324/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated324/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς προταθέντος και νομίμου, ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 324 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 324/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-4-2002 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 651/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 368/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 14-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά παραδοχή του πρώτου λόγου και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Πατρών ......, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 10.07.2007 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ.368/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24.11.2008) του δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως, σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς προταθέντος και νομίμου, ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.
Κατά την εν λόγω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με σαφή αναφορά στις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (κατάθεσης μάρτυρος, εγγράφου), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται αναλόγως και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων. (Ολ ΑΠ 23/2008 και 9/2000).
Όπως σαφώς συνάγεται από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.β' ΚΠολΔ, οι αποδείξεις που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένα τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002) δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη παρά το νόμο το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και να καθορίζεται το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού και οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο από το άρθρο 559 αρ.11 παρ.β' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί τις εναντίον της αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες αυτοί ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν εξ αυτών το ζητούμενο ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς τους από την εναγομένη, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις μη προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες υπ' αριθμ. 2500/10.10.03, 4244/20.10.03, 89/8.1.04 και 4848/21.11.01 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών καθώς και την υπ' αριθμ. 9713/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Την 16.6.1999 η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) υπέβαλε στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών την από 9.6.1999 έγκλησή της εναντίον των εναγόντων, στην οποία ανέφερε τα εξής κατά λέξη "Μηνύω και καταγγέλω με αγανάκτηση τους Ψ2 και Ψ1 διότι την 8.6.1999 ημέρα Τρίτη και ώρα 9 μ.μ.
βραδινή ο πρώτος μηνυόμενος ευρισκόμενος μέσα στο επιπλοποιείο του Β' μηνυομένου (Ψ1) και ενώ εγώ είχα κατέβει από το σπίτι μου να μπώ στο αυτ/τό μου και να βγώ μαζί με την αδελφή μου (είχα την ονομαστική μου εορτή εκείνη την ημέρα) ο πρώτος μηνυόμενος βγήκε στην πόρτα του επιπλοποιείου και μας απηύθυνε τις φράσεις "Καργιόλες, πουτάνες, ξεφτιλισμένες θα δείτε τι θα πάθετε, θα σας διαλύσουμε δεν θα ξαναβγείτε έξω από το σπίτι, θα σας ξεφτιλίσουμε σε όλη την ...... .
Τον Χριστό σας την Παναγία σας και όλη σας την οικογένεια- Είναι ένα βρώμικο κύκλωμα που ενεργεί εις βάρος μας διασύροντας το όνομά μας με τις φράσεις που αναφέρω οπουδήποτε μας συναντούν. Ζητάω την παραδειγματική τιμωρία παριστάμενη ως πολ. ενάγουσα διότι προσέβαλαν την προσωπικότητά μου προκαλώντας μου φόβο, ανησυχία, εντροπή, ταπείνωση" 'Ότι με βάση την έγκληση αυτή της ήδη αναιρεσείουσας ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος των εναγόντων για εξύβριση από κοινού και παραπέμφθηκαν αυτοί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών για να δικαστούν για τις άνω πράξεις, για τις οποίες όμως κηρύχθηκαν αθώοι (λόγω αμφιβολιών) με την υπ' αριθμ. 9806/2001 απόφαση του ανωτέρω ποινικού δικαστηρίου.
Ο ενάγων της πρώτης αγωγής Ψ1 και η εναγομένη είναι ιδιοκτήτες ομόρων κατοικιών στην ...... και βρίσκονται σε σφοδρή αντιπαλότητα από ετών, η ίδια δε εναγομένη έχει και άλλοτε μηνύσει τον ενάγοντα αυτόν για παρόμοιες πράξεις, για τις οποίες ο τελευταίος έχει απαλλαγεί (ενδεικτικά υπ' αριθμ. 9713/1999 και 2500/2003 αποφάσεις του Μονομελούς και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών αντίστοιχα), ενώ η εναγομένη έχει καταδικασθεί κατ' επανάληψη για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφημίσεως του ενάγοντα Ψ1 (σχετ.
υπ' αριθμ. 4244/2003, 89/2004 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών) Τα ανωτέρω περιστατικά που αναφέρονται στις ένδικες αγωγές και περιλαμβάνονται στην από 9.6.1999 έγκληση της εναγομένης είναι ψευδή, μη αποδεικνυόμενα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε αντίθετη δε κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο από τη γενική κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε από την υπ' αριθμ. 4848/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία η εναγομένη κηρύχθηκε αθώα της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως του ενάγοντος Ψ1, αφού, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά του ποινικού δικαστηρίου, η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στην κατάθεση του μηνυτή- ενάγοντος ότι "υπήρξε παρεξήγηση" που δόθηκε με σκοπό να δώσει τέρμα στον δικαστικό αγώνα.
Η εναγομένη γνώριζε την αναλήθεια των άνω καταγγελλομένων περιστατικών, αφού αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν προβεί στις ανωτέρω ενέργειες, τα ψευδή δε αυτά περιστατικά τα διέδωσε με την έγκλησή της ενώπιον τρίτων, ήτοι δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων, δικηγόρων και λοιπών προσώπων που έλαβαν γνώση κατά την εκδίκαση της ποινικής υποθέσεως, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, πράγμα το οποίο και πέτυχε η εναγομένη, ως αποτέλεσμα της ενεργείας της αυτής, από την παράνομη δε και υπαίτια συμπεριφορά της εις βάρος των εναγόντων (συκοφαντική δυσφήμιση) οι τελευταίοι υπέστησαν ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούνται κατά νόμο εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την ερήμην της εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχτηκε εν μέρει τις συνεκδικασθείσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες αυτοί ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την άνω παράνομη και υπαίτια (από δόλο) τελεσθείσα εις βάρος τους αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισής τους από την εναγομένη και καταδίκασε την τελευταία να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το εύλογο ποσό των 1.500 ευρώ νομιμοτόκως και με προσωπική κράτηση της εναγομένης. 'Όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίση του, περί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού των εναγόντων, ότι τα καταγγελθέντα εις βάρος τους από την εναγομένη, με την άνω έγκλησή τους ήσαν ψευδή και η εγκαλούσα εγνώριζε το ψευδές αυτών, προέβη δε στην πράξη της με σκοπό να μειώσει την τιμή και υπόληψη αυτών, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη και ανταπόδειξη των ισχυρισμών τους και τις υπ' αριθμ. 2500/2003, 4244/2003, 89/2004 και 4848/2001 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών καθώς και την υπ' αριθμ. 9781/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχεται α) ότι από τις υπ' αριθμ. 9713/1999 και 2500/2003 αποφάσεις του Μονομελούς και Τριμελές Πλημμελειοδικείου Πατρών αντιστοίχως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων Ψ1 έχει απαλλαγεί για παρόμοιες αξιόποινες πράξεις, που τον καταμήνυσε η εναγομένη, β) ότι από τις υπ' αριθμ. 4244/2003 και 69/2004 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών αποδεικνύεται ότι η εναγομένη έχει καταδικασθεί για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμισης του ενάγοντος Ψ1 και γ) ότι από την 4848/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών αποδεικνύεται ότι η εναγομένη κηρύχθηκε αθώα της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης του Ψ1, διότι ο τελευταίος, με σκοπό να τερματίσει την μεταξύ τους αντιδικία εδήλωσε ότι "|υπήρξε παρεξήγηση" Από την επισκόπηση όμως των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των διαδίκων κατά τη συζήτηση της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι τις άνω 2500/03 και 4848/2001 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, καθώς και την υπ' αριθμ. 9713/99 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, δεν επικαλέστηκαν ούτε οι ήδη αναιρεσίβλητοι ούτε η αναιρεσείουσα.
Επομένως το Εφετείο που έλαβε αυτές υπόψη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.11 περ.β ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο λόγο η αναιρεσείουσα. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Από τη διάταξη του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και αν προαποδεικνύεται η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της απόφασης αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, που υποβάλλεται και με τις προτάσεις οι οποίες κατατίθενται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, ως την παραμονή της συζητήσεως, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση.
Στην περίπτωση δε που η επαναφορά αυτή συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, ο τόκος υπολογίζεται από το χρόνο επιδόσεως στον ανιρεσίβλητο της αναιρετικής αποφάσεως που διατάσσει την απόδοση (Ολ. ΑΠ 37/2005). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, που κατέθεσε την 19.11.2008, εκθέτει ότι, προς αποφυγή αναγκαστικής εις βάρος της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης, κατέβαλε στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους, για επιδικασθέν με την αναιρούμενη κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, το ποσό των 5.800 ευρώ, ζητεί δε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρο ο καθένας να της καταβάλουν το άνω ποσό νομιμοτόκως από της καταβολής του, άλλως από της επιδόσεως της αίτησης για αναίρεση, άλλως από του χρόνου κατάθεσης των προτάσεών της και άλλως από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Από την με ημερομηνία 26.09.2007 απόδειξη του δικαστικού επιμελητή Πατρών ......, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι αυτή, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εις βάρος της εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, κατέβαλε στον εν λόγω δικαστικό επιμελητή, που ενεργούσε για λογαριασμό και κατ' εντολή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, το συνολικό ποσό των 5.800 ευρώ, για κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης.
Το ποσό αυτό οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να αποδώσουν στην αναιρεσείουσα, κατ' ίσα μέρη ο καθένας (άρθρα 480 ΑΚ και 180 παρ.1 ΚΠολΔ) απορριπτομένου ως μη νομίμου του αιτήματος περί καταβολής εις ολόκληρο του άνω ποσού, καθώς και του αιτήματος για καταβολή τόκων από της καταβολής του ποσού αυτού στους αναιρεσιβλήτους, άλλως από της επιδόσεως της αίτησης για αναίρεση, άλλως από τη συζήτηση της αίτησης και άλλως από την κατάθεση των προτάσεων της αιτούσας ενώπιον του δικαστηρίου τούτου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 368/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, προς περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων (5.800) ευρώ, κατ' ίσο μέρος ο καθένας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από ευρώ δύο χιλιάδες (2.000).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ