Legislator Case Law & Legislation
325/2007 AI generated

325/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 325/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

325/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 325 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 325/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1..... και 2. ..., από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Αρκουμάνη και η δεύτερη παραστάθηκε με τον ίδιο παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Παϊπέτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2003 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 166/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας και 218/2005 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 16-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί. Έτσι δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση ενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση ότι το Εφετείο (που δίκασε την από 16-2-2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή αποζημίωσης λόγω πραγματικού ελαττώματος του χώρου που του εκμίσθωσαν οι αναιρεσείοντες) δεν έλαβε υπόψη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περιεχομένη α) στο δικόγραφο των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, όπου αναφέρει "Είναι δυνατόν να...

είχα πληροφορηθεί την ύπαρξη του ελαττώματος και παρόλα αυτά να είχα αποδεχθεί την μίσθωση, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκδόσεως αδείας λειτουργίας της επιχείρησης που σκόπευα να λειτουργήσω;" και β) στο δικόγραφο της αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, όπου αναφέρει ότι "επί τρία χρόνια μελετούσα την αγορά και είχα έρθει σε διαβουλεύσεις, με στόχο την βέβαιη επιτυχία της λειτουργίας της επιχειρήσεώς μου.

Όταν πλέον είχα πεισθεί για την επιτυχία του εγχειρήματός μου, διερεύνησα την περιοχή ...... με σκοπό την ανεύρεση του κατάλληλου μισθίου. Τελικά επέλεξα αυτό των εναγομένων". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του ως απαράδεκτος, διότι οι αναφορές αυτές δεν αποτελούν δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, αλλά α) αιτιολογημένη άρνηση του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε το ελάττωμα του μισθίου κατά την συνομολόγηση της σύμβασης μισθώσεως και β) επιχειρήματα προς στήριξη της αγωγής του.

Ο ίδιος λόγος, που κατά τα λοιπά αποδίδει στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι κατ΄ άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει, καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ, πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. ΑΠ 3/1997), όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή άρνηση, έστω και ανεπτυγμένη, της ιστορικής βάσεως της αγωγής, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, με τους οποίους είχαν προτείνει, ότι δεν εγνώριζαν, ούτε ώφειλαν να γνωρίζουν κατά την συνομολόγηση της σύμβασης μισθώσεως το ελάττωμα του μισθίου, ότι δηλαδή η μελλοντική ρυμοτόμηση του ακινήτου τους, που θα γινόταν με την σύνταξη της πράξης εφαρμογής στο σχέδιο πόλης, αποτελούσε πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που εμπόδιζε την έκδοση αδείας λειτουργίας για το είδος της επιχειρήσεως που σκόπευε να εγκαταστήσει στο μίσθιο ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ουδέποτε έθεσε θέμα ότι ενδιαφερόταν για τη μίσθωση ενιαίου ακινήτου και όχι ρυμοτομουμένου και ότι έτσι στερήθηκαν, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Συντάγματος, του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας από το Δικαστήριο της ουσίας και υπεράσπισης των συμφερόντων τους.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως προς το πρώτο σκέλος του ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ, αλλά συνιστούν ητιολογημένη άρνηση της αγωγής και ως προς το δεύτερο σκέλος του ως αβάσιμος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν από το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Ο ίδιος λόγος που κατά τα λοιπά αποδίδει στο Εφετείο κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη συναφώς αναπτυχθεί στην πρώτη σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα αναγνώσεώς του, όταν δηλαδή αποδίδεται στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά έχει και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.

Επομένως δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, ούτε ακόμη όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενόμενη παραμόρφωση, περιορίσθηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσεώς του.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔικ λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 17-3-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, διότι, ενώ στον 17 άρθρο αυτού, με τη επικεφαλίδα Ειδικοί Όροι, υποπερίπτωση β, αναφέρεται ότι "Ο μισθωτής έχει την αποκλειστική ευθύνη δια την τυχόν απαιτηθησομένη παρά των αρχών άδεια λειτουργίας της επιχειρήσεώς του εις το μίσθιο και δια την λειτουργίαν αυτής καθ' όλην την διάρκεια της μισθώσεως, των εκμισθωτών ουδεμία ευθύνη εχόντων δια τυχόν μη χορήγησιν ή αφαίρεση της τοιαύτης αδείας", το Εφετείο δέχθηκε ότι για το θέμα της ρυμοτόμησης του οικοπέδου που ήταν σοβαρό και αφορούσε αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία της επιχειρήσεως που σκόπευε να εγκαταστήσει ο μισθωτής (αναιρεσίβλητος), δεν υπήρξε σχετική αναφορά ή επιφύλαξη στο μισθωτήριο συμβόλαιο από μέρους των εκμισθωτών, ήτοι "δέχθηκε ερμηνεία τελείως διάφορη από εκείνη που γίνεται σαφώς αντιληπτή από το οντολογικό περιεχόμενο του εγγράφου".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο σφάλμα αναγνώσεως ως προς το περιεχόμενο του προαναφερομένου εγγράφου, αλλά απλώς σφάλμα ως προς την αναιρετικά ανέλεγκτη - εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2005 αίτηση των 1) .... και 2) ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 218/2005 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ