταση αοριστίας της αναιρεσίβλητης ΑΕ, η οποία, σε κάθε περίπτωση έχει προταθεί και απαράδεκτα με τις από 13-9-2019 προτάσεις αυτής (βλ.

την σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα στην τελευταία σελίδα αυτών) χωρίς την τήρηση της 20ήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης κατ' άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αναφέρει με πληρότητα τη νομική αναιρετική πλημμέλεια και την παραβιασθείσα ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και σε τι συνίσταται η ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, στην οποία το Εφετείο εσφαλμένα (κατά την άποψη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου) στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου μοναδικού αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "...Με την υπ' αριθμ. 1125902/9641/0010/9-12-1998 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 1070/Δ'/31-12-1998 Φ.Ε.Κ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, για λόγους δημοσίας ωφελείας και, ειδικότερα, για την κατασκευή της εισόδου Λαμίας από χ.θ. 0+000 έως χ.θ. 2+741,87, έκταση συνολικού εμβαδού 38.491,91 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στο Νομό Φθιώτιδας και εικονίζεται στο από Νοεμβρίου 1997 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διευθύνσεως ΔΙ2 του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συνέταξε ο Ν.

Ι. και θεώρησε στις 26-3-1998 ο Διευθυντής της παραπάνω υπηρεσίας Κ. Δ. . Η εν λόγω αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού, συντελέστηκε δε στις 14-12-2001, ήτοι πριν την ισχύ του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 (19-1-2002). Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και τμήμα ενός ακινήτου της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας.

Ειδικότερα, απαλλοτριώθηκε από το ακίνητο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που βρίσκεται στη θέση "... " της κτηματικής περιφέρειας ... , αρμοδιότητας Υποθηκοφυλακείου Λαμίας, ευρισκόμενο επί της Νέας Εθνικής Οδού Λαμίας - Αθηνών, συνολικής έκτασης 6.793,90 τ.μ., τμήμα αυτού, εμβαδού 1.150,76 τ.μ., εμφαινόμενο στο ως άνω διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία ... , με α.κ.π. 13, ενώ η εναπομείνασα έκταση είναι 5.643,14 τ.μ.

Με την υπ' αριθμ. 224/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, καθορίσθηκε προσωρινώς η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως και με την υπ' αριθμ. 82/2001 απόφαση του δικαστηρίου τούτου καθορίσθηκε οριστικώς η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως σε 70.000 δρχ ήτοι σε 205,43 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, η δε ενάγουσα με την υπ' αριθμ. 2/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της καθορισθείσας αποζημιώσεως για το προαναφερθέν ακίνητο.

Ωστόσο, η ενάγουσα δεν έλαβε καθόλου αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν αυτό τμήμα του ακινήτου της, διότι κρίθηκε από το εναγόμενο με βάση τα αναφερόμενα στον κτηματολογικό πίνακα ότι πρέπει να αυταποζημιωθεί ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια από την κατασκευή της εισόδου Λαμίας, κατ' άρθρο 1 του Ν. 653/1977, το οποίο τότε η νομοθεσία και η νομολογία θεωρούσε αμάχητο, με την έννοια ότι σ' αυτήν αποκλείονταν η δυνατότητα να ανταποδείξει το αντίθετο και καταρρίπτοντας το ως άνω τεκμήριο να λάβει αποζημίωση γι' αυτήν.

Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και επομένως το τεκμήριο αυτό που δεν καταργείται, εξακολουθεί να ισχύει, αλλά πλέον ως μαχητό.

Συνεπώς, η ενάγουσα παρόδια ιδιοκτήτρια θεωρώντας ότι δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωση, μπορεί να το καταρρίψει αποδεικνύοντας το αντίθετο και να διεκδικήσει την αντίστοιχη αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση ως προς το κρίσιμο ζήτημα, κατά πόσο το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας ωφελήθηκε ή όχι από την κατασκευή της εισόδου Λαμίας, πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Η ενάγουσα διατηρούσε και διατηρεί έως σήμερα στην ως άνω ιδιοκτησία της επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και συνεργείου αυτοκινήτων, ως επίσημος αντιπρόσωπος της …… στο Νομό Φθιώτιδος και έχει κατασκευάσει επί του επίδικου οικοπέδου σύγχρονες κτιριακές εγκαταστάσεις, ταυτόχρονα μάλιστα έχει διαμορφώσει κατάλληλα για τις ανάγκες της τον περιβάλλοντα χώρο του οικοπέδου της.

Όπως προκύπτει από την από 1.10.2010 τεχνική έκθεση του αρχιτέκΐονα-μηχανικού Δ. Π. , που προσκομίζει η ενάγουσα, προ της απαλλοτρίωσης η ως άνω ιδιοκτησία, ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις με πρόσωπο προ της απαλλοτρίωσης 101,90 μέτρων και άμεση πρόσβαση στη Νέα Εθνική Οδό Λαμίας-Αθηνών με νόμιμη κυκλοφοριακή σύνδεση.

Μετά την απαλλοτρίωση, το εναπομένον τμήμα του οικοπέδου της εξακολουθεί μεν να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, με αποτέλεσμα η απαλλοτρίωση να μην έχει ως προς το στοιχείο αυτό ευεργετική επίδραση, ταυτόχρονα, όμως, να επιδρά μειωτικά σ' αυτό διότι πρώτον απομειώθηκε το συνολικό εμβαδό της ιδιοκτησίας της κατά το ως άνω απαλλοτριωθέν εμβαδό 1.150,76 τ.μ., με αποτέλεσμα μετά την απαλλοτρίωση το εναπομένον τμήμα του οικοπέδου της ενάγουσας να ανέρχεται πλέον σε 5.643,14 τ.μ. (6.793,90 - 1.150,76) και δεύτερον η ιδιοκτησία της να απολέσει την επαφή της με τη Νέα Εθνική Οδό Λαμίας-Αθηνών, αλλά και την πρόσοψη, που είχε σ' αυτήν μαζί με όλα τα πλεονεκτήματα και τις δυνατότητες, που παρείχε η επαφή και η άμεση επικοινωνία μαζί της.

Συνεπεία, δηλαδή, της αφαίρεσης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, εμβαδού 1.150,76 τ.μ. περιορίστηκε ο έμπροσθεν των εγκαταστάσεων της επιχείρησης της ενάγουσας απαραίτητος για τις ανάγκες της προαύλιος χώρος, ο οποίος χρησιμοποιούνταν ως χώρος υπαίθριας έκθεσης "πώλησης αυτοκινήτων", με αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά η οικονομική εκμετάλλευση του ως άνω εναπομείναντος τμήματος και η λειτουργικότητα των ευρισκόμενων σ' αυτό εγκαταστάσεων.

Εξάλλου, από το υπ' αριθμ. πρωτ. 43507/13/20.07.2011, έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών έργων Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, που προσκόμισε το εναγόμενο, αποδείχθηκε, ότι ναι μεν το ακίνητο της ενάγουσας δεν έχει πλέον άμεση πρόσβαση στο έμπροσθεν αυτού διερχόμενο τμήμα της εθνικής οδού, όμως, λόγω της κατασκευής της εισόδου Λαμίας εγκρίθηκε η δημιουργία αυτοτελούς κυκλοφοριακής σύνδεσης μορφής κόμβου τύπου Γ και εξαιτίας αυτής τόσο η ιδιοκτησία της ενάγουσας όσο και οι όμορες αυτής ιδιοκτησίες απέκτησαν πρόσοψη επί του αριστερού παράπλευρου (SRA), ο οποίος επικοινωνεί με την κεντρική αρτηρία της ως άνω εθνικής οδού με βοηθητικές παρακαμπτήριες οδούς, που εξυπηρετούν και τα όμορα ακίνητα της ίδιας περιοχής.

Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι λόγω της κατασκευής εισόδου Λαμίας, αλλά και της εξαιτίας αυτής έγκρισης για τη δημιουργία του ως άνω κόμβου, το ακίνητο της ενάγουσας, ζημιώθηκε μόνο και δεν ωφελήθηκε από το ως άνω έργο, αφού ουδόλως αυξήθηκε η ασφάλεια τόσο των διερχόμενων οχημάτων όσο και των εισερχόμενων και εξερχόμενων από τις παρόδιες εγκαταστάσεις, όπως η εν λόγω, εξαιτίας του διαχωρισμού της υπεραστικής κυκλοφορίας από την τοπική.

Το ακίνητο της ενάγουσας προ της απαλλοτρίωσης έχοντας πρόσοψη επί της νέας εθνικής οδού της προσέδιδε πλεονέκτημα παρέχοντας στους πελάτες της άμεση και εύκολη πρόσβαση στην ιδιοκτησία της, ενώ λόγω της θέσης της πάνω στην εθνική οδό διαφημιζόταν η επιχείρησή της, μετά δε την απαλλοτρίωση η πρόσοψη της ιδιοκτησίας της μεταφέρθηκε αποκλειστικά και μόνο στην αριστερή παράπλευρη οδό χάνοντας το πλεονέκτημα αυτό και δημιουργώντας στους πελάτες της δυσκολία και ταλαιπωρία στην πρόσβαση μέσω των παρακαμπτηρίων οδών στην επιχείρησή της.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι το ακίνητο αυτό ωφελήθηκε από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, δεδομένου ότι η ενάγουσα εκτός από την έμμεση ωφέλεια από την εκτέλεση του έργου, η οποία θα έχει αντίκρισμα τόσο στους περιοίκους της περιοχής, όσο και στους χρήστες της οδού, δεν αποκτά άλλη άμεση ωφέλεια και γι' αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ωφελούμενη παρόδιος ιδιοκτήτης και να επιβαρυνθεί με αποζημίωση, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο και μάλιστα σε ποσοστό 50%, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως του ενάγοντος. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθμ. 82/2001 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, καθορίσθηκε οριστικώς η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως σε 205,43 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, τιμή η οποία ουδόλως προέκυψε ότι μεταβλήθηκε αυξανόμενη σε 261 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως του εναγομένου. Επομένως, η αξίωση της ενάγουσας έναντι του τελευταίου

(εναγομένου) διαμορφώνεται σε 236.469,67 ευρώ (1.150,76 τ.μ. Χ 205,43 ευρώ), ποσό για το οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή (ως προς το επικουρικό της αίτημα), και ως εκ τούτου πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό αυτό νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής...".

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου κατά την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί έλλειψης τεκμηρίου ωφέλειας για την ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν την έλλειψη της υποχρέωσης αυτής περί αυτοαποζημίωσης ως προς το απαλλοτριωθέν τμήμα των 1.150,76 Μ2.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι 1) το ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση είχε επιφάνεια 6.793,90 Μ2 από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα επιφάνειας 1.150,76 Μ2 και προσδιορίζει τούτο αναλυτικά, κατά θέση και όρια, με τα περιμετρικά στοιχεία του κτηματολογικού διαγράμματος, β) ότι στην ανωτέρω ιδιοκτησία η αναιρεσίβλητη διατηρούσε πριν από την απαλλοτρίωση επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων, ανταλλακτικών αυτοκινήτων και συνεργείο αυτοκινήτων ως επίσημη αντιπροσωπεία της ….

και ότι την διατηρεί και μετά την απαλλοτρίωση με διαμορφωμένο τον περιβάλλοντα χώρο του ακινήτου της για τις ανάγκες της επιχείρησης, γ) ότι η ιδιοκτησία ήταν άρτια και οικοδομήσιμη πριν την απαλλοτρίωση σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις με πρόσωπο επί της Εθνικής Οδού σε μήκος 101,90 μέτρων και με άμεση πρόσβαση στην Νέα Εθνική Οδό Λαμίας - Αθηνών με νόμιμη κυκλοφοριακή σύνδεση, δ) ότι όμως μετά την απαλλοτρίωση το εναπομένον τμήμα του ακινήτου αν και εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση, διότι αφενός μεν απομειώθηκε το αρχικό του εμβαδόν στα 5.643,14 Μ2 και αφετέρου απώλεσε την άμεση επαφή και την πρόσοψή του στην Νέα Εθνική Οδό, διότι πλέον έχει πρόσοψη μόνο από την παράπλευρη αριστερή οδό μέσω των παρακαμπτηρίων οδών, που δημιουργήθηκαν με το έργο της απαλλοτρίωσης.

Επί πλέον το Εφετείο εξειδικεύει την έλλειψη ωφέλειας, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του η απομείωση του προαύλιου χώρου που χρησιμοποιούνταν πριν την απαλλοτρίωση ως χώρος υπαίθριας έκθεσης πώλησης αυτοκινήτων περιορίζει την οικονομική εκμετάλλευση και τη λειτουργικότητα της επιχείρησης, ενώ η απώλεια της άμεσης επαφής με τη ΝΕΟ και η πρόσβαση σ' αυτήν μέσω της παράπλευρης αριστερής οδού δυσχεραίνει τους πελάτες, οι οποίοι αναγκάζονται να χρησιμοποιούν τις βοηθητικές παρακαμπτήριες οδούς για να προσεγγίσουν την επιχείρηση.

Επίσης, το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως αναιρετικά περί την εκτίμηση των πραγμάτων, ότι η δημιουργία του κόμβου τύπου Γ δεν αυξάνει την ασφάλεια των οχημάτων, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, αλλά εξαιτίας του διαχωρισμού της υπεραστικής από την τοπική κυκλοφορία δυσχεραίνει την πρόσβαση σ' αυτό και ότι επομένως, το ακίνητο της αναιρεσίβλητης δεν ωφελήθηκε από το έργο της απαλλοτρίωσης.

Οι ανωτέρω παραδοχές αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977, που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, διότι η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπό την ισχύ του ανωτέρω νόμου (δημοσίευση ΚΥΑ στο υπ' αρ. 1070Δ'/31-12-1998 ΦΕΚ) και συντελέστηκε στις 14-12-2001, σύμφωνα με τις παραδοχές, δηλαδή πριν την ισχύ του Ν. 2971/2001, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 37 αυτού, άρχισε να ισχύει από τις 19-1-2002, ενώ δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω εξειδίκευση των δραστηριοτήτων που μπορούν να αναπτυχθούν μετά την απαλλοτρίωση και οι δυνατότητες χρήσης του ακινήτου, ούτε οι διαστάσεις του βάθους και του μήκους του προσώπου αυτού πριν από την απαλλοτρίωση από το όριο αυτής και από τον άξονα της οδού, ούτε εάν είχε καλυφθεί ο συντελεστής δόμησης και ποιες είναι οι επιπτώσεις του έργου στις δυνατότητες χρήσης, διότι τα ανωτέρω προσδιοριστικά στοιχεία δεν απαιτούνταν για να χαρακτηρισθεί ο παρόδιος ιδιοκτήτης ως ωφελούμενος σύμφωνα με το Ν. 653/1977, ο οποίος αρκείται μόνο στην απόκτηση προσώπου του ακινήτου στη νέα οδό, ώστε ο παρόδιος ιδιοκτήτης να θεωρηθεί ως ωφελούμενος, σε αντίθεση με τον μεταγενέστερο Ν. 2971/2001 που επί πλέον απαιτεί τα διευρυμένα ως άνω κριτήρια για τα οποία αιτιάται το αναιρεσείον, τα οποία όμως δεν εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση.

Για τους ίδιους λόγους δεν εφαρμόζονται τα ΠΔ/τα 24/1985 και 209/1998 με τα οποία προβλέπονται οι όροι και οι περιορισμοί δόμησης για τα εκτός ρυμοτομικού σχεδίου ακίνητα ώστε αυτά να χαρακτηριστούν άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον η ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης ήταν σύμφωνα με τις παραδοχές άρτια και οικοδομήσιμη πριν από την απαλλοτρίωση αλλά και μετά από αυτήν.

Συνακόλουθα, αλυσιτελώς το αναιρεσείον προβάλλει τις σχετικές αιτιάσεις για ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Εκτός τούτου, το Εφετείο συνεκτίμησε τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου περί ασφαλέστερης πρόσβασης στο ακίνητο μετά την απαλλοτρίωση λόγω της δημιουργίας του κόμβου τύπου Γ', τον οποίο το αναιρεσείον είχε προβάλει ως στοιχείο ωφέλειας και το αξιολόγησε αρνητικά με την προαναφερόμενη ειδική αιτιολογία.

Συμπερασματικά, οι αιτιάσεις με στοιχείο α, β, γ και δ' του μοναδικού αναιρετικού λόγου προβάλλονται κατ' αρχήν απαράδεκτα, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστή ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου και σε κάθε περίπτωση προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση περί εφαρμογής του Ν. 2971/2001 και των ανωτέρω ΠΔ/των και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Συνακόλουθα, το αναιρεσείον δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον και δεν ιδρύεται ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος για την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 Ν. 653/1977, εφόσον οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1257/2019). Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 σε συνδ. με άρθρ. 22 παρ. 4 Ν.1868/1999 (ΑΠ 682/2019). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, μειωμένα όμως κατά τους περιορισμούς του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 682/2019, ΑΠ 452/2018) διότι η παρούσα δίκη με αντικείμενο την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας εκδικάζεται με την τακτική διαδικασία κατ' άρθρ. 22 παρ. 3 Ν. 2982/2001 σε συνδ.

με άρθρ. 76, 183 ΚΠολΔ (ΑΠ 239/2016, ΑΠ 1129/2014) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-5-2018 (αρ. κατ. 3/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (τακτική διαδικασία). Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ