325/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated325/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 11-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-3-2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 5794/2014 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 325 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 325/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ψ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1073/2013 μη οριστική και 5794/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 11-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-3-2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 5794/2014 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 "δεν έχουν επίσης εφαρμογή στα αυτοκίνητα οχήματα, στα τρίτροχα και τις μοτοσυκλέτες, κατά την έννοια του παρόντος κώδικος, οι για την κράτηση από την αστυνομική αρχή διατάξεις του αρ. 11 του Ν.
ΓΠΝ/1911, αν ο οδηγός συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και κατέθεσε αποδεικτικό ασφαλίσεως (βεβαίωση αναγνωρισμένης εν Ελλάδι Ασφαλιστικής εταιρείας) του οχήματος, ή αποδείξει ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως, τα οποία αποτελούν δήλωση αναδοχής χρέους για τα ισχύοντα στην Ελλάδα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής καλύψεως, τα οποία προβλέπονται από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων ή, προκειμένου για αυτοκίνητα και τρίτροχα οχήματα δημόσιας χρήσης, καταθέσει δήλωση αναδοχής χρέους αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού ή αλληλοασφαλιστικού ταμείου συνεταιρισμού, που λειτουργεί νόμιμα, στον οποίο το όχημα είναι ασφαλισμένο".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η, από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία, ή η από τον οδηγό απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης, αποτελούν, κατά πλάσμα του νόμου, πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας, που εξέδωσε τη βεβαίωση ή το δελτίο αυτό, σύμφωνα προς την οποία, απευθυνόμενη αόριστα προς τους δικαιούχους αποζημίωσης τρίτους σε περίπτωση πραγμάτωσης ασφαλιστικού κινδύνου, ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και δεν είναι κατώτερες από τα ισχύοντα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης, που προβλέπονται κάθε φορά από νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων και έτσι, με την αποδοχή αυτής της πρότασης, η οποία μπορεί να γίνει και με την έγερση της σχετικής, από τον ενδιαφερόμενο, αγωγής κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής, που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου έναντι του προσώπου που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του παραπάνω ποσού (ΑΠ 1650/2002, ΑΠ 2/2010).
Έτσι στην περίπτωση αυτή ο ζημιωθείς τρίτος έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ευθεία αξίωση από το νόμο, κατ’ άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976, για την οποία προβλεπόταν, πριν από την εφαρμογή του Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100/14-5-2007) διετής παραγραφή (αρ. 10 παρ. 2 του ιδίου νόμου) και αξίωση από τη σύμβαση περί (σωρευτικής) αναδοχής χρέους, για την οποία η παραγραφή είναι διετής, κατ’ άρθρο 7 Ν.
ΓΠΝ/1911 ή πενταετής, κατ’ άρθρο 937 ΑΚ, αναλόγως αν η αξίωση στηρίζεται στο Ν. ΓΠΝ/1911, ή στις διατάξεις περί αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 6-3-2006 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεώς της να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 780.675 ευρώ, ως αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη από το αναφερόμενο σ’ αυτή αυτοκινητικό ατύχημα, που επήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού, του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, ευθυνόμενης βάσει της ασφαλιστικής συμβάσεως, αλλά και κατά τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 91/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και αντεφέσεως κατ’ αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1073/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί το αναφερόμενο σ’ αυτή έγγραφο και ακολούθως η υπ’ αριθμ. 5794/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (προσβαλλόμενη), με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος, απορρίφθηκε η αντέφεση της εναγομένης, εξαφανίσθηκε η ως άνω οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 89.002,42 ευρώ, ενώ καταδικάσθηκε και στην πληρωμή μέρους της δικαστικής του δαπάνης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο εκκαλών επικαλέσθηκε και προσκόμισε το πρώτον το υπ’ αριθμ. ...13-3-2009 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας, τη γνησιότητα του οποίου αμφισβήτησε η εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα. Αναφορικά με τη νομότυπη προσκομιδή του εγγράφου αυτού και τη γνησιότητά του, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο υπαίτιος οδηγός Α.
Ν. κατά το ένδικο ατύχημα προσκόμισε και κατέθεσε στο τμήμα Τροχαίας Σαλαμίνας, που διενεργούσε προανάκριση, βεβαίωση ασφάλισης του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, που είχε εκδώσει η εναγόμενη, η οποία επέχει ευθεία πρόταση και προς τον ενάγοντα με την οποία, αναλαμβάνει να ικανοποιήσει μέχρι το ασφαλιστικό ποσό, τις αξιώσεις αποζημίωσης για τις ζημιές που προκλήθηκαν από το ανωτέρω όχημα κατά το ένδικο ατύχημα.
Την πρόταση αυτή την αποδέχτηκε ο ενάγων με την ένδικη από 6-3-2006 αγωγή του, όπως άλλωστε αναφέρεται ρητά σ’ αυτήν, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στην εναγομένη στις 20-3-2006 και έτσι καταρτίσθηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους. Τα ανωτέρω προκύπτουν από το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...13-3- 2009 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας, στο οποίο αναφέρεται ότι στο φάκελο της ποινικής δικογραφίας που τηρείται στο αρχείο του Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας υπάρχει φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης ασφάλισης ζημιογόνου αυτοκινήτου (...
ΙΧΕ), καθώς και το συνημμένο στο έγγραφο αυτό φωτοαντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης ασφάλισης, καθώς και από την από 19-3-2001 έκθεση αυτοψίας του Α.Τ. Σαλαμίνας, στην οποία αναφέρεται ότι το αυτοκίνητο του υπαιτίου οδηγού Α. Ν. κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία "...".
Εξάλλου, για την κατάθεση του αντιγράφου της βεβαίωσης ασφάλισης από τον ιδιοκτήτη και υπαίτιο οδηγό Α. Ν., ο διενεργών την προανάκριση αστυνομικός δεν ήταν υπόχρεος εκ του νόμου να συντάξει και σχετική έκθεση εγχειρίσεως ή καταθέσεως κατά το στάδιο της προανάκρισης. Η γενομένη παράδοση της βεβαίωσης ασφάλισης από τον ως άνω υπαίτιο οδηγό στον αρμόδιο αστυνομικό που διενεργούσε προανάκριση, αποτελεί υλική πράξη και όχι ανακριτική πράξη που διενήργησε ο ίδιος αστυνομικός ή άλλος αρμόδιος υπάλληλος στα πλαίσια του υπηρεσιακού του καθήκοντος, για την οποία τότε και μόνο ήταν υπόχρεος να συντάξει σχετική έκθεση (βλ.
και άρθρ. 148 ΚΠοινΔ). Να σημειωθεί εξάλλου ότι το ως άνω υπ’ αριθμ. πρωτ. ...13-3-2009 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας δεν προσκομίσθηκε από τον ενάγοντα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προαποδεικτικώς κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της ένδικης αγωγής του, αλλά μεταγενέστερα και συγκεκριμένα μετά τριήμερον, εντός της προθεσμίας της προσθήκης - αντίκρουσης.
Συνεπώς η επίκληση και κατάθεση του εγγράφου αυτού εκ μέρους του ενάγοντος, εγένετο απαραδέκτως μετά την συζήτηση της υπόθεσης, εντός της προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, διότι αφορούσε την απόδειξη αγωγικού ισχυρισμού (περί σωρευτικής αναδοχής χρέους) και δεν προσκομίσθηκε προς απόκρουση προβληθείσας από την εναγομέγη ένστασης, ή αντένστασης, αφού ο εκ μέρους της τελευταίας προβληθείς ισχυρισμός περί αναληθείας του αγωγικού ισχυρισμού περί σωρευτικής αναδοχής χρέους, αποτελεί άρνηση της βάσεως αυτής της αγωγής.
Επομένως απαραδέκτως έγινε επίκληση και προσκομίσθηκε η εν λόγω έγγραφη απόδειξη, μετά το πέρας της ενώπιον του ακροατηρίου συζήτησης της υπόθεσης, κατά την προθεσμία της προσθήκης και αντίκρουσης, διότι ως μη προσκομισθείσες αποδείξεις νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου.
Πλην όμως ο ενάγων νόμιμα επικαλείται το ως άνω έγγραφο, με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις οποίες γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων και της προσθήκης και αντίκρουσης που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού.
Ειδικότερα, στις σελίδες 4 και 5 των από 23-1-2014 εγγράφων προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αναφέρεται ότι: "επαναφέρω κατά την παρούσα κατ’ έφεση δίκη ως αναπόσπαστο τμήμα των παρουσών προτάσεών μου τις προτάσεις μου κάθε προηγούμενης συζήτησης της υπόθεσης, είτε στον πρώτο βαθμό, είτε κατ’ έφεση, προβάλλοντας ειδικότερα εκ νέου με παραπομπή σε αυτές λέξη προς λέξη όσα αναφέρονται στις ίδιες, σχετικά με α) την λεπτομερή αναφορά και περιγραφή των μέσων αποδείξεων των ισχυρισμών μου τα οποία χρησιμοποίησα για το σκοπό αυτό πρωτόδικα (βλ. 2η, 3η και 4η σελίδα των πρωτοδίκων προτάσεών μου, στο κύριο σώμα αυτών και σελίδες 4 έως 5 των προηγουμένων εφετειακών, κύριο σώμα επίσης)..., γ) την διεξοδική απόκρουση της προβληθείσας πρωτόδικα από την αντίδικο ενστάσεως παραγραφής, με περαιτέρω ανάπτυξη του ισχυρισμού μου περί σωρευτικής αναδοχής χρέους (βλ. 7η έως 16η σελίδα των πρωτοδίκων προτάσεών μου, στην προσθήκη - αντίκρουση και σελίδα 4 των προηγούμενων εφετειακών στο κύριο σώμα)...".
Εξάλλου στη σελίδα 7 των πρωτοδίκων προτάσεων του ενάγοντος στην προσθήκη και αντίκρουση, γίνεται σαφής αναφορά του παραπάνω εγγράφου και της από 19-3-2006 έκθεσης αυτοψίας. Από τις ανωτέρω αναφορές καθίσταται σαφές, ότι έγινε ρητή και ειδική επίκληση του εν λόγω εγγράφου, καθώς και της από 19-3-2001 έκθεσης αυτοψίας του Α.Τ.
Σαλαμίνας, αλλά και όλων των εγγράφων που προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (πλην της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα), με τις ως άνω προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, απορριπτόμενου ως αβασίμου του ισχυρισμού της εναγομένης περί μη νόμιμης επίκλησης εκ μέρους του ενάγοντος των αποδεικτικών του μέσων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Επομένως το εν λόγω έγγραφο παραδεκτά προσκομίζεται στο παρόν Δικαστήριο από τον ενάγοντα ως νέο αποδεικτικό μέσο (εφόσον κατά τα προεκτεθέντα δεν είχε προσκομισθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), κατ’ άρθρο 529 παρ. 1α ΚΠολΔ. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε (κατά την ανωτέρω έννοια), το παραπάνω έγγραφο κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (10-3-2009), από βαριά αμέλειά του, αφού δεν είχε τότε εκδοθεί (εκδόθηκε στις 13-3-2009) και επομένως δεν το κατείχε.
Εξάλλου δεν συνιστά βαριά αμέλεια αυτού ότι παρέλειψε να ζητήσει πριν από την ως άνω δικάσιμο (10-3-2009) αντίγραφο της βεβαίωσης ασφάλισης από το Τμήμα Τροχαίας Σαλαμίνας και συγκεκριμένα από 19-3-2001 που σχηματίσθηκε η ποινική δικογραφία για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, διότι, εφόσον δεν ήταν αναγκαία η άμεση χρήση της από τότε, η παράλειψη αυτή του ενάγοντος, συνιστά συμπεριφορά που δεν ξεπερνά τα όρια εκείνα πέρα από τα οποία δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός της αμέλειας ως βαριάς.
Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το παραπάνω έγγραφο με τη συννημένη σ’ αυτό βεβαίωση ασφάλισης δεν είχε προσκομισθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από βαριά αμέλεια του ενάγοντος και συνεπώς για το λόγο αυτό, πρέπει να αποκρουσθεί από το παρόν Δικαστήριο στο οποίο προσάγεται για πρώτη φορά ως απαράδεκτο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω η εναγόμενη αμφισβητεί την γνησιότητα του ως άνω από 13-3-2009 εγγράφου του Τμήματος Τροχαίας Σαλαμίνας, χωρίς όμως και να το προσβάλει ως πλαστό, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι δεν είχε κατατεθεί στο Τμήμα Τροχαίας Σαλαμίνας που διενήργησε την προανάκριση, αντίγραφο της βεβαίωσης ασφάλισης και συνεπώς κατά τον σχηματισμό του φακέλου της ποινικής δικογραφίας δεν υπήρχε εντός αυτού, ενώ το από 13-3-2009 έγγραφο ως εκδοθέν μετά δεκαετία περίπου από το ένδικο ατύχημα, δεν αποδεικνύει την κατάθεση στο αστυνομικό τμήμα βεβαίωσης ασφαλίσεως.
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αφού εκδόθηκε και υπογράφεται από δημόσιο υπάλληλο και συγκεκριμένα τον Αστυνόμο Α’ Σ. Λ. που υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Σαλαμίνας, σε απάντηση της από 13-3-2009 σχετικής αιτήσεως του ενάγοντος και επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από τον συντάξαντα, ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αφού το έγγραφο αυτό δεν προσβλήθηκε κατά τούτο ως πλαστό από την εναγομένη, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτό, επιτρεπομένης όμως στην περίπτωση αυτή ανταπόδειξης, πλην όμως από τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι στο φάκελο της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε από το Τμήμα Τροχαίας Σαλαμίνας για το ένδικο ατύχημα δεν υπήρχε αντίγραφο της βεβαίωσης ασφάλισης και ότι βεβαίωσε τα αντίθετα ο ως άνω δημόσιος υπάλληλος στο ως άνω από 13-3-2009 έγγραφο που εξέδωσε.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η ένδικη αγωγή στηρίζεται στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, καθώς και τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, οι ασκούμενες με αυτή αξιώσεις του ενάγοντος υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρ. 937 ΑΚ και δεν ισχύει η διετής παραγραφή του άρθρ. 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 (Ολ.ΑΠ 715/78, ΑΠ 934/92, ΕπΣυγκΔ 256, ΑΠ 117/2004, Αθ.
Κρητικού, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2005, σ. 223).
Συνεπώς η ένσταση της εναγομένης που στηρίζεται στην τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη. Με τα δεδομένα αυτά, η αγωγή κατά τη βάση της που στηρίζεται στη σωρευτική αναδοχή χρέους, έπρεπε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη...". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο, έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της εφεσιβλήτου - αντεκκαλούσης, που κατέτειναν στην αμφισβήτηση της γνησιότητος του ανωτέρω εγγράφου, ενώ ο ισχυρισμός της, ότι η βεβαίωση του Α.Τ. Σαλαμίνας που περιέχεται στο έγγραφο, δεν δόθηκε με νόμιμο τρόπο, διότι το Αστυνομικό Τμήμα δεν τηρεί αρχεία περαιωθεισών και διαβιβασθεισών στον αρμόδιο εισαγγελέα δικογραφιών και εκ τούτου δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι πρόκειται περί δημοσίου εγγράφου εκδοθέντος, κατόπιν αιτήσεως του εκκαλούντος, την 13-3-2009, δεν προσβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως πλαστό, ενώ κατά την ίδια (αναιρεσείουσα), η σχηματισθείσα ποινική δικογραφία για το εν λόγω αυτοκινητικό ατύχημα, υποβλήθηκε, από το Σταθμό Τροχαίας Σαλαμίνας, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, την 4-5-2001, ήτοι μετά τη χορήγηση του προαναφερθέντος εγγράφου. Κατόπιν αυτών, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι’ αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ, ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η (αγωγή) είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.
Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, 2076/2006, 377/2009). Περαιτέρω από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 298 εδ. β’ και 929 του ΑΚ προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος, όπως είναι και η αποζημίωση για τη στέρηση στο μέλλον των προσδοκώμενων εισοδημάτων, αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων.
Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως και δικονομικό χαρακτήρα εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση.
Συνεπώς η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1306/2003, 869/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτό, ότι με την υπ’ αριθμ. 5185/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, τα ακόλουθα: "Ότι στις 19-3-2001, στη συμβολή των οδών ..., στην περιοχή Σαλαμίνας, από αποκλειστική υπαιτιότητα του Α.
Ν., ο οποίος οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε σύγκρουση με το οδηγούμενο από τον ενάγοντα υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά ο ενάγων.
Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίσθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", όπου διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί διπολικό (άνω τριτημορίου) ενδαρθρικό κάτω πέρατος κάταγμα (αρ) κνήμης, που αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά, επώδυνο συντριπτικό κάταγμα πτέρνας και κάταγμα δακτύλου (αρ).
Εξήλθε του νοσοκομείου στις 11-4-2001 με τη σημείωση ότι έχει ανάγκη βοήθειας τρίτου προσώπου. Επανεξετασθείς στις 24-10-2001 στην ορθοπεδική κλινική του άνω νοσοκομείου, διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει καθυστερημένη πώρωση του κατάγματος της κνήμης και φλεγμονή στην είσοδο των βελόνων, ενώ έφερε γύψινο κνημοποδικό νάρθηκα.
Στις 12-6-2001 εξετάσθηκε και πάλι στην ορθοπεδική κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου και διαπιστώθηκε επισφαλής πώρωση, υποτροπιάζων φλέγμων ονιχοφόρου φάλαγγας και λεμφοίδημα κάτω άκρου. Με την από 17-10-2001 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ κρίθηκε ανίκανος για εργασία από 17-10-2001 έως 7-12-2001.
Ακολούθως, με την από 21-11-2002 γνωμάτευση της ίδιας επιτροπής, κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% για το διάστημα από 4-3-2002 μέχρι 31-3-2003 και με την από 4-5-2004 απόφαση της ίδιας ως άνω επιτροπής κρίθηκε επίσης ανάπηρος κατά το ίδιο ποσοστό για το διάστημα από 1-5-2004 έως 30-4-2006. Στις 3-3-2004 εξετάσθηκε από τον ιατρό Π. Μ., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ’ αριθμ. 5144/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος διαπίστωσε ότι βαδίζει με εμφανή χωλότητα, εμφανίζει σημαντικού βαθμού μυϊκή ατροφία της αριστερής κνήμης και ουλές χειρουργικών τραυμάτων, καθώς και σημαντικό οίδημα σφυρών ταρσού και άκρου ποδός αριστερά και παραμόρφωση της πτέρνας και του μεγάλου δακτύλου του αριστερού ποδός με εξαιρετικά περιορισμένες και επώδυνες τις κινήσεις της κνηματοταρσικής άρθρωσης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση του ενάγοντος αντιστοιχεί σε μόνιμη αναπηρία που ανέρχεται σε ποσοστό 67,5% και ότι ο ίδιος είναι ολικά και μόνιμα ανάπηρος για το επάγγελμα του οικοδόμου και οποιοδήποτε παρόμοιας δραστηριότητας επάγγελμα που απαιτεί ορθοστασία, βάδιση ή κίνηση".
Ακολούθως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι "με την ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 94.244,12 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από το οποίο, ποσό 21.394,12 ευρώ για διαφυγόντα εισοδήματα λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι 19-9-2003".
Στη συνέχεια το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ότι η ανικανότητα του ενάγοντος για το επάγγελμα του οικοδόμου που ασκούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος, ανέρχεται σε 67%, ότι δηλαδή έχει καταστεί ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, που θα συνέχιζε μετά πιθανότητος για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 30-6-2013 και ότι απώλεσε κατά το διάστημα αυτό, αφαιρουμένων των ποσών που έλαβε ως σύνταξη από το ΙΚΑ, το ποσό των 89.002,42 ευρώ.
Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-7-2013 έως το τέλος του έτους 2016, τα κονδύλια αυτά της απώλειας εισοδήματος, απορρίφθηκαν ως προώρως απαιτηθέντα και ανεπίδεκτα, κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής, δικαστικής εκτιμήσεως, ως εξαρτώμενα από μελλοντικούς οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες, που δεν ήταν δυνατόν από τότε να προβλεφθούν, όπως η διαμόρφωση των παροχών του ΙΚΑ, σε συνδυασμό πάντα με τη βαρύτατη κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και την εξέλιξη αυτής.
Για περαιτέρω χρονικό διάστημα δεκαέξι ακόμα ετών, αρχής γενομένης από 1-1-2017, χρόνος κατά τον οποίο ο ενάγων θα συμπλήρωνε το 66° έτος της ηλικίας του και θα παρείχετο σ’ αυτόν πλήρης σύνταξη γήρατος από το ΙΚΑ και μέχρι τέλους του έτους 2032 (πιθανή διάρκεια της ζωής του), το σχετικό κονδύλιο της αποζημιώσεως λόγω απώλειας εισοδήματος, απορρίφθηκε ως προώρως ασκούμενο, εξαρτώμενο από μελλοντικούς και αστάθμητους παράγοντες, διότι η αξίωση αυτή του ενάγοντος, ως συνταξιούχου πλέον, δεν γεννιέται στο κοντινό, αλλά στο μακρινό μέλλον, κατά δε το χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως, δεν ήταν δυνατός ο προσδιορισμός της εκτάσεως αυτής, αφού δεν ήταν δυνατός και ο προσδιορισμός του ύψους της συντάξεώς του.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ και απέρριψε τα σχετικά αγωγικά κονδύλια ως προώρως ασκηθέντα, αφού δεν μπορούσαν από τη συζήτηση της αγωγής στο Εφετείο, να προβλεφθούν. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 19, για το λόγο ότι τα εν λόγω κονδύλια έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αυξ. αρ. καταθ. 271/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5794/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ