Legislator Case Law & Legislation
325/2011 AI generated

325/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 325/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 325 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 325/2011

Legislator headnote

AI generated

325/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 325 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 325/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 325 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 325/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Α. Ρ., ως ασκούσης την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της Ε. Ρ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταθέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. συζύγου Γ. Σ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 2) Α. συζύγου Δ. Ζ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 3) Π. Γ. του Ι., 4) Χ. συζύγου Σ. Μ., το γένος Ι. Γ., κατοίκων ..., 5) Μ. συζύγου ..., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., 6) Α. συζύγου Π. Δ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασιλεία Βαλλιάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/2006 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και την από 29/5/2006 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2284/2006 μη οριστική και 1908/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 148/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/7/2008 αίτησή της κοινοποιούμενη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 14/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-11-2008 αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 19-1-2006 απεβίωσε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας (από πρόσφατο έμφραγμα μυοκαρδίου - στεφανιαία νόσο - νοσογόνο παχυσαρκία - σακχαρώδη διαβήτη) η Β. Κ., πού ήταν ανύπανδρη, χωρίς τέκνα και πλησιεστέρους (μεταξύ άλλων, που δεν είναι διάδικοι) συγγενείς της κατά το χρόνο του θανάτου της άφησε (και) τους κυρίως παρεμβάντες (τέκνα του προαποβιώσαντος αδερφού της οι δύο πρώτοι και οι λοιποί από αυτούς τέκνα της προαποβιώσασας (αδερφής της Α.). Η εν λόγω θανούσα φέρεται, ότι έγραψε, χρονολόγησε και υπέγραψε την από 5-11-2005 ιδιόγραφη διαθήκη, που έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "5 Νοεμβρίου 2005. Η διαθήκη μου. Στο σπίτι μου που είναι στη ... εγώ η Β. Κ. έχοντας τα λογικά μου θέλω ν' αφήσω την περιουσία μου μετά το θάνατό μου δηλ. το σπίτι μου και το μαγαζί στο ... ... στο Σ. Ρ. του Α. και Σ. επειδή μου στάθηκαν και με φρόντιζαν εδώ και πολλά χρόνια οι γονείς του Α. και Σ. και θέλω να τους ευχαριστήσω. ... 5-11-2005 Β. Κ.". Από τα ίδια όμως, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προκύπτουν προσθέτως και τα ακόλουθα περιστατικά: Οι ανωτέρω γραφολόγοι Π. Κ. και Ι. Μ., (μεταξύ άλλων), εκθέτουν, ότι η ποσοτική επάρκεια και ποιοτική καταλληλότητα του εν συνόλω διατεθέντος γραφολογικού υλικού (υπό έλεγχο και συγκριτικού) είναι ουσιαστικά και τυπικά δεδομένη, ότι η θανούσα είχε διαμορφώσει ένα διαχρονικά σταθερό γραφικό και αναγνωρίσιμο γραφικό χαρακτήρα, ότι η γραφή της εμφανίζει υψηλότατο βαθμό ατομικότητας, ότι στην άνω (από 5-11-05) διαθήκη εμφανίζεται καλή σύνταξη και κατά το πλείστον ορθογραφία ότι υπάρχει αντιφατικότητα και έλλειψη (σε ορισμένες λέξεις) τονισμού, ότι στο κείμενο εντοπίζονται αφύσικες επαναχαράξεις αδικαιολόγητε ως κοπιαστικές, ότι οι διάφοροι χαρακτήρες διαφαίνεται (γράμματα, αριθμοί) ότι χαράχθηκαν μεμονωμένα (έκαστος αυτοτελώς) και όχι σε συνάρτηση και αρμονική ακολουθία με τις προηγούμενες και επόμενες χαράξεις, δεν διέπονται από αυτοματισμό και αυθορμητισμό, αλλά τουναντίον προκύπτει ότι έχουν αποδοθεί με μεγάλη βραδύτητα και ελεγχόμενο χέρι, ότι η γραφή είναι ολοκληρωτικά ασύνδετη, ότι η γραφή αυτή (στη διαθήκη) από άποψη συνοχής, είναι χαοτική, με μεγάλα μεσολεκτικά διαστήματα, γεγονός που δεν μπορεί να οφείλεται σε φυσιολογική δυσχέρεια χάραξης, αλλά σε λανθασμένη τοποθέτηση του χεριού και του γραφικού μέσου και αποδεικνύει ότι ο συντάκτης είχε εστιάσει την προσοχή του στις μορφές των διαφόρων χαρακτήρων, παραμελώντας τη γενικότερη εμφάνιση του κειμένου, το οποίο δεν εμφανίζει φυσιολογική και αυθόρμητη χάραξη και στερείται ολοκληρωτικά ρυθμού και χαρακτικής ελευθερίας. Οι ίδιοι γραφολόγοι σχολιάζουν περαιτέρω, ότι στο κείμενο καθεαυτό της διαθήκης καταγράφονται τρεις αντιφάσεις και δη: Η πρώτη αντίφαση αφορά στην άρτια διευθέτηση επί του γραφικού πεδίου, την ομαλή τήρηση περιθωρίου, τη ευθύγραμμη οριζόντια ανάπτυξη των γραφικών στίχων και τη σποραδική χάραξη φίνων γραμμώσεων και ομαλών καμπυλόγραμμων τμημάτων, στοιχεία που προϋποθέτουν ανάλογη ευχέρεια και ικανότητα του χεριού, η οποία όμως παραδόξως δεν επεκτείνεται και στη χάραξη του συνόλου των χαρακτήρων, οι οποίοι εμφανίζονται τρομώδεις, πτωχοί, ακαλαίσθητοι, στερούμενοι ρυθμού, αυτοματισμού και αυθορμητισμού. Από δε τα στοιχεία αυτά συνάγεται, ότι επί του προκειμένου δεν έχομε το φυσιολογικό τρόμο τον οφειλόμενο στο γήρας και τον εξ αυτού χαρακτικό περιορισμό, αλλά τον τρόμο της πλαστογραφίας. Η δεύτερη αντίφαση αφορά στον τονισμό, που ενώ υποτίθεται ότι εφαρμόζεται το μονοτονικό σύστημα, αρκετές λέξεις παραμένουν ατόνιστες, ενώ επισημαίνεται και η χάραξη ενός πνεύματος (δασείας). Η Τρίτη αντίφαση αφορά στη διστακτική χάραξη και τη στατικότητα των μορφών, που αναιρείται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου τα γράμματα ή τμήματα αυτών αποδίδονται με άνεση και δυναμισμό. Εξετέρου, οι προεκτεθέντες γραφολόγοι από τη συγκριτική αντιπαραβολή του κειμένου της υπό έλεγχο διαθήκης και των εγγράφων του (συγκριτικού) υλικού κατέληξαν σε σχέση με την γραφή - υπογραφή της (από 5-11-05) διαθήκης, ότι: 1) Έχει γραφή στρογγυλή, αδιαμόρφωτη, χωρίς συνοχή και προσωποπαγή ατομικά γνωρίσματα. 2) Ότι έχει χάραξη στατική, βραδεία, ελεγχόμενη, στερούμενη ρυθμού και αυθορμητισμού. 3) Ότι παρατηρείται τρομώδης απόδοση, δισταγμός, επαναχαράξεις, πρόσθετες γραμμές. 4) Ότι είναι κείμενο χωρίς ορθογραφικά λάθη. 5) Ότι τηρήθηκε μονοτονικό σύστημα με παράλειψη τονισμού πολυσύλλαβων λέξεων. 6)Ότι η χάραξη της οξείας γίνεται ως αμυδρής τελείας. 7) Ότι εντοπίζεται γράμμα "α" με άψογο κυκλικό τμήμα και εφαπτόμενη γραμμή που αρχίζει από ψηλά και περατούται με βραχεία απόληξη. 8) Ότι παρατηρείται γράμμα "δ" με ομαλό και κλειστό κατά κανόνα το κάτω τμήμα. 9) Ότι παρατηρείται γράμμα "μ" με το καθοδικό στέλεχος να αρχίζει από το ίδιο ύψος του κορμού. 10) Γράμμα "π" με επιστεγαστική γραμμή ελαφρά καμπυλόγραμμη, τοποθετούμενη χαμηλά. 11) Γράμμα "τ" υψηλόσωμο και με βραχύ το άνω οριζόντιο τμήμα. 12) Γράμμα "Σ" με γωνιώσεις / οφθαλμίδια. 13) Αριθμός "1" με οξυγώνιο και ευθυτενές το άνω άγκιστρο. 14) Αριθμός "2" με ανοικτό το άνω τμήμα και γωνιώδη αναστροφή κατά τη γραμμή βάσης και 15) Υπογραφή βραδείας και ελεγχόμενης χάραξης, ως αποτέλεσμα έλλειψης εξοικείωσης με το συγκεκριμένο υπογραφικό τύπο. Σε σχέση με τα γνήσια στοιχεία (της θανούσας) του συγκριτικού υλικού, οι εν λόγω γραφολόγοι κατέληξαν αντιστοίχως στα κατωτέρω: 1) Γραφή στενότερη, διαμορφωμένη, ρέουσα, με πληθώρα ατομικών χαρακτηριστικών. 2) Χειρογράφηση ταχεία, ρέουσα, συνεκτική, διεπόμενη από αυθορμητισμό και αυτοματισμό. 3) Σταθερή και ομοιογενής χάραξη, απαλλαγμένη ελαττωμάτων, ακόμη και στις περιπτώσεις της μικρότερης ποιοτικής απόδοσης. 4) Κείμενα με αρκετά και σημαντικά ορθογραφικά λάθη. 5) Πολυτονικό σύστημα με χρήση πνευμάτων, περισπωμένης και τονισμό και των μονοσύλλαβων λέξεων. 6) Οξεία εκτεταμένη και με κλίση δεξιά, ως βαρεία. 7) Γράμμα "α" με την έναρξη να είναι εμφανής αριστερά του κυκλικού τμήματος και την εφαπτόμενη γραμμή να αρχίζει από πολύ χαμηλά και να περατούται με εκτεταμένη γραμμή να αρχίζει από πολύ χαμηλά και να περατούται με εκτεταμένη προς τα δεξιά απόληξη. 8) Γράμμα "δ" με ανοικτό κατά κανόνα ή γωνιώδες το κάτω τμήμα. 9) Γράμμα "μ" με το καθοδικό στέλεχος να αρχίζει από σημείο σαφώς υψηλότερα του κορμού. 10) Γράμμα "π" με ωοειδή επιστεγαστική γραμμή, εκτεινόμενη προς τα άνω και στη συνέχεια κάτω. 11) Γράμμα "τ" με έναρξη από σημείο πολύ χαμηλά και ισοϋψές με τα άλλα "μικρά" γράμματα. 12) Γράμμα "Σ" χωρίς γωνιώσεις, αποδιδόμενο κατά κανόνα με ελαφρά καμπύλες γραμμές. 13) Αριθμός "1" με έντονα καμπυλόγραμμο το άνω άγκιστρο. 14) Αριθμός "2" με κλειστό (διπλοχαρασσόμενο) το άνω τμήμα και έντονα καμπυλόγραμμη την αναστροφή στον πόδα και την γραμμή βάσης και 15) Υπογραφές άνετες και ρέουσες ως αποτέλεσμα αντανακλαστικής κι αυτοματοποιημένης υπογραφικής λειτουργίας. Έτσι περαιτέρω, οι ανωτέρω καταγραφόμενες διαφορές δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν ότι οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στο προχωρημένο της ηλικίας ή και σε συνυπάρχουσα πάθηση της φερόμενης ως διαθέτιδας, γιατί ναι μεν το γήρας και η πάθηση επιφέρουν έκπτωση της εν γένει χαρακτικής ικανότητας, όμως σε κάθε περίπτωση ο γραφικός και υπογραφικός χαρακτήρας παραμένει ο ίδιος ως προς τα δομικά γραφολογικά χαρακτηριστικά του, περαιτέρω δε ότι ένα άτομο, ιδίως ηλικιωμένο ή και πάσχον, δεν μπορεί να απομακρύνεται από τις μακρόχρονα επαναλαμβανόμενες γραφικές και υπογραφικές του συνήθειες και να υιοθετεί νέες πρακτικές. Προσέτι, οι πιο πάνω γραφολόγοι αποφαίνονται καταληκτικά και κατηγορηματικά, ότι η επίμαχη (από 5-11-2005) ιδιόγραφη διαθήκη δεν γράφηκε, ούτε χρονολογήθηκε και ούτε υπογράφηκε από τη φερόμενη ως διαθέτιδα αυτής Β. Κ.. Οι προαναφερθείσες επιστημονικές απόψεις είναι πειστικές και δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο της εκθέσεως του πρωτοδίκως διορισμένου γραφολόγου - πραγματογνώμονα, Χ. Γ.. Ο τελευταίος αναφέρει, ότι η συγκεκριμένη δειγματική γραφή της πειστήριας διαθήκης, που χαράσσεται με προσοχή, σχετική επιμέλεια και τάση απόδοσης αρκετών χαρακτήρων με καλλιγραφική μορφή, στοιχεία τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα η δειγματική γραφή να μη αντιστοιχεί "πλήρως" στην ποιότητα των γραφολογικών της χαρακτηριστικών σε σχέση με εκείνα της πειστήριας διαθήκης. Στο δε τελικό του συμπέρασμα αυτός (πραγμ/νας Χ. Γ.) καταλήγει ότι η ανωτέρω (από 5-11-05) ιδιόγραφη διαθήκη "είναι πολύ πιθανό να έχει συνταχθεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από την εκλιπούσα Β. Κ.". Πλην όμως η εν λόγω γνώμη του πραγματογνώμονα δεν ενέχει τεκμηριωμένη αδιάσειστα, επιστημονική αρτιότητα, ανατρεπόμενη από την εμπεριστατωμένη ανάπτυξη των προμνησθέντων συναδέλφων του, δοθέντος ότι αυτός (πραγματογνώμονας Χ. Γ.) διατύπωσε όλο από πλευράς λεπτομερειακών (όπως όφειλε) απαντήσεων συμπέρασμα. Ειδικότερα: 1) Δεν επεσήμανε τη στατική, βραδεία και ελεγχόμενη χειρογράφηση στο κείμενο και την υπογραφή της διαθήκης, ούτε το χαρακτικό εν γένει δισταγμό, ο οποίος αυτοαναιρείται από τις κατά περίπτωση φίνες γραμμές, τις ομαλές καμπύλες και τις δυναμικές εκτελέσεις. 2) Δεν έδωσε πειστική ερμηνεία (εξήγηση) για τις επαναχαράξεις - συμπληρωματικές γραμμές και τη διαφορά στο κεφαλαίο "Σ", στοιχεία που και ο ίδιος ανίχνευσε στο κείμενο της διαθήκης. 3) Δεν εντόπισε τις δομικές (μορφολογικές) διαφορές ιδίως στα γράμματα "α, δ, μ, π, τ" και τους αριθμούς "1,2" και 4) Δεν επεσήμανε τις ανομοιότητες στην ορθογραφία και εφαρμοζόμενο σύστημα τονισμού και δεν εντόπισε, τη λεπτομερειακής φύσεως αλλά άκρως αποκαλυπτική, διαφορά στη μορφή και τη φορά της οξείας, όλα δε τα ανωτέρω (υπό στοιχ. 1 έως και 4) στα πλαίσια της επιστημονικώς επιβεβλημένης συγκριτικής αντιπαραβολής (με αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία) της διαθήκης και του δειγματικού υλικού. Βάσει των προδιαλαμβανομένων σκέψεων το Εφετείο τελεί σε ασφαλή κρίση ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη δεν γράφηκε, ούτε χρονολογήθηκε και ούτε υπογράφηκε από την Β. Κ. και, άρα, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της κηρύξεώς της ως κυρίας (κατ' άρθρ. 1776 Α.Κ., 808 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Η εν λόγω κρίση δεν μπορεί να κλονισθεί από την αποκλίνουσα, αλλά εστιασμένη, στην αβεβαιότητα άποψη του πραγματογνώμονα Χ. Γ.. Δικαιοσύνη, όμως, δεν μπορεί να απονεμηθεί χωρίς σταθερή (έστω και στο επίπεδο της καθιερουμένης εν προκειμένω πιθανολογήσεως) δικανική πεποίθηση. Η προαναφερθείσα κρίση (περί του ότι η από 5-11-2005 ιδιόγραφη διαθήκη δεν αποτελεί προϊόν γραφής και υπογραφής της Β. Κ.) ενισχύεται και από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα των παρεμβάντων, ο οποίος είπε, ότι δεν είναι τα γράμματα της Β. Κ. στην εν λόγω διαθήκη. Η πιο πάνω κατάθεση δεν ανατρέπεται από την γενικόλογη, ασαφή και μη ενέχουσα αξιοπιστία κατάθεση του μάρτυρα (-συνεργάτη) της αιτούσας (η οποία είναι λογίστρια), ο οποίος (όταν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του επεδείχθη η από 5-11-05 διαθήκη) είπε "τα γράμματα μου θυμίζουν το γραφικό χαρακτήρα της θανούσας", αφήνοντας έτσι την αβεβαιότητα (και επομένως μη πειστικότητα) να επισκιάζει την κατάθεσή του". Ήδη, με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στη προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες συνιστάμενες στο γεγονός ότι οι προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 148/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι ελλειπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές και για τους ακόλουθους ειδικότερα λόγους που επισημαίνονται με το αναιρετήριο: "α. Δέχεται το δικαστήριο ότι η γραφή της διαθήκης εμφανίζει υψηλότατο βαθμό ατομικότητας, υπάρχει αντιφατικότητα και έλλειψη σε ορισμένες λέξεις τονισμού, αφύσικες επαναχαράξεις αδικαιολόγητες και κοπιαστικές χωρίς όμως να προσδιορίζει την μορφή και το είδος της ατομικότητας και γιατί θεωρείται υψηλότατος βαθμός, αφού δεν καθορίζεται η πλήρης εμφάνιση με τα κύρια χαρακτηριστικά. Επίσης δεν προσδιορίζεται η διαπιστουμένη αντιφατικότητα, ήτοι ποια είναι η συγκεκριμένη αντιφατικότητα, και σε ποιο σημείο εμφανίζονται κατά φύση, ειδική μορφή. Εντοπίζει το δικαστήριο αφύσικες επαναχαράξεις αδικαιολόγητες ως κοπιαστικές, όμως δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται το αφύσικο των επαναχαράξεων και δεν προσδιορίζεται ο αριθμός των επαναχαράξεων, η μορφή και το είδος. Επίσης δεν αιτιολογεί γιατί οι επαναχαράξεις θεωρούνται αφύσικες αδικαιολόγητες και κοπιαστικές χωρίς να μορφοποιείται η έννοια του κοπιαστικού και πως διακρίνεται η κοπιαστική μορφή των επαναχαράξεων. β.- Δέχεται το δικαστήριο ότι οι διάφοροι χαρακτήρες διαμορφώνονται ότι χαράχθηκαν μεμονωμένα και όχι σε συνάρτηση και αρμονική ακολουθία με τις προηγούμενες και επόμενες χαράξεις, δεν διέπονται από αυτοματισμό και αυθορμητισμό, αλλά τουναντίον προκύπτει ότι έχουν αποδοθεί με μεγάλη βραδύτητα και ελεγχόμενο χέρι. Όμως δεν προσδιορίζει το δικαστήριο ποια είναι τα γράμματα ή οι αριθμοί που έχουν χαραχθεί μεμονωμένα και σε τι συνίσταται το μεμονωμένο. Επίσης δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η συνάρτηση η αρμονική ακολουθία σε σχέση με τις προηγούμενες και επόμενες χαράξεις, έτσι ώστε να ελεχθεί η ειδοποιός διαφορά και χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει οποία είναι η μορφή και το είδος των επομένων χαράξεων. Δέχεται ότι οι χαράξεις αυτές δεν διέπονται από αυτοματισμό και αυθορμητισμό, εν τούτοις δεν καθορίζει την μορφή, το είδος και την έκταση του αυθορμητισμού και αυτοματισμού και δεν προσδιορίζει την έννοια του αυθορμητισμού και του αυτοματισμού. γ. Δέχεται ότι η γραφή της διαθήκης από άποψη συνοχής είναι χαοτική, με μεγάλα μεσολεκτικά διαστήματα, γεγονός που δεν μπορεί να οφείλεται σε φυσιολογική δυσχέρεια χάραξης αλλά σε λανθασμένη τοποθέτηση του χεριού και του γραφικού μέσου και αποδεικνύει ότι ο συντάκτης είχε εστιάσει την προσοχή του στις μορφές των διαφόρων χαρακτήρων, παραμελώντας την γενικότερη εμφάνιση του κειμένου, το οποίον δεν εμφανίζει φυσιολογική και αυθόρμητη χάραξη και στερείται ολοκληρωτικά ρυθμού και χαρακτήρος ελευθερίας. Όμως δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η χαοτική μορφή της γραφής της διαθήκης, ποία και πόσα είναι τα μεγάλα μεσολεκτικά διαστήματα της γραφής της διαθήκης. Επίσης δεν καθορίζει την μη φυσιολογική και αυθόρμητη χάραξη του κειμένου της διαθήκης, δηλαδή δεν προσδιορίζει την μορφή της φυσιολογικής και αυθόρμητης χάραξης του κειμένου της διαθήκης έτσι ώστε να καθορισθεί μη φυσιολογικό και το μη αυθόρμητο, έννοιες μη ταυτιζόμενες, αλλά υπό μορφή αντιθέσεως εμφανιζόμενες. Επίσης δέχεται ότι το κείμενο της διαθήκης στερείται ολοκληρωτικά ρυθμού και χαρακτηριστικής ελευθερίας, όμως δεν καθορίζεται η έννοια του ρυθμού και της χαρακτικής ελευθερίας. Κατ' αρχήν δεν προσδιορίζει το δικαστήριο ποιοι είναι οι κανονικοί ρυθμοί και η χαρακτική ελευθερία της γραφής ώστε να κριθεί η στέρηση του αναγκαίου ρυθμού και της χαρακτικής.

Δ. Δέχεται το Δικαστήριο ότι στο κείμενο διαθήκης καταγράφονται τρεις αντιφάσεις. Η πρώτη φορά στην άρτια διευθέτηση επί του γραφικού πεδίου στην ομαλή τήρηση περιθωρίου, την ευθύγραμμη οριζόντια ανάπτυξη των γραφικών στίχων και την σποραδική χάραξη φίνων γραμμώσεων και ομαλών καμπυλόγραμμων τμημάτων, στοιχεία που προϋποθέτουν ανάλογη συνέχεια και ικανότητα του χεριού, η οποία όμως παραδόξως δεν επεκτείνεται και σε χάραξη του συνόλου των χαρακτήρων, οι οποίες εμφανίζονται τρομώδεις, πτωχοί, ακαλαίσθητοι, στερούμενοι ρυθμού, αυτοματισμού και αυθορμητισμού. Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι επί του προκειμένου δεν έχομε φυσιολογικό τρόμο τον οφειλόμενο στο γήρας και τον εξ αυτού χαρακτικό περιορισμό, αλλά τον τρόμο της πλαστογραφίας. Όμως το δικαστήριο δεν προσδιορίζει την μορφή, το είδος και την έκταση του τρομώδους των χαρακτήρων. Επίσης δεν καθορίζει την μορφή και το είδος της πτωχείας των χαρακτήρων, ήτοι σε τι συνίσταται το πτωχό των χαρακτήρων και οι χαρακτήρες αυτοί στερούνται ρυθμού, αυτοματισμού και αυθορμητισμού, χωρίς να καθορίζεται σε τι συνίσταται ο ρυθμός, ο αυτοματισμός και ο αυθορμητισμός. Περαιτέρω δεν προσδιορίζει το δικαστήριο ποιος είναι ο φυσιολογικός τρόμος του γήρατος και ο εξ αυτού περιορισμός, εφ' όσον δέχεται ότι δεν υπάρχει στην συγκεκριμένη περίπτωση τρόμος γήρατος. Αντίθετα δέχεται ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση τρόμος γήρατος. Αντίθετα δέχεται ότι υπάρχει τρόμος πλαστογραφίας, χωρίς να προσδιορίζει την μορφή, το είδος και την έκταση του τρόμου της πλαστογραφίας, ήτοι δεν προσδιορίζει το κύριο χαρακτηριστικό του τρόμου της πλαστογραφίας. Υπάρχει μία έκδηλη ελλιπής αιτιολογία. Ε. Δέχεται το δικαστήριο ότι η δεύτερη αντίφαση αφορά τον τονισμό, που ενώ υποτίθεται ότι εφαρμόζεται το μονοτονικό σύστημα, αρκετές λέξεις παραμένουν ατόνιστες. Εντούτοις, δεν προσδιορίζει τον αριθμό των λέξεων, όσες φέρονται ότι δεν έχουν τονισμό, ώστε να κριθεί ότι η έλλειψη αυτή είναι συστηματική και όχι περιστασιακή. Στ.- Η Τρίτη αντίφαση αφορά στη διστακτική χάραξη και την στατικότητα των μορφών, που αναιρείται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου τα γράμματα ή τα τμήματα αυτών αποδίδονται με άνεση και δυναμισμό. Όμως το δικαστήριο δεν καθορίζει την έννοια της διστακτικής χάραξης και της σταθερότητας των μορφών, η οποία αναιρείται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, χωρίς να προσδιορίζονται οι περιπτώσεις αυτές ώστε να κριθεί το σύνηθες ή το περιστασιακό.

ζ.- Το δικαστήριο ερευνώντας την γραφή της διαθήκης δέχεται ότι η γραφή είναι αδιαμόρφωτη χωρίς συνοχή και προσωποπαγή ατομικά γνωρίσματα. Όμως δεν αιτιολογεί σε τι συνίσταται το αδιαμόρφωτο, η έλλειψη συνοχής και ποια έπρεπε να είναι τα προσωπικά γνωρίσματα. η. - Δέχεται το δικαστήριο ότι η γραφή έχει χάραξη στατική, βραδεία, ελεγχόμενη, στερούμενη ρυθμού και αυθορμητισμού. Παρά ταύτα δεν αιτιολογεί την μορφή της στατικής χάραξης, τα στοιχεία μιας βραδείας γραφής, το περιεχόμενο της ελεγχόμενης γραφής και ποιος ήταν ο κανονικός ρυθμός γραφής, και ο απαιτούμενος αυθορμητισμός, αφού δεν προσδιορίζεται η έννοια, η μορφή και το είδος του αυθορμητισμού. Θ. - Δέχεται ότι ενώ τηρήθηκε το μονοτονικό σύστημα υπάρχουν λέξεις χωρίς τονισμό. Όμως δεν προσδιορίζει τον αριθμό των μη τονισμένων λέξεων προκειμένου να κριθεί το ηθελημένο της παραλείψεως ή το μεμονωμένο γεγονός. Σχετικώς με τα γνήσια στοιχεία της αποβιωσάσης του συγκριτικού υλικού πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:

Α. - Το δικαστήριο δέχεται ότι η γραφή των γνησίων στοιχείων είναι στενότερη, διαμορφώνεται ρέουσα, με πληθώρα ατομικών χαρακτηριστικών. Όμως το δικαστήριο δεν αιτιολογεί και δεν προσδιορίζει το βαθμό της στενής γραφής και δη του όρου (στενότερη γραφή). Κατά ποιον τρόπο θεωρείται το διαμορφωμένο της γραφής σε σχέση με το αδιαμόρφωτο. Δέχεται την ύπαρξη πλήθους ατομικών χαρακτηριστικών, χωρίς να καθορίζει οποία είναι τα ατομικά χαρακτηριστικά, την μορφή, το είδος και την έκταση. β. - Δέχεται ότι η γραφή είναι ταχεία, ρέουσα, συνεκτική, διεπόμενη από αυθορμητισμό και αυτοματισμό. Παρά ταύτα δεν εξεδικεύει τους όρους ταχεία γραφή ρέουσα γραφή, συνεκτική με αυθορμητισμό και αυτοματισμό. Δεν προσδιορίζει πως διαμορφώνεται ο αυθορμητισμός και ποία τα κύρια χαρακτηριστικά. Ελλιπείς παραδοχές κατά περιεχόμενο.

γ. - Δέχεται το δικαστήριο ότι η γραφή επί των γνησίων εγγράφων συγκριτικών, είναι σταθερή, ομοιογενής χάραξη, απηλλαγμένη ελαττωμάτων. Όμως δεν προσδιορίζει την μορφή της σταθερής γραφής, τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής. Επίσης δεν αιτιολογεί την ομοιογενή χάραξη, δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά. Επίσης δεν αναφέρει ποια είναι τα ελαττώματα, από τα οποία είναι απηλλαγμένη η γραφή. δ. - Αποδέχεται ότι τα κείμενα έχουν αρκετά και σημαντικά ορθογραφικά λάθη, χωρίς όμως να προσδιορίζει την ποσότητα των λαθών, την μορφή των λαθών και τις λανθασμένες λέξεις. Υπάρχει ελλιπής παραδοχή.

ε. - Περαιτέρω το δικαστήριο δέχεται τα εξής κατ' αντιπαραβολή της γραφής των γνησίων συγκριτικών εγγράφων με τη γραφή της διαθήκης. α. - Στα συγκριτικά έγγραφα το γράμμα (α) με την έναρξη είναι εμφανής αριστερά του κυκλικού τμήματος και την εφαπτόμενη γραμμή αρχίζει από πολύ χαμηλά και πέρα ταύτα με συντεταγμένη προς τα δεξιά απόληξη, ενώ στην γραφή της διαθήκης εντοπίζεται γράμμα (α) με άψογο κυκλικό τμήμα και εφαπτομένη γραμμή που αρχίζει από ψηλά και περατούται με βραχεία απόληξη. β. - Στα γνήσια έγγραφα παρατηρείται γράμμα -δ- με ανοικτό δεκτό κανόνα ή γωνιώδες το κάτω τμήμα, ενώ στη γραφή της διαθήκης το γράμμα (δ) είναι ομαλό και κλειστό κατά κανόνα το κάτω τμήμα.

γ. - Γνήσια έγγραφα το γράμμα (μ) έχει καθοδικό στέλεχος και αρχίζει από το ίδιο ύψος του κορμού, ενώ στην γραφή της διαθήκης παρατηρείται το καθοδικό στέλεχος αρχίζει από σημείο σαφώς υψηλότερα του κορμού. δ. - Στα γνήσια έγγραφα παρατηρείται το γράφημα (π) με ωοειδή επιστεγαστική γραμμή εκτεινόμενη προς το άνω και σε συνέχεια κάτω, ενώ στην διαθήκη το γράμμα (π) εμφανίζεται με επιστεγαστική γραμμή ελαφρά καμπυλόγραμμη τοποθετούμενη χαμηλά.

ε. - Στα γνήσια έγγραφα το γράμμα (τ) εμφανίζεται με έναρξη από σημείο πολύ χαμηλά και ισοϋψές με τα άλλα μικρά γράμματα, ενώ στην γραφή της διαθήκης το γράμμα (τ) παρουσιάζεται υψηλόσωμο και με βραχύ το άνω οριζόντιο τμήμα.

στ. - Στα γνήσια έγγραφα το γράμμα (Σ) εμφανίζεται χωρίς γωνιώσεις, αποδιδόμενο κατά κανόνα με ελαφρά καμπύλες γραμμές, ενώ στην γραφή της διαθήκης, το γράμμα (Σ) εμφανίζεται με γωνιώσεις (οφθαλμίδια).

ζ. - Στα γνήσια έγγραφα ο αριθμός (1) εμφανίζεται με έντονα καμπυλόγραμμο το άνω άγκιστρο, ενώ ο αριθμός (1) στην διαθήκη εμφανίζεται με οξυγώνιο και ευθυτενές άγκιστρο. η.- Στα γνήσια έγγραφα ο αριθμός (2) εμφανίζεται με κλειστό (διπλοχαρασσομένο) το άνω τμήμα και έντονα καμπυλόγραμμο στην αναστροφή στο πόδι και τη γραμμή βάσης, ενώ ο αριθμός (2) στην διαθήκη εμφανίζεται με ανοικτό το άνω τμήμα και γωνιώδη αναστροφή κατά την γραμμή βάσης. δ.- Στα γνήσια έγγραφα δέχεται το δικαστήριο ότι οι υπογραφές είναι άνετες και ρευστές ως αποτέλεσμα αντανακλαστικής και αυτοματοποιημένης υπογραφικής λειτουργίας, ενώ στην διαθήκη η υπογραφή είναι βραδεία και ελεγχόμενη στην χάραξη, ως αποτέλεσμα έλλειψης εξειδίκευσης με συγκεκριμένο υπογραφικό τύπον.

Όμως το δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές συνιστούν ουσιώδεις παραλλαγές, οι οποίες μεταμορφώνουν της γραφολογικές μεταποιήσεις και έτσι μεταβάλλουν σημαντικά τα κύρια χαρακτηριστικά των επί μέρους γραμμάτων και αριθμών, όπως αναφέρθησαν ανωτέρω και δημιουργούν την πεποίθηση περί διαφορετικής γραφής προερχομένης από άλλο πρόσωπο, πλην της διαθέτιδος. Περαιτέρω το δικαστήριο δέχεται ότι οι ανωτέρω αναγραφόμενες διαφορές δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν ότι οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στο προχωρημένο της ηλικίας ή και σε συνυπάρχουσα πάθηση της φερόμενης ως διαθέτιδος, γιατί ναι μεν το γήρας και η πάθηση επιφέρουν έκπτωση της εν γένει χαρακτικής ικανότητος, όμως σε κάθε περίπτωση ο γραφικός και υπογραφικός χαρακτήρας παραμένει ο ίδιος ως προς τα δομικά γραφολογικά χαρακτηριστικά, περαιτέρω δε από ένα άτομο, ιδίως ηλικιωμένο ή και πάσχον, δεν μπορεί να απομακρύνεται από τις μακρόχρονα επαναλαμβανόμενες γραφικές και υπογραφικές του συνήθειες και να υιοθετεί νέες πρακτικές.

Με το να δεχθεί το Δικαστήριο ότι οι διαφοροποιήσεις δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν ότι οφείλοντο αποκλειστικά και μόνον στο προχωρημένο της ηλικίας ή και σε συντρέχουσα πάθηση της διαθέτιδος αμφιβάλλει περί της αιτιολογίας των διαπιστωθεισών διαφοροποιήσεων άνευ θετικής κρίσεως και έτσι η αιτιολογία είναι αμφισβητούμενη ενδοιαστική. Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι το γήρας και η πάθηση επιφέρουν έκπτωση της χαρακτικής ικανότητος, όμως δεν προσδιορίζει, εάν η φερομένη ως διαθέτις έπασχε από κάποια ασθένεια με άμεση έκπτωση της χαρακτικής ικανότητος ώστε να θεωρηθεί ότι οι διαφοροποιήσεις οφείλονται στην πάθηση. Το δικαστήριο ΥΠΟΘΕΤΙΚΩΣ ΚΡΙΝΕΙ ΤΗΝ ΤΥΧΟΝ ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΤΙΔΟΣ. Όμως δέχεται ότι εν υπάρξει παθήσεως, στο πρόσωπο της διαθέτιδος, δεν μεταβάλλεται ο γραφικός και υπογραφικός χαρακτήρας χωρίς όμως να αιτιολογεί δια ποιον λόγον η οποιαδήποτε μορφή πάθησης και προκεχωρημένου σταδίου δεν συνεπάγεται έκπτωση της διανοητικής λειτουργίας, εντεύθεν δε και της αλλοιώσεως της γραφής ακουσίως.

Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Με όσα εκτίθενται κατά τα προαναφερθέντα στον ερευνόμενο εδώ αναιρετικό λόγο, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που επίσης προαναφέρθηκαν, δεν προβάλλονται πλημμέλειες που να εμπίπτουν στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφ' όσον δεν αφορούν ανεπαρκείς ή ασαφείς αιτιολογίες "επί ζητήματος" κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, δηλαδή επί ισχυρισμών που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά σε απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με τη βαρύτητα των αποδεικτικών στοιχείων της από 10-5-2007 έκθεσης ιδιωτικής γραφολογικής πραγμ/νης και της με αριθμό 77/2007 έκθεσης γραφολογικής πραγμ/νης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των οποίων το περιεχόμενο και μόνον (που εμφανίζεται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες), έχει περιληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το στάδιο της αποδεκτικής αξιολόγησης των ίδιων αποδεικτικών στοιχείων, σε συνδυασμό και με την συνεκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, και πριν το Δικαστήριο να καταλήξει στο σαφές και αναμφίβολο αποδεικτικό πόρισμα του ότι: " η επίμαχη διαθήκη δεν γράφηκε ούτε χρονολογήθηκε και ούτε υπογράφηκε από τη φερόμενη ως συντάκτρια της Β. Κ.". Εν όψει αυτών, ο κρινόμενος εδώ δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγος της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 2/2008). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η επίμαχη διαθήκη ήταν γνήσια την υπ' αριθ. 77/2007 έκθεση γραφολογικής πραγμ/νης που διατάχθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του δικαστικού γραφολόγου Χ. Γ., το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και το πιο πάνω έγγραφο που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως προαναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για γνησιότητα της επίμαχης διαθήκης. Καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω αποδεικτικό στοιχείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αξιολογώντας μάλιστα με ειδικές σκέψεις το περιεχόμενό του κατά την εκτίμηση της αποδεικτικής ισχύος του ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (αρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-7-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 148/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ