Supreme Court dismisses appeal regarding statute of limitations application for public fund claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Law Person 'Private Sector Social Security Fund' against the First Instance Court's decision. The fund argued that the Second Instance Court incorrectly applied the twenty-year limitation period instead of the five-year period established by Law 3655/2008. The court ruled that the new five-year limitation period lacks retroactive effect and cannot apply to cases where the limitation had already expired before the law's enactment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 137 of Law 3655/2008; The statutory limitation period introduced by Law 3655/2008 lacks retroactive effect and cannot be applied to cases where the limitation period had already expired prior to the law's enactment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 324 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 324/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα" (Τ.Α.Π.Ι.Τ.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γαβαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ., 2) Α. Α., 3) Ε. Β., 4) Β. Κ., 5) Μ. Π., 6) Μ. Π., 7) Β. Σ., 8) Σ. Τ., 9) Π. Π., 10) Δ. Γ., 11) Μ. Δ., 12) Χ. Δ., 13) Β. Ζ., 14) Δ. Ζ., κατοίκων ..., 15) Δ. Κ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας του …, 16) Σ. Κ., 17) Δ. Κ., κατοίκων ..., 18) Κ. Κ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας της …, 19) Α. Κ., κατοίκου ..., 20) Ε. Κ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας του …, 21) Α. Κ., κατοίκου ..., 22) Α. Μ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας του …, 23) Ο. Μ., 24) Γ. Κ., 25) Δ. Ν. - Λ., κατοίκων ..., 26) Ι. Π., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας του …, 27) Σ. Π., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας της …, 28) Θ. Σ., 29) Α. Τ., κατοίκων ..., 30) Μ. Δ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας του …, 31) Δ. Ζ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας του …, 32) Φ. Κ., κατοίκου ..., 33) Α. Κ., κατοίκου ..., 34) Μ. Λ., κατοίκου ..., 35) Χ. Μ., κατοίκου ..., 36) Γ. Σ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας του …, 37) Ε. Φ., κατοίκου ..., 38) Β. Γ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας της …, 39) Γ. Γ., κατοίκου ..., 40) Μ. Ξ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας της …, 41) Α. Σ., κατοίκου ως εκ της υπηρεσίας της …, 42) Ε. Σ., κατοίκου ..., 43) Δ. Μ., κατοίκου ... και 44) Α. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1776/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3649/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης κατά το μέρος της με το οποίο γίνεται δεκτή η έφεση των αντιδίκων και απορρίπτεται ο τρίτος λόγος της από 8-2-2013 και με αριθμό κατάθεσης 175/2013 ανακοπής του ΤΑΠΙΤ, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-11-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την προσκομιζομένη από το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα" υπ’ αριθμ. .../ 20-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Αθηνών, Τ. Χ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ’ αυτήν έχει επιδοθεί, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 143 παρ.1, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 1 του ν.4335/2015 και ισχύει εν προκειμένω, και 568 Κ.Πολ.Δ. στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, θα προχωρήσει όμως η συζήτηση χωρίς την παρουσία των (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Επειδή, το ήδη αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα", με την ένδικη ανακοπή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εζήτησε την ακύρωση, για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους, της από 31-1-2013 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. 119/1999 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς καθώς και της με αυτήν αρξαμένης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει εις έκαστον των καθ’ ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτων το χρηματικό ποσό των 7.617,46 ευρώ και συνολικώς το ποσό των 335.168,24 ευρώ, όπως ειδικότερα το ποσό τούτο αναλύεται στην ανακοπή.
Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η από 31-1-2013 επιταγή προς εκτέλεση. Κατά της αποφάσεως αυτής οι καθών η ανακοπή άσκησαν έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 3649/2016 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξηφανίσθη η πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε, με την αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε εν μέρει η πληττομένη δι’ αυτής από 31-1-2013 επιταγή προς εκτέλεση και δη κατά το μέρος που αφορά τόκους υπερημερίας για το χρονικό διάστημα έως και την 31-12-2007 και κατά το μέρος που οι τόκοι υπερημερίας για το από 1-1-2008 και εφεξής χρονικό διάστημα υπερβαίνουν το ποσό υπολογισμού των με ποσοστό 6%.
Η τελευταία αυτή απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την ανακοπή του πλήττεται ήδη από το ανακόπτον, με την κρινομένη αίτηση και με τον μοναδικό λόγο αυτής που αναλύεται ειδικότερα κατωτέρω.
Κατά το άρθρο 560 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς...". Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η οποία ταυτίζεται προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 268 παρ. 1 του Α.Κ. κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Τέλος στο άρθρο 137 του ν. 3655/2008 που αφορά την παραγραφή απαιτήσεων υπέρ ή κατά των Φορέων Κοινωνικής Ασφαλίσεως και ισχύει από την 3-4-2008, και ειδικότερα στην παράγραφο Β αυτού που αναφέρεται στην παραγραφή των κατά των Φ.Κ.Α.
και στην υπό στοιχείο 1 περίπτωση τελευταία αυτού ορίζεται ότι: "Χρηματική αξίωση κατά του Φορέα που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής υπόκειται σε παραγραφή πέντε (5) ετών, η οποία αρχίζει από την τελεσιδικία ή την έκδοση του τίτλου πληρωμής αντίστοιχα".
Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος των τα εξής: "Οι καθ’ ων η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητοι)... προσλήφθηκαν από το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΛΛΟΥ" (Ε.Τ.Ε.Μ.), πριν από το έτος 1997, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και είχαν την ίδια μισθολογική και βαθμολογική αντιστοιχία με τους συναδέλφους τους που συνδέονταν με το Ε.Τ.Ε.Μ.
με σχέση δημοσίου δικαίου. Στην συνέχεια...άσκησαν κατά του Ε.Τ.Ε.Μ....την από 15-6-1998...αγωγή τους ......., με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί το Ε.Τ.Ε.Μ. να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 945.648 δραχμών, με το νόμιμο τόκο...από τη μη χορήγηση της ειδικής μηνιαίας υπερωριακής αποζημίωσης του χρονικού διαστήματος από 1-2-1996 μέχρι 31-12-1996, την οποία ελάμβαναν οι συνάδελφοι τους που είχαν προσληφθεί με σύμβαση δημοσίου δικαίου, κατ’ εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης.
Επί της αγωγής τους αυτής, εκδόθηκε η ... 199/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία δημοσιεύθηκε στις 2-4-1999, με την οποία υποχρεώθηκε το Ε.Τ.Ε.Μ., κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105, 106 Εισ.ΝΑΚ, να καταβάλει σε καθένα των καθ’ ων το ποσό των 945.648 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και τη δικαστική δαπάνη τους, την οποία όρισε στο ποσό των 100.000 δραχμών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α’ , β’ και 2 εδ. α’ , β’ , δ’ του Ν. 2676/1999, ο κλάδος σύνταξης του Επικουρικού Ταμείου ... (Ε.Τ.Ε.Μ.), που συστάθηκε με το Ν.Δ. της 5/11-11-1935, συγχωνεύεται στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών, που λειτουργεί στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ.). Το Επικουρικό Ταμείο ... (Ε.Τ.Ε.Μ.) μετονομάζεται σε Ταμείο Πρόνοιας ... (Τ.Α.Π.Ε.Μ.) και διέπεται από τη νομοθεσία του κλάδου πρόνοιας του μετονομαζόμενου Ταμείου, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 2335/1995.
Στην συνέχεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 1 και 2 του Ν. 3655/2008, συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ), το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και έχει έδρα την Αθήνα. Ως έναρξη λειτουργίας του ΤΑΠΙΤ ορίζεται η 1η του έκτου μήνα μετά το μήνα δημοσίευσης του Ν. 3655/2008.
Ο Ν. 3655/2008, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 58/3.4.2008, συνεπώς, το ΤΑΠΙΤ άρχισε να λειτουργεί από 1.10.2008. Στο ΤΑΠΙΤ εντάχθηκε από την έναρξη λειτουργίας του, ως Τομέας με πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, μεταξύ άλλων, και το Ταμείο Πρόνοιας ... (ΤΑΠΕΜ), ως ....... Από το άρθρο 114 παρ. 1 και 2 του Ν. 3655/2008, ορίζεται ότι το ΤΑΠΙΤ, διαμέσου των Τομέων του, αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων συνεχίζονται από το ΤΑΠΙΤ, χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης και ότι οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των αντίστοιχων Ταμείων του ΤΑΠΙΤ.
Περαιτέρω, η υπ’ αριθμό 119/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, δεν επιδόθηκε από τους καθ’ ων η ανακοπή στο Ε.Τ.Ε.Μ., το οποίο δεν καταργήθηκε με τις ως άνω διατάξεις, αλλά απλά μετονομάσθηκε σε Τ.Α.Π.Ε.Μ., και επομένως, η απόφαση αυτή, που δημοσιεύθηκε στις 2-4-1999 κατέστη τελεσίδικη στις 2-4-2002, ήτοι μετά την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευσή της.
Στην συνέχεια, οι καθ’ ων η ανακοπή, στις 5-2-2013 επέδωσαν στο ΤΑΠΙΤ την από 31-1-2013 ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση που έχει τεθεί κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. 119/1999 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά. Με την ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση, επιτάσσεται το ανακόπτον να καταβάλει σε καθέναν από τους καθ’ ων η ανακοπή τα εξής:
α) για κεφάλαιο το ποσό των 945.648 δραχμών ή 2.775,20 ευρώ, β) για τόκους το ποσό των 4.813,11 ευρώ, γ) για δικαστική δαπάνη το ποσό των 2.272,73 δραχμών ή 6,67 ευρώ, δ) για έκδοση απογράφου και τέλη αυτού το ποσό των 2,48 ευρώ, ε) για αντίγραφα, αντιγραφικά δικαιώματα, σύνταξη επιταγής, επίδοση δικαστικού επιμελητή 20 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 7.617,46 ευρώ.
Το ανακόπτον με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι η επίδικη χρηματική αξίωση των καθ’ ων έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 137 του ν. 3655/2008 πενταετή παραγραφή, καθόσον έχει παρέλθει το χρονικό αυτό διάστημα από την τελεσιδικία της υπ’ αριθμ. 119/1999 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία (τελεσιδικία) επήλθε στις 3-4-2002 και ως εκ τούτου η επίδικη αξίωση παραγράφηκε στις 3-4-2007.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίσθηκε ότι "Ο χρόνος παραγραφής των κατά του ν.π. αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ’ αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών".
Εξάλλου, με το άρθρο 52 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "Η παραγραφή λαμβάνεται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων". Όμως οι περί παραγραφής διατάξεις του ν.δ. 496/74, δεν εφαρμόζονται στο ν.π.δ.δ. του ΕΤΕΜ, που μετονομάσθηκε σε ΤΑΠΕΜ και το οποίο ενσωματώθηκε στο ΤΑΠΙΤ, ως ..., διότι με το άρθρο μόνο του Π.Δ.437/1977....ορίστηκε ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή μεταξύ άλλων των διατάξεων περί παραγραφής του ν.δ. 496/1974, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του τότε Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, όπως είναι και το ν.π.δ.δ.
του ΕΤΕΜ, που μετονομάσθηκε σε ΤΑΠΕΜ και εντάχθηκε στο αντίδικο ΤΑΠΙΤ, ως Τομέας Προνοίας ... (ΣτΕ 411/2010, 2727/2008, 1713/2007) και συνεπώς, δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή ούτε οι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 48 αυτού (ν.δ. 496/74) ούτε η διάταξη του άρθρου 52 αυτού (ν.δ. 496/74), κατά την οποία η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων (Σ.τ.Ε. 980/00, 3590/1997).
Εξάλλου, με το π.δ. 305/1985 ... προβλέφθηκε η εφαρμογή επί οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ορισμένων μόνον διατάξεων του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το επίμαχο άρθρο 48 αυτού (ν.δ. 496/74). Εντεύθεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, και δη τα άρθρα 268 παρ. 1, 297, 298, 929 και 937 Α.Κ, όπου ορίζεται ότι "Αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι έτη, ακόμη και αν για την αξίωση αυτή προβλέπεται συντομότερη παραγραφή"...Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής του άρθρου 268 ΑΚ αρκεί η απαίτηση να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς και δεν απαιτείται να έχει επιδικασθεί καθ’ ορισμένο ποσό.
Μετά την τελεσίδικη δικαστική βεβαίωση της αξιώσεως αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή με αφετηρία το χρόνο δημοσίευσης της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως. Συνακόλουθα των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 137 του ν. 3655/2008, η οποία ορίζει βραχύτερη προθεσμία παραγραφή από αυτή της εικοσαετίας και για τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση και της υπ’ αριθμ. 119/1999 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δικαστικές αποφάσεις είχαν καταστεί τελεσίδικες πριν τη δημοσίευσή και τη θέση σε ισχύ των διατάξεών του, ήτοι πριν τις 3-4-2008...,καθόσον μάλιστα δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτόν διατάξεις αναδρομικής ισχύος.
Τέλος, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το εδάφιο της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο οι αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή, καθόσον οι επίδικες αξιώσεις είναι μεν περιοδικές παροχές (επίδομα) βεβαιωθείσες όμως τελεσίδικα με την ως αν υπ’ αριθμ. 119/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, αλλά δεν είναι ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, όπως προκύπτει από την τελευταία απόφαση.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτό το σχετικό τρίτο λόγο ανακοπής και ακύρωσε την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς, ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από το εφεσίβλητο πρέπει ν’ απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το ως Εφετείον δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την ανακοπή κατά τον αντίστοιχο λόγο της και είχε ακυρώσει την επιταγή προς εκτέλεση, δικάζοντας δε την ανακοπή ως προς τους μη εξετασθέντες τέταρτο και πέμπτο λόγους της δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατά τους αντιστοίχους λόγους της και ακύρωσε, ως προεξετέθη, εν μέρει την επιταγή προς εκτέλεση και δη για το σύνολο των τόκων υπερημερίας μέχρι και την 31-12-2007, και για το ποσό των ιδίων τόκων που υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό επιτοκίου 6%.
Έτσι κρίνοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 268 παρ. 1 του Α.Κ. και 137 παρ.Β του ν. 3655/2008 και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος τυγχάνουν αβάσιμοι. Ειδικότερα το αναρεσείον με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις και ήχθη ακολούθως στην εφαρμογή της πρώτης εξ αυτών (268 παρ.1 Α.Κ.), αντί της δευτέρας τοιαύτης (137 παρ.Β του ν. 3655/2008), δεχόμενο ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή από της τελεσιδίκου αναγνωρίσεώς των, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί, ενώ οι αξιώσεις αυτές έχουν υποπέσει στην προβλεπομένη από την εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 137 του ν. 3655/2008 πενταετή παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε την 3-4-2007 με την παρέλευση της αντιστοίχου (πενταετούς) προθεσμίας από την, κατά την 3-4-2002, τελεσιδικία της υπ’ αριθμ. 119/1999 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, η οποία επεδίκασε τις επίδικες αξιώσεις στους αναιρεσιβλήτους.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως ορθώς έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η διάταξη του άρθρου 137 του ν. 3655/2008, η οποία ορίζει βραχύτερη προθεσμία παραγραφής από αυτή της εικοσαετίας και για τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση η υπ’ αριθμ. 119/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, δεν έχει, ελλείψει σχετικής νομοθετικής προβλέψεως αναδρομική ισχύ, και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δικαστικές αποφάσεις είχαν καταστεί τελεσίδικες πριν τη δημοσίευσή και τη θέση σε ισχύ των διατάξεών του, ήτοι πριν την 3-4-2008, πολύ δε περισσότερο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που η θεσπιζομένη πενταετής παραγραφή από την τελεσιδικία της αποφάσεως είχε συμπληρωθεί, κατά την δημοσίευση του νόμου, ώστε τυχόν εφαρμογή της θα οδηγούσε ευθέως σε κατάργηση κεκτημένων δικαιωμάτων.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, λόγω δε της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2016 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα" (Τ.Α.Π.Ι.Τ.), για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3649/2016 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 28 Νοεμβρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 12 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ