324/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated324/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Full text
Απόφαση 324 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 324/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Δ. του Η., κατοίκου ..., 2) Δ. συζ. Α. Δ., κατοίκου ... και 3) Γ. Ξ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ζαχαριάδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-10-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Α., 2) Α. συζ. Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Μπανιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) ΑΕΓΑ με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-10-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. καταθ. 150/2009 παρεμπίπτουσα αγωγή και την από 6-3-2009 αγωγή των ήδη 3ης και 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/1428-150-301/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-4-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το σχετικό μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της από 25-4-2013 αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να δεχτεί αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - εναγομένου οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και με την παραδοχή αυτή να απορρίψει την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή τους για αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, ενώ είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα και την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος, εξ αιτίας των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) α) την από 25-6-2010 έφεση των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Δ. και 2) Δ. συζ. Α. Δ. κατά των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ.
Κ., 2) Α. συζ. Γ. Κ. και 3) της ΑΕΓΑ με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα του πρώτου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη και β) την από 14-7-2010 έφεση του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου "Επικουρικό Κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", το οποίο δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, ως υπεισελθόντος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρίας "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Γ.
Κ. και Α. συζ. Γ. Κ., στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμ. 292/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, το οποίο συνεκδίκασε τις ασκηθείσες ενώπιόν του: α) από 11-9-2008 (αριθμ. κατ. 1428/2008) αγωγή αποζημιώσεως από τροχαίο ατύχημα των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, β) την από 6-3-2009 (αρ.κατ. 301/2009) αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων για αποζημίωση από τροχαίο ατύχημα, στρεφομένη κατά του πρώτου αναιρεσείοντος και κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη και υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτής το Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ εξ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ'' και γ) τη με αρ. κατ. 150/4-2-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ("ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ") ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών στρεφομένη κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 23-6-2008 και περί ώρα 07:20' ο Γ.
Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, στο οποίο επέβαινε η σύζυγός του Α. Κ., εκινείτο στην επαρχιακή οδό Βέροιας - Γιαννιτσών με κατεύθυνση από την Βέροια προς τη διασταύρωση της ανωτέρω οδού με την επαρχιακή οδό Γιαννιτσών -Αλεξανδρείας και με πρόθεση να περάσει τη διασταύρωση αυτή και να κατευθυνθεί προς Γιαννιτσά.
Στην συμβολή των ανωτέρω οδών υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα (Ρ2) ΣΤΟΠ για τους οδηγούς που κινούνται στην οδό Βεροίας - Γιαννιτσών, ενώ στην γέφυρα που βρίσκεται στην οδό Γιαννιτσών - Αλεξανδρείας, σε απόσταση 42 μέτρων από την διασταύρωση προς Γιαννιτσά, σημειώνεται κυρτή αλλαγή στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα τα οχήματα που κινούνται επί της επαρχιακής οδού με κατεύθυνση προς την Αλεξάνδρεια να έχουν ορατότητα για το υπόλοιπο της οδού, αφού εισέλθουν στο τμήμα της γέφυρας, ενώ τα οχήματα που κινούνται επί της επαρχιακής οδού Βεροίας - Γιαννιτσών με κατεύθυνση προς τα Γιαννιτσά, να έχουν ορατότητα μέχρι το ύψος της γέφυρας (βλ.
την από 23-6-2008 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τ.Τ. Γιαννιτσών). Ο ως άνω οδηγός Γ. Κ. όταν έφθασε στη συμβολή των παραπάνω οδών, διέκοψε την πορεία του προς της πινακίδας ΣΤΟΠ, προκειμένου να ελέγξει την πορεία των οχημάτων που εκινούντο στην επαρχιακή οδό Γιαννιτσών - Αλεξανδρείας και στη συνέχεια να στρίψει αριστερά προς Γιαννιτσά.
Μόλις βεβαιώθηκε ότι η οδός ήταν ελεύθερη και από τις δύο κατευθύνσεις της, εισήλθε σ' αυτήν και ευθυγράμμισε το όχημά του στο ρεύμα πορείας προς Γιαννιτσά. Την ίδια ώρα, στην επαρχιακή οδό Γιαννιτσών -Αλεξανδρείας εκινείτο ο Φ. Δ., οδηγώντας το υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για ζημίες προς τρίτους στην ασφαλιστική εταιρία GENERAL UNION, η άδεια της οποίας ανακλήθηκε και στην θέση της υπεισήλθε εκ του νόμου το Ν.Π.Ι.Δ. "Επικουρικό Κεφάλαιο", με συνεπιβαίνουσες τη Δ.
Δ. και τη Γ. Ξ.. Ο ως άνω οδηγός είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα άνω των 100 χλμ/ω, αντί της επιτρεπομένης των 50 χ/ω που οριζόταν από την πινακίδα Ρ-32 που βρισκόταν στην πορεία του και έτσι, όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Γ. Κ. από το ύψος της γέφυρας, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου συγκρούστηκε μετωπικά με το αυτοκίνητο του Γ.
Κ., το οποίο ήδη είχε ευθυγραμμιστεί. Σύμφωνα με τα παραπάνω, αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο Φ. Δ., καθόσον δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε να επιδείξει, σαν μέσος συνετός οδηγός και ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα σε σημείο μάλιστα που απαιτείται μεγάλος βαθμός συγκέντρωσης για τους οδηγούς λόγω της κακής ορατότητας και γι 'αυτό άλλωστε η ταχύτητα περιορίζεται με ανάλογη πινακίδα στο όριο των 50 χλμ/ω.
Η ως άνω ταχύτητα και η είσοδος του Φ. Δ. στο αντίθετο ρεύμα πορείας δεν άφησαν οποιοδήποτε περιθώριο αντίδρασης στον Γ. Κ., ο οποίος με κάθε δυνατή επιμέλεια είχε περάσει ήδη τη διασταύρωση και είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς Γιαννιτσά, όπως σαφώς προκύπτει από το σημείο σύγκρουσης των αυτοκινήτων που απέχει 2,50 μέτρα από τη διπλή γραμμή και σε συνάρτηση με το γεγονός της μετωπικής σύγκρουσης και το πλάτος του οχήματος φανερώνει ότι κινήθηκε στο άκρο δεξιό της οδού και έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφύγει τη σύγκρουση.
Επομένως, η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητος του Γ. Κ. στην πρόκληση του ατυχήματος είναι αβάσιμη".
Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές, και κρίνοντας, κατά πλειοψηφία, ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Φ. Δ., το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την παραπάνω έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και κατά της ασφαλίζουσας το αυτοκίνητο του τελευταίου τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α ΖΗΜΙΩΝ" περί επιδικάσεως σ' αυτούς αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης προς αποκατάσταση της υλικής και ηθικής ζημίας που υπέστησαν από το ένδικο ατύχημα, ενώ είχε δεχτεί εν μέρει την από 6-3-2009 αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου αναιρεσείοντος και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" το οποίο είχε υπεισέλθει στη θέση της ασφαλίζουσας το ως άνω αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος οδηγού ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION", της οποίας είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας, περί επιδικάσεως σ' αυτούς αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης προς αποκατάσταση της υλικής και ηθικής ζημίας που υπέστησαν από το ίδιο ατύχημα, μετά από απόρριψη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της προβληθείσας από τους εναγόμενους στην αγωγή αυτή ένστασης συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος.
Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - εκκαλούντος - ήδη αναιρεσείοντος οδηγού, συνιστάμενη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμέλειας) διατάξεων στερώντας έτσι, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων οδηγός, όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και εισήλθε στο αντίθετο προς την πορεία του, ρεύμα πορείας της οδού Γιαννιτσών - Αλεξανδρείας επί της οποίας εκινείτο, όπου συγκρούστηκε μετωπικά με το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου, το οποίο είχε ήδη ευθυγραμμιστεί, αποδίδοντας το γεγονός αυτό στην ταχύτητα των 100 χιλ/ώρα με την οποία δέχτηκε ότι εκινείτο το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν κάνει αναφορά για το σημείο που βρισκόταν το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου όταν το αντιλήφθηκε ο αναιρεσείων οδηγός και έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ούτε στην απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου, ώστε να μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα, ως αιτία της κίνησης αυτής του πρώτου αναιρεσείοντος (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα), ανεξάρτητα με την ταχύτητα με την οποία αυτός κινείτο, η ενδεχόμενη αιφνίδια παρεμβολή του οχήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου στην πορεία του, λόγω παραβιάσεως εκ μέρους του τελευταίου (πρώτου αναιρεσίβλητου) της προτεραιότητας του αναιρεσείοντος, ενόψει της ύπαρξης, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πινακίδας Ρ-2 (STOP), για τους οδηγούς που κινούνται στην ως άνω επαρχιακή οδό Βεροίας - Γιαννιτσών, όπως ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Τα περιστατικά αυτά, ήταν αναγκαίο να διευκρινίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, στην ως άνω αγωγή τους κατά των αναιρεσιβλήτων, περί υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και της προβληθείσας από τον πρώτο αναιρεσείοντα, κατά της εναντίον του στρεφόμενης αγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου, ένστασης συνυπαιτιότητας του τελευταίου, που στηρίζονται στην παραβίαση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου οδηγού της προτεραιότητας του αναιρεσείοντος, λόγω της ύπαρξης πινακίδας Ρ-2 (STOP) στην πορεία του, αλλά και της παραπάνω παραδοχής της απόφασης, ότι "στη συμβολή των ανωτέρω οδών υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα (Ρ2) STOP για τους οδηγούς που κινούνται στην οδό Βεροίας - Γιαννιτσών, όπως ο πρώτος αναιρεσίβλητος".
Περαιτέρω, το Εφετείο κατέληξε στην έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου οδηγού στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, δεχόμενο ότι ο εν λόγω οδηγός εισήλθε στην ως άνω διασταύρωση, αφού προηγουμένως διέκοψε την κίνηση του οχήματός του προ της υπάρχουσας επί της πορείας του πινακίδας Ρ-2 STOP, και βεβαιώθηκε μετά από διενεργηθέντα απ' αυτόν έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων επί της οδού Γιαννιτσών - Αλεξανδρείας, στην οποία επρόκειτο να εισέλθει, ότι η εν λόγω οδός ήταν ελεύθερη και από τις δύο κατευθύνσεις της, και επί πλέον ότι εισήλθε στο αντίθετο προς την πορεία του αναιρεσείοντος ρεύμα πορείας προς Γιαννιτσά, αφού είχε περάσει τη διασταύρωση με κάθε δυνατή επιμέλεια, πλην όμως δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του αυτή, αφού δεν προσδιορίζει μέχρι ποιά απόσταση εκτεινόταν το πεδίο ορατότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του Ι.Χ.Ε.
προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσείοντος (προς τα αριστερά του), ούτε σε ποιά απόσταση βρισκόταν το αυτοκίνητο του τελευταίου, όταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός διενήργησε τον ως άνω έλεγχο και διήλθε τη διασταύρωση, ούτε εξηγεί επαρκώς για ποιό λόγο αν και ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε περάσει ήδη τη διασταύρωση και είχε ήδη εισέλθει στο αντίθετο προς την πορεία του αναιρεσείοντος ρεύμα πορείας προς Γιαννιτσά, όταν έγινε το ατύχημα ο αναιρεσείων οδηγός, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του τελευταίου και περαιτέρω, για ποιό λόγο, ενώ ο αναιρεσείων αντιλήφθηκε το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου ο τελευταίος, την ίδια στιγμή, δεν μπόρεσε να το αντιληφθεί και να ενεργήσει αναλόγως προς αποφυγή ατυχήματος.
Οι εν λόγω δε ελλείψεις και ασάφειες δεν καλύπτονται από τη γενική αναφορά στην απόφαση ότι στη γέφυρα που βρίσκεται στην οδό Γιαννιτσών - Αλεξανδρείας, σε απόσταση 42 μέτρων από την διασταύρωση προς Γιαννιτσά, σημειώνεται κυρτή αλλαγή στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα τα οχήματα που κινούνται επί της επαρχιακής οδού με κατεύθυνση προς την Αλεξάνδρεια να έχουν ορατότητα για το υπόλοιπο της οδού, αφού εισέλθουν στο τμήμα της γέφυρας, ενώ τα οχήματα που κινούνται επί της επαρχιακής οδού Βέροιας - Γιαννιτσών με κατεύθυνση προς Γιαννιτσά, να έχουν ορατότητα μέχρι το ύψος της γέφυρας, παραπέμποντας κατά τα λοιπά σε σχέση με τις συνθήκες ορατότητας της ως άνω οδού στην από 23-6-2008 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τ.Τ. Γιαννιτσών.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθόσον αφορά στην προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση περί μη αιτιολόγησης της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το ύψος της ταχύτητας με την οποία δέχτηκε ότι κινείτο το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος, αυτή απαραδέκτως προβάλλεται, διότι υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, που θεμελιώνεται στην αιτίαση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα ότι ο αναιρεσείων κινείτο με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση της προβαλλόμενης με το δεύτερο λόγο αυτής αιτιάσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, και να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ, όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 154/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ