Appeal dismissed for inadmissibility due to lack of specificity regarding factual premises and legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Labor Court's decision regarding the employee's status. The appellant argued that the lower court violated specific labor laws and EU directives but failed to specify the factual premises upon which the court relied. The court ruled that without a clear statement of the accepted facts and the specific legal error, the appeal is inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a direct or indirect violation of substantive law is inadmissible if the applicant fails to specify the factual premises accepted by the court of first instance and the precise nature of the alleged legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 324 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 324/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κολλύρη, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικό Ωδείο Λάρισας" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 611/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 349/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/10/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25-10-2020 και με αριθ. κατάθεσης 62/29-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών υπ' αριθ. 349/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-4-2019 έφεση του αναιρεσείοντος -ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 611/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 20-4-2018 αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου -εναγομένου νπδδ, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις έργου με τις οποίες απασχολήθηκε στο αναιρεσίβλητο από 1-1-2000 έως 30-6-2018 συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να τον απασχολεί δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3 & 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΟλομΑΠ 28/1998). Επίσης για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρη και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης και υπό την επίκληση συλλήβδην των αριθμών 1, 19, 8, 10 & 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ρήτρες 5 & 8 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, αλλά και τις διατάξεις του άρθρου 8 § 3 ν. 2112/1920, των άρθρων 57, 64, 78, 81 & 82 του Π.Δ/τος 410/1988, των άρθρων 20 & 21 του ν. 2190/1994, του άρθρου 6 ν. 2527/1997 και των άρθρων 5, 6, 7 & 11 του Π.Δ/τος 164/2004 σε συνδυασμό με τις Συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 103 Σ.
Ωστόσο, όλοι οι λόγοι αυτοί, κατ' ορθή εκτίμηση ερειδόμενοι στους αριθμούς 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού, με αυτούς ο αναιρεσείων περιορίζεται στο ν' αναπτύξει νομικά επιχειρήματα αναφερόμενα στην ερμηνεία των ως άνω διατάξεων που επιστηρίζουν το κατά την εκδοχή του νομικό σφάλμα της προσβαλλομένης και, ενώ η αγωγή κρίθηκε στην ουσία, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά όλως αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της απορριπτικής κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης, στην απόφαση, παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2020 και με αριθ. κατάθεσης 62/29-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 349/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ