Legislator Case Law & Legislation
324/2012 AI generated

324/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 324/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 324 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 324/2012

Legislator headnote

AI generated

324/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 324 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 324/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 324 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 324/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Α. Σ., 2. Ι. συζ. Δ. Π., το γένος Α. Σ., 3. Ελευθερίας συζ. Χ. Δ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., 4. Ε. χας Κ. Κ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 5. Γ. θυγ. Α. Σ., χας Σ. Σ. και 6. Ε. Σ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κουτσιλαίο.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Ζωγράφου Αττικής, που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο Ζωγράφου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4240/2004 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 908/2006 απόφαση και 3226/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-10-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης για το δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του λόγο της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 17 παρ.2,4 εδ.1,2 και 4 του Συντάγματος "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπου ο νόμος ορίζει, και πάντως αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση.. Η αποζημίωση ορίζεται πάντοτε από τα πολιτικά δικαστήρια. Μπορεί να οριστεί και προσωρινά δικαστικώς, ύστερα από ακρόαση ή πρόσκληση του δικαιούχου ... Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη. Η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισυ έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης και οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως". Από τις ως άνω διατάξεις, που θεσπίζουν κανόνες δικαίου με δεσμευτική δύναμη και για τον εφαρμοστή του δικαίου και για το νομοθέτη, εφαρμόζονται δε ανεξαιρέτως σε κάθε απαλλοτρίωση (και στις πολεοδομικές), εφόσον ο δικαστικός προσδιορισμός της απαλλοτρίωσης έγινε μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, είτε πρόκειται για απόφαση προσωρινή, είτε για οριστική (Ολ.ΑΠ 18/1988), σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (αντίστοιχου του άρθρου 11 παρ.4 του ν.δ. 797/1976), κατά την οποία η αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση που αυτοδικαίως ανακλήθηκε υποχρεούται, μέσα σε δύο μήνες να εκδώσει πράξη, που βεβαιώνει την επελθούσα ανάκληση και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, εάν δε περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να ζητήσει την έκδοση δικαστικής απόφασης, που να βεβαιώνει την ανάκληση, καλουμένου στη δίκη του υπερού η αναγκαστική απαλλοτρίωση, καθώς και του Δημοσίου και η δικαστική απόφαση που βεβαιώνει την ανάκληση υποβάλλεται με τη μέριμνα κάθε ενδιαφερομένου στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών, που υποχρεούται να την καταχωρήσει στη μερίδα του ιδιοκτήτη, προκύπτει, ότι, μετά την παρέλευση του ενάμισυ έτους χωρίς να καταβληθεί η αποζημίωση, η ανάκληση της απαλλοτρίωσης επέρχεται αυτοδικαίως και δεν απαιτείται η προηγούμενη έκδοση βεβαιωτικής απόφασης που προνοεί η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 11 παρ.4 του ν. 2882/2001, ο δε ιδιοκτήτης, στον οποίο δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση, μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του που απορρέουν από την κυριότητα ακινήτου του, που είχε απαλλοτριωθεί και παράνομα κατακρατείται από τον υπερού η απαλλοτρίωση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την ένδικη από 19.1.2004 αγωγή τους, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι ο καθένας, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσοστά εξ αδιαιρέτου, τμήματος-εμβαδού 135,23 τ.μ.-ενός οικοπέδου τους, το οποίο περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα λόγω κληρονομικής διαδοχής δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομίας και της μεταγραφής τους, και επικουρικά με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), ως έχοντας νεμηθεί το επίδικο για χρονικά διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο με συνυπολογισμό του δικού τους χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, και ότι ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) πολύ αργότερα από τις 13.9.1979 κατέλαβε εξαιτίας απαλλοτριώσεως λόγω ρυμοτομίας το ως άνω τμήμα του οικοπέδου, όπως αυτό επίσης περιγράφεται κατά θέση έκταση και όρια, και έκτοτε το κατέχει μέχρι σήμερα έχοντας διαμορφώσει αυτό σε τμήμα οδού, πλην όμως δεν έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης που καθορίστηκε με την 516/1980 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 2.5.1980, κατέστη δε και οριστική ενώ η αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση δεν προέβη, όπως ήταν υποχρεωμένη, από 23.3.1982, ήτοι δύο μήνες μετά την πάροδο ενάμισυ έτους από τη δημοσίευση της άνω απόφασης, στην έκδοση πράξης που να βεβαιώνει την ανάκληση της απαλλοτρίωσης. Ζήτησαν δε με βάση τα περιστατικά αυτά οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) να τους το αποδώσει. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις που προεκτέθηκαν και σ' εκείνες των άρθρων 999, 1000, 1045, 1051, 1094, 1113, 1116, 1193, 1199, 1710 επ. και 1846 ΑΚ. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως τέτοια την απέρριψε. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προεκτέθηκαν, και, συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, αιτούνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3226/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ