324/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated324/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' άρθρο δε 366 παρ. 1 εδ. α και 3 ΠΚ, αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη. Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά η δυσφήμηση, δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 324 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 324/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, επειδή είναι δικηγόρος.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Τσιλιμίγκρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔικ οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη με έφεση απόφαση αιτιάσεις πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για να μπορεί το δικαστήριο να κρίνει για το νόμιμο και βάσιμο τούτων. Σε περίπτωση όμως αιτιάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων. Τούτο δε διότι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι από αυτή κατέληξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, εκτιμά απαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, με συνέπεια να αρκεί για το ορισμένο της αιτίασης αυτής η μνεία ότι, λόγω κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, υπάρχει σφάλμα στο διατακτικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 15-1-2003 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της με αριθ. 257/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ή ασκηθείσα με τις από 24-7-2002 προτάσεις του αναιρεσείοντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανταγωγή του (αναιρεσείοντα), για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιέχεται σε αυτήν, με αρκετή σαφήνεια και πληρότητα η αιτίαση του αναιρεσιβλήτου, ότι από κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έγινε δεκτή η ανταγωγή του αναιρεσείοντα. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης του αναιρεσιβλήτου ως αόριστο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης είναι απορριπτέα και η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό του για αοριστία της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, ως αβάσιμος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός έχει ληφθεί υπόψη και απορρίφθηκε, αφού το Εφετείο δέχεται ότι ο λόγος αυτός έφεσης του αναιρεσείοντα ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση και απορρίπτεται με την έννοια του αυτή, ως αναγόμενος δηλαδή στην εκτίμηση των αποδείξεων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Κατ' άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιονδήποτε τρόπό ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση, ή με χρηματική ποινή. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού, απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση ότι το γεγονός είναι πρόσφορο όπως βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και θέληση, (βούληση) ή αποδοχή, διάδοσης του ισχυρισμού τούτου ενώπιον τρίτου.
Κατ' άρθρο δε 366 παρ. 1 εδ. α και 3 ΠΚ, αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη. Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά η δυσφήμηση, δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Εξ άλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και μπορεί να αφορά επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι την άρνηση της αγωγής, ή ανταγωγής, ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων, ή του Δικαστηρίου. Ανεπάρκεια δε ή ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την αιτιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανεπίτρεπτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ελλείψεις όμως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ. 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/92 Ολ.ΑΠ 861/1984). Μόνο τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 257/2002 απόφασης του πολυμελούς πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε δεχθεί εν μέρει την ανταγωγή του αναιρεσείοντος δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Με βάση το αρ. .... συμβόλαιο του συμβ/φου Αμαρουσίου ....., που νόμιμα μεταγράφηκε, ο εναγόμενος-αντενάγων και ήδη αναιρεσείων, αγόρασε από τη θεία του ....., μεταξύ άλλων ακινήτων και ένα αγροτεμάχιο, επιφανείας 1.655, 14 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "......", της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...., του τέως Δήμου .....
Με βάση την αρ. ..... πράξη του συμβ/φου Αθηνών ....., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος - αντενάγων (και ήδη αναιρεσείων) υπήγαγε το άνω ακίνητο στις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971, του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, συνέστησε δε, τρεις αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες, από τις οποίες τη δεύτερη (τμήμα με στοιχεία η-θ-ι-δ-κ-η στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού .....), επιφανείας 803, 4 τ.μ., που αναλογεί σε ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο ακίνητο 486/1000 εξ αδιαιρέτου, μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στον ενάγοντα αντεναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, δυνάμει του αρ. ....
συμβολαίου αγοραπωλησίας του ιδίου ως άνω συμβ/φου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα. Δυνάμει οικοδομικών αδειών, ο αναιρεσίβλητος οικοδόμησε επί της ιδιοκτησίας του διώροφη κατοικία, μία δεξαμενή νερού, κτίσμα για μπάρμπεκιου και μια πισίνα, συνολικής επιφάνειας 200 τ.μ., πλέον των ημιυπαίθριων χώρων. Μετά τις εγκαταστάσεις αυτές, από τον Μάρτιο του 2000, άρχισε μεταξύ των διαδίκων σφοδρός δικαστικός αγώνας, καθώς ο αναιρεσίβλητος (ενάγων-αντεναγόμενος) κατά την ανέγερση των κτισμάτων, δηλαδή της πισίνας και μανδρότοιχου, επεκτάθηκε σε τμήμα της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος (εναγομένου-αντενάγοντος).
Ειδικότερα η αντιδικία ξεκίνησε με δίκη ασφαλιστικών μέτρων. Τόσον η αρ. 291/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, όσο και η αρ. 38/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (κατ' έφεση), πιθανολόγησαν ότι το κτίσμα της πισίνας του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου έχει καταλάβει τμήμα 10 τ.μ. από το ακίνητο του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και ότι ο ανατολικός μανδρότοιχος έχει επεκταθεί κατά 1,50 και 1,73 μ.
στο τελευταίο. Μετά την από 27-2-2001 αγωγή νομής του εναγομένου-αναιρεσείοντος, εκδόθηκαν, κατ' αρχάς η αρ. 482/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου και στη συνέχεια η τελεσίδικη αρ. 235/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία αναγνώρισε νομέα τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα σε προσδιοριζόμενη εδαφική λωρίδα και υποχρέωσε τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο να κατεδαφίσει τα τμήματα του μανδρότοιχου και της πισίνας που εισχωρούν στην ιδιοκτησία του πρώτου.
Μετά από αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης, ήδη η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ακόμη εκκρεμεί και σχετική αγωγή κυριότητας του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αντιδίκου του (από 15-10-2003 αγωγή). Με την από 17-7-2000 αγωγή του ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ασκεί τα δικαιώματά του από τη σχέση συνιδιοκτησίας των διαδίκων.
Η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, αφού διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, συζητήθηκε δε μετ' απόδειξη στις 20-10-2004 και αναμένεται απόφαση. Παραλλήλως με την παρούσα αγωγή του, ο ενάγων- αντεναγόμενος (αναιρεσίβλητος) ισχυρίζεται ότι, ενώ ο εναγόμενος-αντενάγων (αναιρεσείων) στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας δήλωσε ότι το πωλούμενο είναι τελείως ακάλυπτο χωρίς κτίσματα, διαπίστωσε, κατά τις εργασίες οικοδόμησης, ότι στο υπέδαφος του δυτικού τμήματος αυτού υπάρχει επικίνδυνη κατασκευή από μπετόν, χρησιμοποιούμενη ως στρατόπεδο από τους Γερμανούς κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κατάσταση που γνώριζε ο πωλητής και του απέκρυψε, προκειμένου να μην αποτραπεί από το να αγοράσει αυτός το ακίνητο-κάθετη ιδιοκτησία.
Με τα ίδια περιστατικά ο ενάγων- αντεναγόμενος (αναιρεσίβλητος) κατήγγειλε τον εναγόμενο-αντενάγοντα (αναιρεσείοντα) ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/δικών, με την από 2-10-2000 μηνυτήρια αναφορά του, στην οποία περιέλαβε τα εξής: Ότι στην προσπάθειά του (ο εναγόμενος-αντενάγων και ήδη αναιρεσείων) να πωλήσει το ακίνητο, παρέστησε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα ως αληθή και απέκρυψε ότι σε τμήμα του ακινήτου υπάρχει τσιμεντένια κατασκευή, την οποία αυτός διαπίστωσε με την ευκαιρία ανέγερσης πρόσθετων κτισμάτων για τα οποία χρειάστηκε να διαρρήξει το μπετόν με ειδικά μηχανήματα, εργασία που επιβάρυνε την όλη δαπάνη για την ανέγερση της οικίας του κατά 20.000.000 δραχμές.
Ότι ο εναγόμενος-αντενάγων και ήδη αναιρεσείων, εκμεταλλευόμενος τη δικηγορική του ιδιότητα τον παραπλάνησε και τον εξαπάτησε, γιαυτό ζήτησε την ποινική του δίωξη για το έγκλημα της απάτης. Ότι ο εναγόμενος-αντενάγων και ήδη αναιρεσείων, αν και καθ' υπόδειξή του, ενώπιον πολιτικών μηχανικών, προσδιορίστηκαν τα όρια της πωληθείσας ιδιοκτησίας, στη δυτική πλευρά του ακινήτου όπου ευρίσκεται πρανές, προκειμένου να δημιουργήσει λόγους βλάβης της περιουσίας του, με ασφαλιστικά μέτρα και με αγωγή, αλλάζοντας τα όρια των ιδιοκτησιών, προσπαθεί να αποσπάσει χρήματα (χρηματική ικανοποίηση και ποινικές ρήτρες).
Όλα τα ανωτέρω περιστατικά και με το δεδομένο ότι αυτά διαδόθηκαν στους υπαλλήλους που υπάρχουν στις υπηρεσίες και στους χώρους κατάθεσης των δικογράφων, είναι συκοφαντικά για το πρόσωπό του και την επαγγελματική του ιδιότητα. Η αυτοτελής κάθετη ιδιοκτησία που μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα- αντεναγόμενο (αναιρεσίβλητο) είναι συνεχόμενη και εφαπτόμενη της ιδιοκτησίας που παρέμεινε στον εναγόμενο-αντενάγοντα (αναιρεσείοντα).
Στο βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας του τελευταίου υφίσταται επικλινής λωρίδα εδάφους, κυμαινόμενου πλάτους από ελάχιστο 4, 50 μέτρων έως μέγιστο 10, 50 μέτρων. Η όλη διαφορά των διαδίκων, σε σχέση με την παραπάνω δίκη περί νομής, καθώς και αυτή που ακολουθεί περί κυριότητας, αφορά σε αυτή την εδαφική λωρίδα, που αποτελεί πρανές και ευρίσκεται στο όριο των καθέτων ιδιοκτησιών.
Κατά τις παραδοχές της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης (δίκης περί νομής), με την κατασκευή των κτισμάτων του ο ενάγων-αντεναγόμενος (αναιρεσίβλητος) εισήλθε στην ιδιοκτησία του εναγομένου-αντενάγοντος (αναιρεσείοντος) κατά 1,80 μέτρα στον ανατολικό μανδρότοιχο και κατά 2 μέτρα στο δυτικό μανδρότοιχο, ενώ με τμήμα της πισίνας του, όπως προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση, κατέλαβε μέρος της ιδιοκτησίας του εναγομένου-αντενάγοντα (αναιρεσείοντα).
Όμως ο πραγματογνώμονας τοπογράφος μηχανικός ....., που ορίστηκε από το άνω δικαστήριο, στην από 4-4-2002 πραγματογνωμοσύνη του, αποφάνθηκε αντιθέτως ότι η εν λόγω εριζόμενη εδαφική λωρίδα είναι ιδιοκτησιακά αχαρακτήριστη και δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του εναγομένου-αντενάγοντα (αναιρεσείοντα) πωλητή.
Εξάλλου, ο ενάγων-αντεναγόμενος (αναιρεσίβλητος) κατά την ανέγερση των κτισμάτων, διαπίστωσε την ύπαρξη της τσιμεντένιας κατασκευής που ήταν κρυφό στρατόπεδο των Γερμανών κατά την κατοχή. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι σε αναφορά με τις άνω δικαστικές ενέργειες του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος) αποδείχθηκε ότι δεν συγκροτούν πράξεις συκοφαντίας του ενάγοντα (και ήδη αναιρεσιβλήτου), εφόσον πράγματι με τις μέχρι τώρα δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν, κρίθηκε ότι υφίσταται καταπάτηση τμήματος του ακινήτου του εναγομένου-αναιρεσείοντα από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο.
Ως εκ τούτου, μη υπαρχόντων ψευδών εν γνώσει της αναληθείας περιστατικών, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, ώστε βάσει των προαναφερομένων διατάξεων να προσβάλλεται η προσωπικότητα του ενάγοντα (και ήδη αναιρεσιβλήτου) και να υφίσταται αυτός ηθική βλάβη που πρέπει να αποκατασταθεί με χρηματική ικανοποίηση.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) ενήργησε στο πλαίσιο ασκήσεως των νομίμων δικαιωμάτων του, βάσει των διατάξεων που προστατεύουν την ιδιοκτησία, δηλαδή ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Έτσι και αν οι πράξεις του εναγομένου (αναιρεσείοντα) θεωρηθεί ότι συνιστούν, είτε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, είτε αυτό της εξύβρισης, ο άδικος χαρακτήρας αυτών αίρεται κατ' άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ και δεν τίθεται θέμα χρηματικής ικανοποίησης.
Σε αναφορά δε με όσα δήλωσε ο πωλητής στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας και εφόσον επρόκειτο για ακίνητο της οικογένειάς του, εύλογα ο ενάγων-αντεναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) πίστευε ότι δεν θα εμποδιζόταν στην ανοικοδόμηση. Επομένως (συνεχίζει το Εφετείο) εξ όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τα περιστατικά που ο αντεναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε περί παραπλάνησης και εξαπάτησής του, κατ' αρχάς δεν απέχουν από την αλήθεια, επειδή αυτός θεωρούσε ότι δεν υπήρχε αμφισβήτηση στα όρια των ιδιοκτησιών και δεν θα εύρισκε εμπόδια στην οικοδόμηση του ακινήτου του, όπως οι απόψεις του επιβεβαιώνονται από τεχνικούς που χρησιμοποίησε, καθώς επίσης στηρίζονται και στις διαπιστώσεις της προαναφερόμενης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης.
Όμως εκφράστηκαν με έντονο οπωσδήποτε τρόπο, εφόσον ο αντεναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) επικαλείται εκμετάλλευση της δικηγορικής ιδιότητας του αντενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος). Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι κατά τις εργασίες ανοικοδόμησης του ακινήτου του, ευρέθηκε προ των παραπάνω εμποδίων και ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες, αλλά και σε ενέργειες στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, αφού οι πολεοδομικές άδειες για την ανοικοδόμηση, κατά χρονικά διαστήματα ανακαλούνταν και στη συνέχεια επιτρεπόταν η συνέχιση των εργασιών.
Άλλωστε (συνεχίζει το Εφετείο) ο αντεναγόμενος (αναιρεσίβλητος) επικαλούμενος την άνω ιδιότητα του αντενάγοντος (αναιρεσείοντος), δικηγόρου, εννοούσε ότι αυτός δύναται με μεγαλύτερη ευχέρεια να απασχολείται με την προσωπική του υπόθεση προς ίδιο συμφέρον, όπως και ο ίδιος επισημαίνει στις προτάσεις του και δεν είχε πρόθεση δυσφημήσεως αυτού, ούτε να προσβάλει την επαγγελματική τιμή του.
Σε κάθε περίπτωση ο αντεναγόμενος (αναιρεσίβλητος), θεωρώντας ότι εξαπατήθηκε από τον πωλητή, δεν είχε την άμεση γνώση ότι ψεύδεται. Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η παράνομη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ώστε βάσει των προαναφερομένων διατάξεων να προσβάλλεται η προσωπικότητα του αντενάγοντος (αναιρεσείοντος) και να υφίσταται αυτός ηθική βλάβη, με συνέπεια να γεννιέται υπέρ αυτού δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησής του.
Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο, ότι οι παραπάνω πράξεις του αντεναγόμενου (αναιρεσιβλήτου) δεν συνιστούν ούτε την πράξη της απλής δυσφήμησης, αφού δεν είχαν τέτοιο σκοπό, αλλά έγιναν έστω με υπερβολικό τρόπο, προς αντιμετώπιση της διαμορφούμενης κατάστασης ως προς το ακίνητο, προς άμυνα κατά την ενεργειών του αντενάγοντος (αναιρεσείοντος), ο οποίος προέβη σε δικαστικές ενέργειες εναντίον του (λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αγωγές κλπ) υπό το κράτος πεποίθησης, ότι υπάρχει αδικία εναντίον του.
Επιπλέον, ενόψει του τρόπου εκδηλώσεως και των περιστάσεων, δεν αποδεικνύεται ούτε σκοπός εξύβρισης του αντενάγοντος-αναιρεσείοντος δικηγόρου, κατά της επαγγελματικής υπόληψης του οποίου δεν κατευθύνοντο, εφόσον χρησιμοποιήθηκε η επαγγελματική ιδιότητα, όχι με πνεύμα καταφρόνησης, ή μειώσεως της προσωπικότητας του αντενάγοντος (αναιρεσείοντος), αλλά για να τονιστεί η απόλυτη γνώση αυτού ως προς την κατάσταση του ακινήτου που μεταβίβασε, καθώς και η ύπαρξη ισχύος της αντίδικης πλευράς.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε θέληση (βούληση ή αποδοχή) διάδοσης των παραπάνω ισχυρισμών του ενώπιον τρίτων με σκοπό δυσφήμισης του αναιρεσείοντος (ή απλής δυσφήμισης ή εξύβρισης αυτού), αλλά ότι ενήργησε προς αντιμετώπιση της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί στο επίδικο ακίνητο και στη συνέχεια αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, μόνον κατά το μέρος που αφορούσε την ανταγωγή του αναιρεσείοντος, και μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, ως προς τη διάταξή της για μερική παραδοχή της ανταγωγής, απέρριψε την ανταγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις του, ότι η προσβαλλομένη απόφαση α) στερείται αιτιολογίας και β) άλλως περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και με χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, το δε αποδεικτικό της πόρισμα διατυπώνεται σαφώς.
Ακόμη πρέπει να απορριφθεί η προβαλλόμενη με τον αυτόν λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ αιτίαση, για παραμόρφωση του περιεχόμενου του με αριθ. ... συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών ....., ως αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο, ποιο ακριβώς περιεχόμενο του συμβολαίου αυτού δέχθηκε το Εφετείο, ούτε παρατίθεται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένως το ανέγνωσε το Εφετείο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό.
Επίσης οι προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) έλαβε παρά το νόμο υπόψη ισχυρισμό για έλλειψη δόλου του αναιρεσιβλήτου ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του αναιρεσείοντος χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να έχει προταθεί από τον αναιρεσίβλητο και β) έλαβε υπόψη παρά το νόμο ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου που απορρίφθηκε στο πρώτο βαθμό και ισχυρισμό από το άρθρο 367 εδ.
γ Π.Κ., πρέπει να απορριφθούν και δη α) η υπό στοιχ. α΄ αιτίαση ως απαράδεκτη, γιατί ο ισχυρισμός που φέρεται ότι ελήφθη υπόψη χωρίς να προταθεί, δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την ανταγωγή δικαιώματος, αλλά ητιολογημένη άρνηση της ανταγωγής, αφού ο αντενάγων - αναιρεσείων βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη του δόλου του αντιδίκου του και β) η υπό στοιχ.
β αιτίαση κατά το πρώτο μέρος της ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι αυτός ο ισχυρισμός που απορρίφθηκε πρωτόδικα κατά δε το δεύτερο μέρος της, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, με τις οποίες απορρίφθηκε η ένδικη ανταγωγή του αναιρεσείοντα, αυτή δεν απορρίφθηκε κατά παραδοχή του άρθρου 367 εδ.
γ' ΠΚ, αλλά για έλλειψη στον αντεναγόμενο-αναιρεσίβλητο του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος της απλής δυσφήμησης και της μη απόδειξης σκοπού εξύβρισης από τον τρόπο που εκδηλώθηκαν και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι παραπάνω πράξεις του αντεναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 323/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ