Legislator Case Law & Legislation
325/2008 AI generated

325/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 325/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

325/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές, όσες δεν έχουν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους, εντός της οριζόμενης προθεσμίας πέντε ετών, που μπορεί να παρατείνεται με νόμο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 325 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 325/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βενέτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Ευθύμιο Τσάκα., πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-1996 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 8342/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-2-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 16-10-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές, όσες δεν έχουν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους, εντός της οριζόμενης προθεσμίας πέντε ετών, που μπορεί να παρατείνεται με νόμο.

Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές ως και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που τους ανατίθενται με νόμο. Εξ άλλου, από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Κώδικα Οργανισμού Φορολογικών Δικαστηρίων (ΝΔ 3845/1958), 1 και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (Ν. 4125/1960), όπως αυθεντικώς ερμηνεύτηκαν από το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 4486/1965, και τα άρθρα 1 επ.

του Ν. 1406/1983, προκύπτει ότι οι διαφορές που γεννιούνται μεταξύ φορολογικής αρχής και φορολογουμένου για το αν οφείλεται ή όχι φόρος, μεταξύ των οποίων και εκείνες περί επιστροφής φόρου του φορολογούμενου κατά του Δημοσίου, φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα φορολογικής διαφοράς που είναι δημόσια διαφορά, αφού, ειδικά ως προς την επιστροφή φόρων, προέχει η λύση του ζητήματος αν οφείλονταν και συνεπώς καλώς καταβλήθηκαν φόροι, και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 340/1987).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 6-12-1996 ανακοπή της, όπως από αυτή προκύπτει, αλλά δέχθηκε και το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του, η ανακόπτουσα και τώρα αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι προς ικανοποίηση της λεπτομερώς περιγραφόμενης σ' αυτή απαίτησής της κατά της εταιρείας "Α.Κ. ΚΟΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕΒΕ", προερχόμενης από οριστικό κλείσιμο συμβάσεων πιστώσεων με ανοιχτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 999.617.361 δραχμών, κατέσχε αναγκαστικά κατά τον ΚΠολΔ και το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 2362/1995 στα χέρια του καθ' ου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ως τρίτου, το ποσό των 662.145.526 δραχμών, που αφορά επιστροφές φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) του αναιρεσίβλητου προς την οφειλέτρια αυτής (αναιρεσείουσας) ως άνω εταιρεία.

Το καθ'ου δια του αρμοδίου οργάνου του, έκανε περί της κατασχέσεως αυτής αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, αφ' ενός μεν να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται η πιο πάνω απαίτηση της οφειλέτριας αυτής ως άνω εταιρείας έναντι του αναιρεσιβλήτου και αφ' ετέρου να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει το ποσό των 662.145.526 δραχμών.

Κρίσιμο στοιχείο, εν προκειμένω, για τον καθορισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας, είναι όχι η αστική φύση της απαιτήσεως της κατασχεσάσης αναιρεσείουσας κατά της οφειλέτριάς της, της οποίας τελικά επιδιώκεται η ικανοποίηση μέσω της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, αφού αυτή δεν είναι επίδικη, αλλά η φύση της απαιτήσεως που κατασχέθηκε, εφόσον αυτή τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής, δεδομένου ότι η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΚΠολΔ 986) επέχει κατ' ουσία θέση αγωγής του αρχικού οφειλέτη (και δανειστή του τρίτου) κατά του τρίτου.

Επομένως, η φερόμενη ως υπάρχουσα απαίτηση της οφειλέτριας εταιρείας της ανακόπτουσας, η οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά στα χέρια του αναιρεσιβλήτου, προέρχεται από φόρους προστιθέμενης αξίας και εντεύθεν η υποκείμενη σχέση είναι δημοσίου δικαίου, με συνέπεια, με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, να προσλαμβάνει η υπόθεση τον χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς για την επίλυση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα διοικητικά δικαστήρια.

Το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν, ορθά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας με την προσβαλλόμενη απόφασή του και επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της κρινόμενης ανακοπής, την οποία και απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 1,2 και 4).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559, αφού δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 14 (όχι και 4) του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου που δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, μετριαζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ`αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, για αναίρεση της 8342/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ