324/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated324/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 324 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 324/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 21-10-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 24-2-2015 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους έξι πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Α., 2) Ε. Ν. του Α., 3) Σ. - Μ. Ν. του Α., 4) Ν. Μ. του Α., 5) Ν. Μ. του Α. και Ε. Φ. του Κ., συζ. Ν. Μ., που παρίστανται ως άνω ατομικά αλλά και ως ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανήλικου υιού τους Α. Μ., 6) Ν. Μ. του Α. και Ε. Φ. του Κ., συζ. Ν. Μ., που παρίστανται ως άνω ατομικά αλλά και ως ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανήλικου υιού τους Κ. Μ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 7) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας ζημιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2011 αγωγή των ήδη έξι πρώτων των αναιρεσιβλήτων και του Α. Ν. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 18-11-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 7ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12616/ 2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2573/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 7η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 13-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της 7ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση διώκεται η αναίρεση της 2573/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης το οποίο μετά την παραδοχή της από 1-11-2013 (και με αριθμό κατάθ. 3996/2013) έφεσης των εναγόντων και ήδη έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων και της από 3-4-2014 (και με αριθμό κατάθ. 2542/ 2014) υπό αίρεση ασκηθείσας εφέσεως της τρίτης εναγομένης και παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη έβδομης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στην συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την από 17-6-2011 (και με αριθμό κατάθ. 24886/2011) κύρια αγωγή των εναγόντων και ήδη έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων αλλά και την από 18-11-2011 (και με αριθμό κατάθ. 45080/2011) παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη έβδομης αναιρεσίβλητης κατά του οδηγού της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσυκλέτας και του ιδιοκτήτη αυτής Σ. Κ..
Κατά το άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από Πληρεξούσιο Δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από Πληρεξούσιο Δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 § 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης που έχει ασκηθεί κατ’ άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ, ολική ή μερική (και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους), μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε από τον ίδιο τον διάδικο είτε από τον κατ’ άρθρ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος μάλιστα δεν απαιτείται να έχει ειδική προς τούτο (για την παραίτηση από το δικόγραφο) πληρεξουσιότητα (αφού αυτή κατ’ άρθ. 98 ΚΠολΔ απαιτείται για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα), αρκούσης και της γενικής (άρθρ. 94 § 1, 96 § 1 ΚΠολΔ).
Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, η παραίτηση δε που γίνεται κατά την συζήτηση με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά είναι έγκυρη, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στην συζήτηση, μη δημιουργουμένου στην τελευταία περίπτωση απαραδέκτου της συζήτησης κατ’ άρθ. 576 § 3 ΚΠολΔ λόγω μη κλήτευσής του (ΑΠ 1581/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της παρούσας απόφασης προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την οικεία σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ οι έξι πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται σχετικές εκθέσεις επιδόσεως της κρινόμενης αίτησης με την περιεχόμενη σ’ αυτή κλήση προς εμφάνιση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.
Ο αναιρεσείων, αντιθέτως, με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσας συζήτησης, δια του κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξουσίου Δικηγόρου του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης, που έχει ασκηθεί κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς τους έξι πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Η δήλωση αυτή έχει το προβλεπόμενο από το άρθρο 295 ΚΠολΔ αποτέλεσμα και η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 154/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη του οδηγού της εμπλακείσας στο ατύχημα δίκυκλης μοτοσυκλέτας: "...Την 4.6.2010 και περί ώρα 08.15 ο Ν.
Χ. οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του Σ. Κ. και ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία ("...."), εκινείτο στη μονής κατεύθυνσης οδό ... με πλάτος οδοστρώματος 12,80 μέτρων και τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και μία λεωφοριολωρίδα, την οποία χρησιμοποιούσε ο οδηγός αυτός.
Κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο, οπότε επικρατούσε φως ημέρας και η κατάσταση της οδού ήταν καλή (ξηρά), ο Α. Μ. του Ν., μαζί με τη σύζυγό του Ε. Μ., επιχείρησε να διασχίσει πεζός κάθετα την ίδια οδό ..., στο ύψος της οδικής αρίθμησης 117, προερχόμενος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, άρα και του εναγόμενου οδηγού της μοτοσικλέτας.
Όταν ο εν λόγω πεζός, μετά από το πέρασμα των τριών πρώτων λωρίδων κυκλοφορίας, εισήλθε και στην τελευταία λωρίδα (λεωφοριόδρομο) κτυπήθηκε μεν ελαφρά από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του Ν. Χ., πλην όμως κατέπεσε εξ αυτού στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα να πληγεί στο κεφάλι του και να επέλθει την ίδια ημέρα ο θάνατός του, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους.
Κατά την από 4.6.2010 έκθεση αυτοψίας του Κ. Γ., μοναδική αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος αυτού ήταν η Σ. Μ., σύζυγος του θανόντος, αλλά αμέσως μετά το ατύχημα βγήκε από το κατάστημά του πώλησης καλλυντικών στον αριθμό … της οδού ... ο Δ. Δ. του Ι. και είδε ότι, κατά το χρόνο της πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας στον πεζό, στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχαν κινούμενα αυτοκίνητα, παρά μόνο πιο κάτω υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα στο ύψος του φωτεινού σηματοδότη (βλ.
την προαναφερόμενη ...|2011 ένορκη βεβαίωσή του). Υπό τις συνθήκες αυτές πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος, προκύπτει ότι υπαίτιος αυτού είναι ο Ν. Χ., ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με συνέπεια να μη αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό Α.
Μ., αν και αυτός συνοδευόμενος και από τη σύζυγό του ήταν απόλυτα ορατός καθόλο του χρόνο που διέσχιζε κάθετα τις τρεις πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα, όταν την τελευταία στιγμή τον αντιλήφθηκε και παρά τον αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, που πραγματοποίησε, να μη μπορέσει να τον αποφύγει, αλλά να έρθει σε επαφή με αυτόν και να τον καταρρίψει στο οδόστρωμα.
Ας σημειωθεί ότι ο εν λόγω εναγόμενος οδηγός παραπέμφθηκε για να δικαστεί για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και με την 5020/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών για την. πράξη αυτή. Όμως, στην πρόκληση του τροχαίου αυτού ατυχήματος συνετέλεσε με τη συμπεριφορά του και ο ίδιος ο θανών κατά ποσοστό 70%, καθόσον προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού, όπου, ας σημειωθεί, δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, δε φρόντισε να βεβαιωθεί ότι με την ενέργειά του αυτή δε θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 στοιχ.
ε’ του ΚΟΚ. Συγκεκριμένα, εισήλθε στο οδόστρωμα της οδού και κινήθηκε προς το απέναντι πεζοδρόμιο, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει εάν από δεξιά του έρχονταν οχήματα.
Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος το θανόντα Α. Μ., απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή, ώστε είναι βάσιμος ο σχετικός (μοναδικός) λόγος της κύριας έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο θανών Α. Μ. ήταν ηλικίας 81 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος και συνδεόταν με στενούς ψυχικούς δεσμούς με τους ενάγοντες συγγενείς του, οι οποίοι, ως εκ τούτου, δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και πόνο από το θάνατό του.
Για την ηθική δε παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους πρέπει να προσδιοριστεί το ύψος της δικαιούμενης από αυτούς (ενάγοντες) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 10.000 ευρώ σε καθένα από τους 1η και 5ο ενάγοντες - τέκνα του - Ε. Μ. και Ν. Μ., ηλικίας 43 και 45 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του ατυχήματος και το ποσό 5.000 ευρώ σε καθένα από τους 3η, 4η, 7ο και 8ο ενάγοντες - εγγόνια του - Ε.
Ν., Σ. - Μ. Ν., Α. Μ. και Κ. Μ., ηλικίας 18, 16, 8 και 6 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τα ποσά δε αυτά κρίνονται εύλογα ενόψει της ηλικίας του θανόντος και του βαθμού συγγένειάς του με τους ενάγοντες και λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του ποσοστού συνυπαιτιότητας οδηγού και θύματος (30% και 70%, αντίστοιχα) και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών, πλην της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής, της οποία η ευθύνη είναι απλώς εγγυητική.
Ύστερα από αυτά εφόσον είναι βάσιμος ο λόγος της έφεσης που αφορά στην υπαιτιότητα ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τη διάταξή της περί απόρριψης της κύριας αγωγής. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η υπ’ αριθμ. κατάθεσης 24886/2011 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο ο καθένας και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, στην πρώτη ενάγουσα (Ε.
Μ.) 10.000 ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα (Ν. Μ.) 10.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα (Ε. Ν.) 5.000 ευρώ, στην τέταρτη ενάγουσα (Σ. - Μ. Ν.) 5.000 ευρώ, στους έβδομους ενάγοντες (Ν. Μ. και Ε. Φ.) 5.000 ευρώ για λογαριασμό του ανήλικου γιου τους Α. Μ. και 5.000 ευρώ για λογαριασμό του ανήλικου γιου τους Κ. Μ., των οποίων ασκούν τη γονική μέριμνα...".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, κρίνοντας (το Εφετείο) τον θανατωθέντα πεζό συγγενή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων συνυπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος κατά ποσοστό 70% και τον Ν.
Χ. οδηγό της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτήτης της οποίας τυγχάνει ο β’ παρεμπιπτόντως εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά ποσοστό 30% σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είχε κρίνει τον θανατωθέντα πεζό, συγγενή των αναιρεσιβλήτων αποκλειστικά υπαίτιο για τον θανάσιμο τραυματισμό του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των εννοιών της υπαιτιότητας του θανατωθέντος πεζού και της συντρέχουσας συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 30% του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - εναγομένου ιδιοκτήτη της ανωτέρω ζημιογόνου μοτοσυκλέτας για αποκλειστική υπαιτιότητα του θανατωθέντα πεζού.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν’ απορριφθούν.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ο αιτιώδης σύνδεσμος αφενός μεταξύ της έλλειψης άδειας ικανότητος οδηγού αυτού και πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και αφετέρου της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς του με το ζημιογόνο θανατηφόρο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα σε μεγαλύτερο ποσοστό του θανατωθέντος πεζού.
Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως στην προσβαλλόμενη απόφαση η κατά το ανωτέρω ποσοστό (30%) συνυπαιτιότητα του οδηγού της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η οποία συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό Α. Μ., ο οποίος συνοδευόταν και από την σύζυγό του και ήταν απόλυτα ορατός, δεδομένου ότι είχε ήδη διασχίσει κάθετα τις τρεις πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας, αλλά την τελευταία στιγμή, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να τον αποφύγει και να έρθει σε επαφή με αυτόν και να τον καταρίψει στο οδόστρωμα, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διευκρινιστεί η ακριβής απόσταση της διάβασης πεζών, η οποία σημειωτέον από την παραδεκτή επισκόπηση της έκθεσης αυτοψίας, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ήταν σε απόσταση 64,5 μέτρων από τον τόπο του ατυχήματος.
Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος ως προς το τμήμα, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 332, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ό διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1263/2010, ΑΠ 187/2006 Δ 37.917).
Εν προκειμένω σε τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης περιλαμβάνεται αιτίαση από την διάταξη του αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: α) τις προανακριτικές καταθέσεις της Φ. Ε. και του Κ. Τ., β) την κατάθεση του Κ. Τ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, γ) την κατάθεση του Ν.
Κ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δ) το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. .../2011 ένορκης βεβαίωσης και ε) την έκθεση αυτοψίας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, τα οποία αν τα είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο θα αγόταν στην ορθή κρίση περί αυξημένης κίνησης κατά τον χρόνο του ατυχήματος και της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανατωθέντος πεζού.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις κατά το πρώτο μέρος τους, ότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας είναι αβάσιμες, καθόσον από την βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό τους, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, εκ των οποίων η έκθεση αυτοψίας μνημονεύεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου και η υπ’ αριθμό .../24.11.2011 ένορκη βεβαίωση, η οποία αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο και δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία των εγγράφων (άρθρο 339 ΚΠολΔ) μνημονεύεται χωριστά στα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και αυτή λήφθηκε υπόψη και επομένως η πιο πάνω εκ του αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση είναι αβάσιμη.
Κατά το υπόλοιπο, όμως, τμήμα κατά το οποίο, οι παραδοχές της προσβαλλομένης είναι αντίθετες προς το περιεχόμενο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη, διότι με την κατ’ επίφαση πλημμέλεια του αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το ανωτέρω τμήμα είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το Δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος και 932 ΑΚ το Εφετείο επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 10.000 ευρώ για καθένα από τους 1η και 5ο των εναγόντων και το ποσό των 5.000 ευρώ για καθένα από τους 3η, 4η, 7ο και 8ο των εναγόντων, το οποίο είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις συνθήκες της σε βάρος τους αδικοπραξίας αλλά και του ποσοστού 70% συνυπαιτιότητας του θανόντος πεζού, συγγενούς των εναγόντων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον με τις ανωτέρω κρίσεις και παραδοχές το Εφετείο με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αλλά και δεν παραβίασε ευθέως αλλά ούτε και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθους επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Από τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 189, 192 του Εμπ. Ν. και 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 προκύπτει, ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον πρώτο των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου όταν η ζημιά προκαλείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια ικανότητας οδηγού. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωση να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον τελευταίο το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο, τον οδηγό και αυτόν που τον είχε προστήσει στην οδήγηση του αυτοκινήτου και να ζητήσει από εκείνους, ότι κατέβαλε στο ζημιωθέντα για την αποκατάσταση της ζημίας (ΑΠ 1011/2004).
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6β’ παρ. 1α’ του Κ.Ν. 489/1976 όπως διαμορφώθηκε και ισχύει με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100/14-5-2007) "Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες, που προκαλούνται: α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί...".
Με βάση την γραμματική διατύπωση ο αποκλεισμός του ασφαλιστή επέρχεται για τον λόγο ότι το ασφαλισμένο αυτοκίνητο οδηγούσε πρόσωπο στερούμενο της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού και ότι ο νόμος στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτεί αναγκαίως την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας αρκούμενος στο γεγονός ότι ο οδηγός δεν διαθέτει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια ικανότητος οδηγού.
Τα παραπάνω εκτιθέμενα έχουν αξία στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου και ειδικότερα στη λεγόμενη δίκη αναγωγής ασφαλιστή κατά ασφαλισμένου (ΑΠ 1011/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την παραδοχή της παρεμπίπτουσας αγωγής της έβδομης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά του μη διαδίκου Ν.
Χ. - οδηγού της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσυκλέτας και του ιδιοκτήτη αυτής - αναιρεσείοντος, λόγω συνδρομής λόγου εξαιρέσεως από το εδ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 6β’ του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 κατά τον χρόνο τέλεσης του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "...Καθόσον αφορά στην παρεμπίπτουσα αγωγή, ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι ότι το γεγονός ότι ο πρώτος από αυτούς (Ν.
Χ.) δε διέθετε άδεια οδήγησης μοτοσικλέτας δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, επιπλέον δε ο δεύτερος (Σ. Κ.) ότι ουδέποτε παραχώρησε τη χρήση της ζημιογόνου μοτοσικλέτας του στο Ν. Χ., ώστε ευθύνεται μόνο μέχρι την αξία της κατά το χρόνο του ατυχήματος, που ανερχόταν στο ποσό των 600 ευρώ. Σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς, από τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Με το υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ασφάλισε αυτή την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα για το χρονικό διάστημα από 19.10.2009 έως 19.10.2010. Σύμφωνα δε με τη σύμβαση αυτή, που διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3557/2007, ρητώς εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη η περίπτωση κατά την οποία προκαλείται ζημία από οδηγό που δεν έχει την απαιτούμενη για το όχημα άδεια ικανότητας οδήγησης.
Επομένως, ο 2ος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ιδιοκτήτης της ασφαλισμένης μοτοσικλέτας, την αστική ευθύνη του οποίου έναντι των τρίτων παθόντων καλύπτει η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, υποχρεούται αναγωγικώς να καταβάλει στην τελευταία κάθε ποσό που θα πληρώσει αυτή ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο δε ισχυρισμός της ότι η έλλειψη διπλώματος οδήγησης δε συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ακόμη και αν είναι αληθινός, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η σχετική ευθύνη έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας απορρέει αποκλειστικά από τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο υπαίτιος του ατυχήματος Ν. Χ. δεν ήταν εφοδιασμένος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, με νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης και παρά ταύτα ο Σ. Κ. του παραχώρησε τη μοτοσικλέτα του προκειμένου να μεταβαίνει στην εργασία του ως ασκούμενος δικαστικός επιμελητής στο γραφείο του Δικαστικού Επιμελητή Θ.
Μ. (βλ. απολογητικό υπόμνημά του κατά την από 12.1.2011 εξέτασή του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Π. Σ., Υπαρχιφύλακα του Β’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης επ’ ευκαιρία της ανοιχθείσας ποινικής δίκης). Ο αντίθετος ισχυρισμός του Σ. Κ. ότι τη μοτοσικλέτα του παραχώρησε, όχι στον υπαίτιο του ατυχήματος Ν. Χ., αλλά στον αδερφό του Κ.
Χ., δεν είναι βάσιμος, καθόσον μάλιστα ο μάρτυράς του και πατέρας του, που, σχετικώς, μόνο αυτός κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανέφερε παράλληλα ότι το παραπάνω γεγονός το πληροφορήθηκε από τον ίδιο το γιο του - ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας. Κατόπιν τούτων, εφόσον υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση σχέση πρόστησης μεταξύ του Σ.
Κ., ιδιοκτήτη της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και του Ν. Χ., υπαίτιου του ατυχήματος, πρέπει να απορριφθούν οι παραπάνω ισχυρισμοί των παρεμπιπτόντως εναγομένων και να γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να γίνει δε δεκτή ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου Ν. 3557/2007, διότι ο νόμος για την ενταύθα εξεταζόμενη περίπτωση δεν απαιτεί αναγκαίως την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης αδείας ικανότητος οδήγησης της μοτοσυκλέτας με το επιζήμιο αποτέλεσμα αρκούμενος στο γεγονός και μόνο ότι ο οδηγός δεν διαθέτει την προβλεπόμενη από τον νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού.
Δεν έχει επομένως νομική αξία ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για έλλειψη, στην προκειμένη περίπτωση, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης αδείας ικανότητας οδήγησης της μοτοσυκλέτας με το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επομένως ο τρίτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ως προς το ανωτέρω τμήμα είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το Δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το Δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση, του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1747/2006, ΑΠ 606/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες των αριθ. 11γ’ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 12-1-2011 απολογητικού υπομνήματος του Ν.
Χ. ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου Π. Σ., Υπαρχιφύλακα του Β’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο τμήμα του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρει ποια αποδεικτικά μέσα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως υπαιτιότητας και την έλλειψη σχέσεως προστήσεως μεταξύ του ιδίου ιδιοκτήτη της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσυκλέτας και του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Ν.
Χ.. Εξάλλου ο Ν. Χ. στο προαναφερόμενο απολογητικό του υπόμνημα αναφορικά με την ζημιογόνο δίκυκλη μοτοσυκλέτα του αναιρεσείοντος Σ. Κ. αναφέρει τα εξής: "...Το πρωί της 4-6-2010 με την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα κατευθυνόμουν στην εργασία μου ήτοι στην οδό ... και συγκεκριμένα στο γραφείο του δικαστικού Επιμελητή κ.
Θ. Μ. στον οποίο ασκώ την πρακτική μου ως δικαστικός επιμελητής...". Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την σχετική του κρίση ως προς την ύπαρξη σχέσεως πρόστησης μεταξύ του αναιρεσείοντος - ιδιοκτήτη της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσυκλέτας και του οδηγού αυτής κατά τον χρόνο του ατυχήματος Ν.
Χ. αλλά και την υπαιτιότητα του πρώτου, διότι γνώριζε την έλλειψη αδείας ικανότητος οδήγησης του προστηθέντος οδηγού από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και το απολογητικό υπόμνημα του Ν.
Χ. κατά την προανακριτική του εξέταση ως κατηγορουμένου στις 12-1-2011 ενώπιον του Π. Σ., Υπαρχιφύλακα του Β’ Τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του εν λόγω εγγράφου σε σχέση με το πόρισμα αυτό. Έτσι, το Εφετείο με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία κατέληξε σε συμπέρασμα ότι υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ αναιρεσείοντος και οδηγού της μοτοσικλέτας ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών μέσων καθώς και του αληθινού περιεχομένου του ανωτέρω απολογητικού υπομνήματος και όχι από λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου αυτού, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς το ανωτέρω τμήμα του είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Τέλος με το τρίτο τμήμα του ίδιου λόγου ο αναιρεσείων αιτιάται για παραμόρφωση της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκης κατάθεσης του πατέρα του αναφορικά με το πρόσωπο στο οποίο παραχωρήθηκε η χρήση της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσυκλέτας και συγκεκριμένα ενώ ο πατέρας του κατέθεσε ότι τα κλειδιά της εν λόγω μοτοσυκλέτας τα παρέδωσε ο υιός του - αναιρεσείων στον Κ.
Χ., που γνώριζε ότι κατείχε νόμιμη άδεια ικανότητος οδήγησης το Εφετείο δεχόμενο το αντίθετο και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί έλλειψης υπαιτιότητας αυτού και απουσίας σχέσης πρόστησης μεταξύ του ιδίου και του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας Ν. Χ. παραμόρφωσε την ανωτέρω ένορκη κατάθεση.
Ο λόγος αυτός ως προς το ανωτέρω τμήμα είναι απαράδεκτος και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι ο αναιρεσείων με την κατ’ επίφαση επίκληση της από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο μετά από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων σχημάτισε την ανωτέρω δικαστική του κρίση.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς τους έξι πρώτους αναιρεσιβλήτους και ν’ απορριφθεί ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη της 7ης αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 24-2-2015 αίτηση αναίρεσης της 2573/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους πρώτους έξι (6) αναιρεσίβλητους και την απορρίπτει ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της 7ης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ