Legislator Case Law & Legislation
324/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment regarding mandatory joint litigation and procedural errors.

Case Number 324/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a hotel company against a Thessaloniki Regional Court of First Instance judgment. The appellant argued that the lower court erred in failing to declare inadmissible certain appeals filed by the Greek State due to mandatory joint litigation rules and in improperly summoning the appellant as a necessary co-litigant. The court held that the Regional Court correctly identified the mandatory joint litigation bond between the state's appeals and the appellant's appeal, rendering the latter inadmissible, and that the procedural summons was lawful. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the first appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556, 561, 559, 76 of the Code of Civil Procedure; The court must declare an appeal inadmissible if it is bound by mandatory joint litigation with another inadmissible appeal, and a necessary co-litigant may be lawfully summoned to the hearing of that appeal.

Keywords

AI generated
mandatory joint litigation inadmissible appeal necessary co-litigant procedural summons Code of Civil Procedure Greek Supreme Court litigation costs

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 76 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 324 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 324/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Σ.. Α.Ε., που εδρεύει στη ……... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ …….. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής και εν προκειμένω από τον κ. Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. Πολυγύρου. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, ενώ το δεύτερο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2015 αγωγή του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2716/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 556 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα, που ορίζει ότι: "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι κυρία, θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον, πρέπει δηλαδή ο αναιρεσείων να υφίσταται από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τον αντιδικό του, βλάβη, την άρση της οποίας επιδιώκει με την αναίρεση (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 754/2018, ΑΠ 1081/2017).

Το έννομο συμφέρον πρέπει : α) να είναι άμεσο και ατομικό του αναιρεσείοντος, β) να προκύπτει από σφάλμα που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, γ) να προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης και δ) να θεμελιώνεται με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο ή να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 1003/2017) και να υπάρχει για κάθε λόγο (ΑΠ 495/2023, ΑΠ 235/2019).

Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη του αίτησης αναίρεσης ή του σχετικού λόγου ως απαράδεκτου (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 1003/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1παρ.1 β', 2 παρ. 1 α', 54 παρ. 1, 57 παρ. 1 και 3, και 70 παρ. 1, 2 α' και 3 του ν. 4601/2019 "Εταιρικοί μετασχηματισμοί και εναρμόνιση του νομοθετικού πλαισίου με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την έκδοση ηλεκτρονικών τιμολογίων στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων και λοιπές διατάξεις", συνάγεται ότι, αν διασπασθεί μία ανώνυμη εταιρεία (διασπώμενη εταιρεία), χωρίς να λυθεί, με την απόσχιση κλάδου της και την μεταβίβασή του σε άλλη ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται ταυτόχρονα με την διάσπαση (επωφελούμενη εταιρεία), τότε η μεν διάσπαση συντελείται με μόνη την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.

της σύμβασης διάσπασης, η δε επωφελούμενη εταιρεία υποκαθίσταται ως καθολικός διάδοχος της διασπώμενης εταιρείας στην μεταβιβαζόμενη σε αυτήν περιουσία και συνεχίζει αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τις σχετικές δίκες (ΑΠ 1833/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά της αναιρεσείουσας την από 2-11-2015 ανακοπή του, στην οποία, αφού εξέθεσε ότι με επίσπευση της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή - ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας και σε εκτέλεση της από 22-1-2014 επιταγής προς πληρωμή, που ενεγράφη με αίτησή της στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου …...

στις 12-3-2014 και ισχύει ως αναγκαστική κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του Ν.Δ. της 17/7-13/8/1923, εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά στις 29-4-2015 η ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή - ήδη αναιρεσείουσας, συνταχθείσας της υπ' αρ. 10…../29-4-2015 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της συμβολαιογράφου Ν.

Χ. Π. Κ. - Π. και τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα κατακυρώθηκαν στην ίδια την επισπεύδουσα, συνταχθείσας της υπ' αρ. 10……./12-5-2015 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της ιδίας συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, ακολούθως, επικαλούμενο ότι νομιμοποιείται ενεργητικά και ότι έχει έννομο συμφέρον στην άσκηση της ανακοπής, γιατί η καθ' ης η εκτέλεση - δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή κατά τον χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού του όφειλε το ποσό των 94.813,62, ζήτησε να ακυρωθούν οι ανωτέρω έκθεση πλειστηριασμού και περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης γιατί, κατά παράβαση του άρθρου 54 του ΚΕΔΕ, το πρόγραμμα του πλειστηριασμού δεν επιδόθηκε στον αρμόδιο Προϊστάμενο της ΔΟΥ ….....

αφού η έδρα της καθ' ης η εκτέλεση βρίσκεται στην .... Το ανωτέρω δικαστήριο, δικάζοντας με απούσα την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία - ήδη αναιρεσείουσα, αφού έκρινε ότι αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα να παραστεί, και ότι αυτή αντιπροσωπεύεται από την επισπεύδουσα την εκτέλεση και υπερθεματίστρια Τράπεζα - ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, με την οποία τη συνδέει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, την οποία έστρεψε τόσον κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και κατά της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη ως προς την καθ' ης η εκτέλεση - ήδη αναιρεσείουσα, η οποία δεν παραστάθηκε, ακολούθως δε το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και με παραδοχές που δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης, έκανε δεκτή την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την ανακοπή, την απέρριψε ως απαράδεκτη, γιατί αυτή δεν είχε εγγραφεί εντός 30 ημερών από την κατάθεσή της στα βιβλία διεκδικήσεων της περιφέρειας των ακινήτων.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει με την κρινόμενη αναίρεσή της η καθ' ης η εκτέλεση, δηλώνοντας ρητά ότι παραιτείται από την προθεσμία και το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Η αίτηση αναίρεσης, πλήττουσα μόνο την απόρριψη της έφεσης ως προς την αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτη καθό μέρος στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, γιατί αυτό ήταν ομόδικος της αναιρεσείουσας στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, η οποία μάλιστα είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ανακοπής που είχε ασκήσει αυτό και κατά της αναιρεσείουσας, και η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ειδικό έννομο συμφέρον για την απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και κατ' αυτού.

Περαιτέρω η αίτηση αναίρεσης στρέφεται παραδεκτά κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, αφού κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο, η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη είχε τη δικονομική θέση της εκκαλούσας, η δε αναιρεσείουσα τη δικονομική θέση της εφεσίβλητης και συνεπώς αυτές ήταν αντίδικοι, είναι δε αντικείμενο των λόγων αναίρεσης ακριβώς το γενόμενο δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, ενώ και κατά της εκδοθείσας με την απουσία της αναιρεσείουσας απόφασης δεν επιτρέπεται, η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, κατά την διάταξη του άρθρου 937 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται για επιταγή εκτέλεσης, που επιδόθηκε, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, πριν την 1/1/2016, από την οποία ανακοπή άλλωστε σε κάθε περίπτωση ρητά παραιτήθηκε, κατά τα ανωτέρω η αναιρεσείουσα.

Επομένως, αφού και κατά λοιπά η αίτηση αναίρεσης, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ.Πολ.Δ), αφού σημειωθεί ότι νομίμως παρίσταται στο δικαστήριο, με την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ……..

Α.Ε.", με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ.225501000 και Α.Φ.Μ. 094014298, η εδρεύουσα στην……, οδός..... ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ……. Α.Ε.", με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. 157660660000 και Α.Φ.Μ. 996763330, διότι, με την υπ' αριθ. 26……/2020 Συμβολαιογραφική Πράξη Διάσπασης του συμβολαιογράφου ……… Σ. Β., που εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ.

στις 30/12/2020, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η πιο πάνω αρχική διάδικος διεσπάσθη με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητάς της και με την εισφορά του κλάδου αυτού στην ανωτέρω καθολική διάδοχό της, που συστάθηκε με την Πράξη αυτή, είναι δε απορριπτέος ως απαράδεκτος ο προβληθείς με την προσθήκη των προτάσεών της, που κατατέθηκε μετά την συζήτηση της υπόθεσης, στις 18/1/2024, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι είναι απαράδεκτη η ανωτέρω παράσταση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, γιατί δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά περιλαμβάνεται μόνο στις κατατεθείσες, κατά την συζήτηση της υπόθεσης προτάσεις της, αφού η προβάλλουσα το απαράδεκτο αναιρεσείουσα καμία δικονομική βλάβη δεν επικαλείται ότι υπέστη από το γεγονός αυτό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία ορίζονται ή έννοια και οι συνέπειες της αναγκαστικής ομοδικίας, "όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι, μόνον από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός, ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται, από εκείνους που παρίστανται".

Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ., από την οποία προκύπτει, ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται από τον οφειλέτη - καθού η εκτέλεση, μετά την κατακύρωση του εκπλειστηριάσματος, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και κατά του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλον, αν δε δεν απευθύνεται και κατά των δύο τούτων, η ανακοπή είναι απαράδεκτη. (ΟλΑΠ 6/2005, ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 1132/2012, ΑΠ 214/2009, ΑΠ 37/2009).

Εξάλλου, από το γεγονός ότι την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης νομιμοποιείται να την ασκήσει εκτός του καθ' ου η εκτέλεση και κάθε δανειστής του, που έχει έννομο συμφέρον, συνάγεται ότι, αν ασκηθεί τέτοια ανακοπή από δανειστή του καθ' ου η εκτέλεση, με αίτημα την ακύρωση του πλειστηριασμού και της έκθεσης κατακύρωσης, αυτή πρέπει να στρέφεται όχι μόνο κατά του υπερθεματιστή και κατά του επισπεύδοντος δανειστή, αλλά και κατά του οφειλέτη του ανακόπτοντος-καθ'ου η εκτέλεση, οι οποίοι όλοι συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, αφού και στην περίπτωση αυτή η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση, γιατί δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλον.

Εξάλλου, στα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 ΚΠολΔ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος..." και ότι "η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με την ανωτέρω διάταξη άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικά ως εφεσίβλητος, ο αντίδικος του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, έναντι του οποίου ο εκκαλών νικήθηκε, όχι όμως και ο ομόδικος του εκκαλούντος, ο οποίος νικήθηκε, επίσης, στη δίκη αυτή και ο οποίος, έχοντας το ίδιο με τον εκκαλούντα έννομο συμφέρον να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως ομόδικος του εκκαλούντος μπορεί να μετάσχει στην κατ` έφεση δίκη, με την άσκηση έφεσης από κοινού ή αυτοτελώς, εκτός αν, λόγω της φύσης της δίκης, ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής ή αν η απόφαση περιέχει διάταξη βλαπτική για τον εκκαλούντα και επωφελή για τον ομόδικό του (ΑΠ 754/2019).

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η έφεση, κατά το εδάφ. β` του άρθρου 517 ΚΠολΔ, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, ως ομόδικοι, όμως, κατά του συνόλου των οποίων πρέπει να απευθύνεται, με την ποινή του απαραδέκτου, η έφεση, νοούνται στην παραπάνω διάταξη οι αντίδικοι του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη και όχι και οι δικοί του αναγκαίοι στη δίκη αυτή ομόδικοι, αφού η έφεση που ασκείται από ένα των αναγκαίων ομοδίκων, θεωρείται, κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, ότι έχει ασκηθεί και από τους λοιπούς, οι οποίοι, με την αντίθετη εκδοχή, ότι η έφεση, δηλαδή, πρέπει να απευθύνεται και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτόχρονα την ιδιότητα και του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, κάτι όμως που είναι και λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΑΠ 754/2019, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 42/2016).

Περαιτέρω όμως, κατά την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο αναγκαίος ομόδικος πρέπει σε κάθε περίπτωση να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, ως προς όλους τους διαδίκους(ΑΠ 42/2016, ΑΠ 1403/2005). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).

Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η απούσα κατά την συζήτηση της έφεσης εφεσίβλητη- ήδη αναιρεσείουσα είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από την εκκαλούσα-αρχική πρώτη αναιρεσίβλητη να παραστεί κατά την συζήτηση, ακολούθως απέρριψε την έφεση της αρχικής πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που στρέφετο κατά της ομοδίκου της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, επειδή αυτές, ως καθ'ων η ανωτέρω ανακοπή που είχε ασκήσει εναντίον τους το Ελληνικό Δημόσιο, συνδέονταν με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας και στην συνέχεια έκρινε ότι δεν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης γιατί η ανωτέρω κλήτευση της αναιρεσείουσας ως εφεσίβλητης καλύπτει την προβλεπόμενη από το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ κλήτευση αυτής, ως αναγκαίας ομοδίκου της εκκαλούσας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την έφεση της αρχικής πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που στρέφετο κατά της αναιρεσείουσας, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση αυτής, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των ανωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και σύμφωνα και με την προηγειθείσα μείζονα σκέψη, οι δύο καθ'ων η ανακοπή, την οποία άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, για ακύρωση της έκθεσης πλειστηριασμού και της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, δηλαδή αφενός η αρχική πρώτη αναιρεσίβλητη ως επισπεύδουσα την εκτέλεση και ως υπερθεματίστρια και αφετέρου η αναιρεσείουσα ως καθής η εκτέλεση, συνδέονταν με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας και, συνεπώς, ήταν απαράδεκτη η έφεση που άσκησε η αρχική πρώτη αναιρεσίβλητη κατά της αναγκαίας ομοδίκου της αναιρεσείουσας, περαιτέρω δε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, γιατί η αναιρεσείουσα αναγκαία ομόδικος είχε κληθεί νόμιμα να παραστεί στην συζήτηση της.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες αυτές από τον αρ. 14 (και όχι και από τους αρ. 1 και 19 ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και, ως εκ τούτου, οι τρεις λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλειες αυτές, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στη σχέση της αναιρεσείουσας και του δεύτερου αναιρεσιβλήτου δεν τίθεται θέμα επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος κάποιου, γιατί το δεύτερο αναιρεσίβλητο, που νικά, παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ χωρίς να καταθέσει προτάσεις και συνεπώς δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2716/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ