Legislator Case Law & Legislation
324/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence weight violation, upholding lower court's free evaluation of conflicting documents.

Case Number 324/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the First Instance Court of Athens regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the Court of Appeal improperly assigned greater evidentiary weight to notarized certificates from a previous lawsuit compared to other evidence presented in the current trial. The court rejected this claim, ruling that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence under Article 340 of the Code of Civil Procedure by considering all documents without violating statutory rules on evidence weight.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 12 and 340 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of legal definitions regarding the weight of evidence is inadmissible if the court of first instance freely evaluated equivalent evidence without assigning it a greater or lesser weight than prescribed by law.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence notarized certificates weight of evidence appeal admissibility property ownership dispute Code of Civil Procedure statutory evidence rules

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 12 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 324 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 324/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Α. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Ξενάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Κ. του Α. και της Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Π. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης Α. χήρας Κ. Π., το γένος Δ. και Σ. Κ., κατοίκου εν ζωή …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παντελή Κοκοτού και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2012 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Α. Π. και την από 6-12-2016 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8336/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5706/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 8°). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως διορθώθηκε δια της υπ' αριθμόν 5268/2020 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 4-12-2020 (αρ. κατ. 1084/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5706/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με τη υπ'αριθμ. 5268/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: επί της από 1-6-2012 αγωγής της αρχικώς ενάγουσας Α. Π. (που απεβίωσε προ της συζήτησης της, και στη θέση της συνέχισε την δίκη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, η ήδη αναιρεσίβλητη) κατά των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων δύο (Α.

και Χ. Κ.) για αναγνώριση κυριότητας επί του περιγραφόμενου ακινήτου, καθώς και επί της ανταγωγής των ήδη αναιρεσειόντων για αναγνώριση (συγ)κυριότητάς τους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά επί του αυτού ακινήτου, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 8336/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανταγωγή, και η αγωγή ως προς τους ερημοδικασθέντες Α.

και Χ. Κ. (με το τεκμήριο ερημοδικίας), ενώ απορρίφθηκε ως προς τους άλλους εναγόμενους ήδη αναιρεσείοντες. Ακολούθως με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 5706/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (ελλείψει εννόμου συμφέροντος) η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ως προς τους και πάλι απόντες Α.

και Χ. Κ., ενώ έγινε δεκτή ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και μετά διακράτηση της υπόθεσης προς κατ'ουσία εκδίκαση της απορρίφθηκε η ανταγωγή και έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Περαιτέρω, κατά το εδ. β της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες, αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας, ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ., για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση.

των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 309/2017, 43/2017). Από την διάταξη αυτήν σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αριθμ.1 εδ. β (για εσφαλμένη. χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων, της κοινής πείρας) πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να αναφέρεται ενάριθμα ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσέδωσε σ' αυτόν η προσβαλλομένη απόφαση (με την πλήρη παράθεση των σχετικών παραδοχών της), την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη, η ορθή, κατά την άποψή του, έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο τρόπος, με τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 43/2017, 2164/2014).

Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε βέβαια από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, (ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) ενάριθμα τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες της εκ πλαγίου και ευθείας παραβίασης (λόγω παράβασης διδαγμάτων της κοινής πείρας) ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Πλην όμως, ουδόλως προσδιορίζονται (και μάλιστα ενάριθμα, ως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα) οι συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ενώ ούτε παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης (γενόμενης μάλιστα απαραδέκτως κατά τα προεκτεθέντα, ως προς τον πρώτο λόγο παραπομπή σε σελίδες της αναιρεσιβαλλόμενης).

Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου ή ευθείας παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, κατά τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/03 ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007), είτε ρητά, είτε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 229/14, 117/13), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/10).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς τους, που θεμελιώνουν ιστορικώς την ανταγωγή τους. Ωστόσο ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ'ουσίαν, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, δεχόμενο ειδικότερα τα ακόλουθα: "Το έτος 1914 περιήλθε στην Α.

σύζυγο Ι. Χ. το γένος Α. Μ., προγιαγιά της εκκαλούσας ένα οικόπεδο εμβαδού 1297 τ.μ. περίπου κατόπιν άτυπης διανομής της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του πατέρα της Α. Μ., ο οποίος απεβίωσε πριν από το έτος 1914. Στο οικόπεδο αυτό περί το έτος 1920 ανήγειρε ισόγεια κατοικία εμβαδού περίπου 148 τ.μ., αποθήκη και πατητήρι για τις αμπελουργικές εργασίες.

Στη συνέχεια με άτυπη δωρεά μεταβίβασε τμήμα του εν λόγω οικοπέδου εμβαδού 428 τ.μ. στη κόρη της και γιαγιά της εκκαλούσας Σ. Χ. χήρα Δ. Κ. μαζί με την ισόγεια οικία που είχε ανεγείρει επ' αυτού περί το έτος 1920, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει ως κατοικία της. Το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου παρέμεινε στην Α.

Χ. για να το καλλιεργεί με άμπελο. Η ανωτέρω Σ. Χ. χήρα Δ. Κ., το έτος 1954 μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στην κόρη της αρχική ενάγουσα και μητέρα της εκκαλούσας Α. χήρα Κ. Π., το γένος Δ. Κ. το επίδικο οικόπεδο με την επ' αυτού οικία για να τη χρησιμοποιήσει ως κατοικία της. Η προγιαγιά της εκκαλούσας Α. Χ. το έτος 1957 πώλησε με το υπ' αριθ. .../1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Μ.

Π. , που μεταγράφηκε νόμιμα, τμήμα του εναπομείναντος οικοπέδου εμβαδού 62,50 τ.μ. στη Σ. χήρα Α. Π., το γένος Ι. Π.. Κατόπιν, η ως άνω Α. Χ. μεταβίβασε με άτυπη δωρεά το εναπομείναν τμήμα του αρχικού ενιαίου οικοπέδου (μετά την αφαίρεση του επιδίκου εμβαδού 428 τ.μ. και του πωληθέντος εμβαδού 62,50 τ.μ) εμβαδού 798 τ.μ.

στην κόρη της και γιαγιά της εκκαλούσας Σ. Χ. χήρα Δ. Κ.. Η ανωτέρω Σ. Χ. μεταβίβασε στους υιούς της Αθανάσιο Κ. του Δημητρίου πατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων-αντεναγόντων και στον Ι. Κ. πατέρα του τρίτου και σύζυγο της τέταρτης των εναγομένων το ανωτέρω οικόπεδο των 798 τ.μ. κατά ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Το επίδικο οικόπεδο εμβαδού 428 τ.μ. ευρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., επί της οδού ..., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β- Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από Μαίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου-Μηχανικού Ξ. Μ., έχει επιφάνεια 436,68 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά εν μέρει επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 17,19 τ.μ.

με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και εν μέρει επί πλευράς Γ-Δ μήκους 6,4'Χμ με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., δυτικά επί πλευράς Α-Β μήκους 22,36ρ. με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., βόρεια επί πλευράς Ζ-Α μήκους 24,50 μ με την οδό ... πλάτους 10 μ και νότια εν μέρει επί πλευράς Β-Γ μήκους 5,08 μ και εν μέρει επί πλευράς Δ-Ε μήκους 19,25 μ. με ακίνητο με ΚΑΕΚ ....

Το εν λόγω επίδικο οικόπεδο με την επ' αυτού οικία, η αρχική ενάγουσα το νεμόταν με διάνοια κυρίας από το έτος 1954 μέχρι το θάνατό της το έτος 2013. Ειδικότερα, κατοικούσε με την οικογένεια της στην εν λόγω οικία, την επισκεύαζε, τη συντηρούσε, φρόντιζε τον περιβάλλοντα χώρο χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κάποιον.

Οι μάρτυρες της εκκαλούσας Ε. Δ. και Π. Π. στις υπ' αριθ. …/2012 και …/2012 ένορκες βεβαιώσεις τους, οι οποίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και λαμβάνονται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με πειστικότητα και σαφήνεια ως κάτοικοι της περιοχής … που γνωρίζονται μεταξύ τους αναφέρουν "ότι η Α. Π. (αρχική ενάγουσα) έζησε στο σπίτι αυτό πάρα πολλά χρόνια και ανήκει αποκλειστικά σε αυτή η οικία και ο περιβάλλων χώρος της, το πήρε προίκα από τη μητέρα της Σ.

Χ. -Κ., η οποία ήταν ιδιοκτήτρια μεγαλύτερου ακινήτου ένα μέρος από το οποίο δώρησε στην κόρη της Α. ενώ στο υπόλοιπο εγκατέστησε και αναγνώρισε συγκυρίους τους δύο υιούς της Α. και Ι.. Το οικόπεδο αυτό ποτέ δεν ανήκε στο Δ. Κ. αλλά περνούσε από μητέρα σε κόρη. Τα παιδιά της Σ. Χ.-Κ. και τα τρία αναγνώριζαν την αλήθεια αυτή και δεν είχε ακουσθεί ποτέ ότι η μοιρασιά που έκανε η ανωτέρω Σ.

Χ.- Κ. ήταν ανύπαρκτη ή άκυρη. Η Α. πρόσεχε το ακίνητο, το φρόντιζε και το συντηρούσε. Κανένας δεν αμφισβήτησε ότι η Σ. Χ. είναι ιδιοκτήτρια. Όλα αυτά συζητούνται και ακούγονται στην περιοχή". Ο δε μάρτυρας της εκκαλούσας Ι. Κ. στην ένορκη βεβαίωση του αντικρούοντας τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων-αντεναγόντων αναφέρει "ότι για τα γυρίσματα της ταινίας του μάρτυρος Θ.

Μ. στους εσωτερικούς χώρους της οικίας που ευρίσκεται στο επίδικο οικόπεδο ο Δ. Κ.- πρώτος εναγόμενος ζήτησε την άδεια της θείας του Α. Π., διότι η οικία της ανήκε και κατοικούσε σ' αυτή με τα παιδιά της" χαρακτηριστικά δε ο μάρτυρας αναφέρει ότι από το έτος 1979 που επισκεπτόταν την αρχική ενάγουσα στο σπίτι της μοναδικοί άνθρωποι που είχαν μόνιμη εγκατάσταση στην οικία και συμπεριφέρονταν ως ιδιοκτήτες ήταν η Α.

και τα παιδιά Φ. και Γ.. Κανένας δεν την ενόχλησε ούτε διεκδίκησε το επίδικο". Επίσης, ο μάρτυρας Α. Β. στην υπ' αριθ. …/2012 ένορκη βεβαίωση του που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης και λαμβάνεται υπόψη για συναγωγή τεκμηρίων αναφέρει ότι είχε ακούσει τη γιαγιά της εκκαλούσας Σ. Χ.-Κ. να λέει ότι "το τμήμα με το σπίτι ήταν της Α.

αποκλειστικά και ότι το υπόλοιπο ανήκε στους αδελφούς της". "Στο σπίτι αυτό η αρχική ενάγουσα μεγάλωσε τα παιδιά της, το οποίο το φρόντιζε, το συντηρούσε και το επισκεύαζε". Οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων ενισχύονται από έγγραφα ήτοι το προαναφερόμενο συμβόλαιο πώλησης τμήματος του ενιαίου οικοπέδου εμβαδού 62,50 τ.μ.

από τη Σ. Χ., στη Σ. Π. και την υπ' αριθ. …/30-3-1957 δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου που αφορά το πωληθέν ανωτέρω τμήμα των 62,50 τ.μ. Στην από 8-3-2012 έκθεση δε αυτοψίας ο Πολιτικός Μηχανικός Σ. Θ. αναφέρει ότι αυτή διενεργήθηκε με βάση τα τοπογραφικά διαγράμματα ομόρων ΚΑΕΚ ... και ... και το τοπογραφικό διάγραμμα των δύο ΚΑΕΚ του Πολιτικού Μηχανικού Ξ.

Σ. που αποτυπώνουν ανεξάρτητα και αυτοτελή τμήματα μιας παλαιότερα ενιαίας ιδιοκτησίας. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται πειστικά από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων-αντεναγόντων, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να θεμελιώσουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του επιδίκου των αντεναγόντων παραβλέποντας την υφισταμένη από πολλών ετών εγκατάσταση της αρχικής ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της επί του επιδίκου ακινήτου αλλά και του ενιαίου χωρίς ποτέ να έχει δικαιώματα επ' αυτού ο Δ.

Κ. πατέρας της αρχικής ενάγουσας, αλλά μόνον η μητέρα της Σ. Χ.-Κ., η οποία και προέβη σε διανομή του μεταβιβασθέντος σ' αυτή από τη μητέρα της Α. Χ. ενιαίου οικοπέδου στα παιδιά της, όπως αποδείχθηκε. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων τα παλαιότερα χρόνια πριν την κτηματογράφηση διέποντο από πνεύμα αγάπης και αλληλεγγύης.

Οι εναγόμενοι-αντενάγοντες φιλοξενούνταν στην οικία της αρχικής ενάγουσας λόγω της στενής συγγενικής των σχέσης χωρίς όμως να προβάλουν ποτέ δικαιώματα συγκυριότητας επ' αυτής και του περιβάλλοντος χώρου, διότι γνώριζαν ότι αυτή (οικία) με τον περιβάλλοντα χώρο της που αποτελούν το επίδικο ακίνητο ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητα της αρχικής ενάγουσας από άτυπη μεταβίβαση από τη μητέρα της Σ.

Χ.- Κ.".

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ καλύπτει τρεις περιπτώσεις και συντρέχει, όταν το δικαστήριο, α) επιδίκασε μη αιτηθέν β) επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, γ) άφησε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων αδίκαστη. Η διάταξη αυτή αποτελεί έκφανση της αρχής της διαθέσεως (ΚΠολΔ 106) και ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό την ευρεία έννοια, δηλαδή και της αναγνωρίσεως. Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο το προβαλλόμενο δια της ανταγωγής αίτημα τους περί αναγνώρισης της (συγ)κυριότητας τους κατά ποσοστό 2/12 έκαστος επί του επιδίκου. Όμως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το αίτημα αυτό και το απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, διαλαμβάνοντας ρητή διάταξη στο διατακτικό ("

Απορρίπτει την κρινόμενη ανταγωγή"), αλλά και σχετική σκέψη στο σκεπτικό ("Κατ'ακολουθία πρέπει... να απορριφθεί η κρινόμενη ανταγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν").

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ, γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ ΑΠ 14/2005).

Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 1185/2010, 324/2009, 255/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα αναλυτικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (δικαστικές αποφάσεις, μετ/να συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα, αποδοχές κληρονομίας, φωτογραφίες και άλλα έγγραφα) που αυτοί νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η συγκυριότητα τους κατά ποσοστό 2/12 εκάστου επί του επιδίκου.

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, την υπ' αριθ.

…/…-…-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ι. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φ. Κ.-Α. που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, η οποία έχει ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της (βλ. υπ'αριθ. .../27-3-2017 και .../27-3-2017 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Κ.), από τις υπ'αριθ. …/2017, …/2017 και …/2016 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αντενάγοντες ενώπιον των Ειρηνοδικών Αθηνών Δήμητρας Κατσαρίδα και Παναγιώτας Γραμματικάκη, οι οποίες έχουν ληφθεί νομότυπα και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο της απόφασης αυτής (ως ανωτέρω διαλαμβάνεται), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Δεν υπάρχει, επίσης, παραβίαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δε γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο, λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων διότι έδωσε μεγαλύτερη σημασία σε ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, από αυτές που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες στη προκείμενη δίκη, αλλά και τα λοιπά προσκομισθέντα από αυτούς αποδεικτικά μέσα (δικαστικές αποφάσεις, μετ/να συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα, αποδοχές κληρονομίας, φωτογραφίες και άλλα έγγραφα), ως αυτά αναφέρονται και στον αμέσως παραπάνω (πέμπτο) λόγο της αίτησης τους.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε στα εν λόγω μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά τα συνεκτίμησε ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ., μαζί με τα υπόλοιπα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η από 4-12-2020 (αρ. κατ. 1084/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5706/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με τη υπ'αριθμ. 5268/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που υπέβαλλε και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2020 (αρ. κατ. 1084/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5706/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με τη υπ'αριθμ. 5268/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου).

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ