Legislator Case Law & Legislation
323/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against a fine, ruling sworn testimony negated direct intent required for penalty application.

Case Number 323/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals filed against a second-instance judgment imposing a €1,000 fine. The appellants argued the lower court erred in applying the fine provision because it failed to explicitly establish the direct intent required by law, despite relying on a sworn affidavit. The court rejected these claims, holding that the sworn testimony was duly considered and that the lower court's finding of fact regarding intent was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 205 and 559 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must not re-examine the substantive factual findings of the lower court, and a fine provision requiring direct intent is validly applied when the lower court's reasoning sufficiently addresses the existence of such intent based on the evidence presented.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure direct intent requirement appellate review limits sworn affidavit evidence criminal fine imposition concurrent appeals factual findings review

Cited Legislation

AI generated
Article 205 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 323 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 323/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α.Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Τ. του Α. και 2.Ο. Σ. του Γ., κατοίκων .... Ο πρώτος παραστάθηκε για τον εαυτό του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. με την ιδιότητα του δικηγόρου και η δεύτερη παραστάθηκε για τον εαυτό της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. με την ιδιότητα της δικηγόρου και κατέθεσαν κοινές προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ά. συζ. Α. Κ., το γένος Σ. Α., 2.Ο. Κ. - Α. του Α. και 3.Ν. Κ. - Α. του Α., όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις, και Β.Των αναιρεσειόντων: 1.Ά. Α. του Σ., 2.Ο. Κ. - Α. του Α. και 3.Ν. Κ. - Α. του Α., όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Τ. του Α. και 2.Ο. Σ. του Γ., κατοίκων .... Ο πρώτος παραστάθηκε για τον εαυτό του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. με την ιδιότητα του δικηγόρου και η δεύτερη παραστάθηκε για τον εαυτό της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. με την ιδιότητα της δικηγόρου και κατέθεσαν κοινές προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2019 αγωγή των ήδη Α. αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. αναιρεσείοντες με την από 24-11-2023 αίτησή τους και οι Β. αναιρεσείοντες με την από 12-1-2024 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων ( ΑΠ 73/2023, ΑΠ 1126/2022, ΑΠ 240/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 367/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: Α) της από 24-11-2023 και με αριθ. κατάθ. 51/12-12-2023 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Α. και 2) Ο. Σ. του Γ. κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων: 1) Ά. συζ. Α. Κ. το γένος Σ. Α., 2) Ο. Κ.- Α. του Α. και 3) Ν. Κ.-Α. του Α. και Β) της από 12-1-2024 και με αριθ.

κατάθ. 1/12-1-2024 αντίθετης αίτησης αναίρεσης των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων: 1) Ά. Α. του Σ., 2) Ο. Κ.- Α. του Α. και 3)Ν. Κ.-Α. του Α., κατά των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων 1) Α. Τ. του Α. και 2) Ο. Σ. του Γ. κατά της υπ` αριθμ. 234/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Με τις ως άνω αντίθετες αιτήσεις προσβάλλεται η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 234/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών και με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 3-6-2022 και με αριθμό κατάθ. ...

έφεση των εναγόντων και την από 29-6-2022 και με αριθμό κατάθ. ... έφεση των εναγόμενων κατά της υπ' αριθμ. 81/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας η οποία, επίσης, είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί εν μέρει την από 4-4-2019 και με αριθμό κατάθ. ...

αγωγή των εναγόντων και είχε υποχρεώσει τους εναγόμενους να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο ως δικηγορική αμοιβή, δέχθηκε αυτές(εφέσεις) τυπικά και κατ'ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναγραφόμενα σε αυτήν ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Α. Επί της από 24-11-2023 αίτησης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε.

Με την παραίτηση όμως δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που να εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται ανάλογα κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων.

Τούτο δε διότι, αν δεν διευκρινίζεται ποιων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, δεν θα είναι δυνατόν να διαγνωστεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία αβάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωριστούν και ποιες να επιδικαστούν στον ενάγοντα (ΟλΑΠ 30/2007, ΑΠ 1158/2023, ΑΠ 968/2023, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 133/2019, ΑΠ 1299/2018).

Με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορθά όμως, μόνον από τον αριθμό 14 του ως άνω άρθρου, λόγο αναίρεσης, συνολικά εκτιμώμενο, ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο με αυτήν εσφαλμένα έκρινε ότι το αγωγικό του αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια και ότι με τη δήλωσή του περί περιορισμού των απαιτήσεών του, κατά τα ποσά που παρακατέθεσαν οι αντίδικοί του, χωρίς όμως να παρατίθεται ή να συνάγεται από τη σχετική δήλωση, ότι περιορίζονται αναλόγως τα επί μέρους κονδύλια ή ότι περιορίζεται συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κονδύλια, προκλήθηκε αοριστία, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, όσον αφορά τους πρώτη και τρίτο εναγόμενους, και μετά ταύτα απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσής του, αφού το αγωγικό αίτημα δεν συντίθεται από περισσότερα κονδύλια αλλά από ένα, εκείνο της μιας και ενιαίας δικηγορικής αμοιβής του, ακόμη δε και αν γινόταν δεκτό ότι το εν λόγω αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, έπρεπε να δεχθεί ότι η δήλωση του περιορισμού έγινε κατά σύμμετρη ποσοστιαία αναλογία για κάθε κονδύλιο και επομένως ουδεμία αοριστία της αγωγής προκλήθηκε από τον περιορισμό.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα, που είναι κρίσιμα για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου: Οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι είναι δικηγόροι, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας, όπου και διατηρούν συνεργαζόμενα δικηγορικά γραφεία.

Ότι τον Απρίλιο του έτους 2014 οι εναγόμενοι τους ανέθεσαν τη διεκπεραίωση υπόθεσης σοβαρού τροχαίου ατυχήματος και ότι μεταξύ τους καταρτίστηκε προφορική (άτυπη) σύμβαση εργολαβίας δίκης, με συμφωνηθείσα αμοιβή ύψους 20% επί του επιδικασθησόμενου ποσού, καταβλητέα μόνο σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο εκτιθέμενα, στο πλαίσιο της οποίας (σύμβασης) ο καθένας απ' αυτούς προέβη στις αναλυτικά αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, ενώ περαιτέρω ο πρώτος υποβλήθηκε στα επίσης αναλυτικά αναφερόμενα έξοδα.

Ότι επειδή η ως άνω σύμβαση εργολαβίας δεν καταρτίστηκε εγγράφως, όπως απαιτεί ο νόμος, οι εναγόμενοι τους οφείλουν την αμοιβή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν ως δικηγορική αμοιβή και έξοδα: 1) Στον πρώτο ενάγοντα:

η πρώτη εναγόμενη το ποσό των 272,8 ευρώ, ο δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 99,20 ευρώ, ο τρίτος εναγόμενος το ποσό των 30.294,11 ευρώ, οι πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 714,6 ευρώ και οι πρώτη, δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 523,6 ευρώ και 2) Στη δεύτερη ενάγουσα:

η πρώτη εναγόμενη το ποσό των 136,40 ευρώ, ο δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 49,6 ευρώ και ο τρίτος εναγόμενος το ποσό των 12.647,05 ευρώ, όλα τα πιο πάνω ποσά με το νόμιμο τόκο. Από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικών με αριθμό 81/2022 προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα εν λόγω πρακτικά και περιλαμβάνεται και στις προτάσεις του, που νόμιμα κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής στη δικάσιμο 18-1-2022 δήλωσε κατά λέξη τα εξής:"[...]ο πρώτος από τους ενάγοντες περιορίζει τις απαιτήσεις του κατά τα ποσά που παρακατέθεσαν [οι εναγόμενοι] ενώπιον του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και εισεπράχθησαν, ήτοι ως προς το ποσό των εκατόν τριάντα εφτά κόμμα εξήντα τέσσερα ευρώ ως προς την πρώτη εναγόμενη[...] και το ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα ευρώ ως προς τον τρίτο εναγόμενο[...]".

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με τον πρώτο λόγο της από 3-6-2022 έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο ο πρώτος ενάγων παραπονείτο, επειδή η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή του, όσον αφορά τους πρώτη και τρίτο εναγόμενους, λόγω αοριστίας, που προκλήθηκε μετά τον, κατά τα πιο πάνω, περιορισμό της αγωγής του ως προς αυτούς, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "[...] Στη προκειμένη περίπτωση, περιορίζοντας ο πρώτος ενάγων το αγωγικό του αίτημα αναφορικά με τα ποσά που αιτείται από την πρώτη και τον τρίτο των εναγομένων, κατά τα ποσά των 137,64 ευρώ και 5.890,00 ευρώ αντίστοιχα, χωρίς να παρατίθεται ή να συνάγεται από τη σχετική δήλωσή του ότι περιορίζονται αναλόγως τα επί μέρους κονδύλια αμοιβών ή ότι περιορίζεται συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κονδύλια αμοιβής, προκλήθηκε αοριστία που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση, διότι δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν οι αξιώσεις αυτές αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης, ούτε οι άνω εναγόμενοι να αμυνθούν.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια και απέρριψε κατά τούτο την αγωγή, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της α' έφεσης [των εναγόντων] είναι αβάσιμα και απορριπτέα[...]". Ο ανωτέρω περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος έγινε, όπως προαναφέρθηκε με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του πρώτου ενάγοντος, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις νομότυπα κατατεθείσες στο πρωτόδικο δικαστήριο προτάσεις του, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, δεν είναι , σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, παραδεκτός και νόμιμος αφού, ενόψει του ότι το αίτημα της αγωγής συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, δεν προκύπτει σε ποια κονδύλια αφορά ή ότι περιορίζεται ανάλογα κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων.

Συνεπώς, μετά τον ανωτέρω περιορισμό, η αγωγή, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα και τους πρώτη και τρίτο εναγόμενους, κατέστη αόριστη και ως εκ τούτου το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ως προς αυτούς απαράδεκτη λόγω αοριστίας, που επήλθε εξ αιτίας του ως άνω μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματός της και απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο ο πρώτος ενάγων υποστήριζε τα αντίθετα, δεν παραβίασε τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 223, 295 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνη του άρθρου 216 του ίδιου Κώδικα. Κατά συνέπεια, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με το άρθρο 98 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν.3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων) οριζόταν ότι, "Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών", ενώ με το άρθρο 102 του ίδιου Κώδικα οριζόταν ότι, "Εάν το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξωγκωμένον, το τοιούτον δε ηδύνατο να γίνη αντιληπτόν και παρ` αυτού του δικηγόρου, το ελάχιστον όριον αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού, όπερ έδει να ζητηθή διά της αγωγής, εάν ο δικηγόρος εξηκρίβωσεν επιμελέστερον τα πράγματα, εκτός εάν διά τον ως άνω καθορισμόν του αιτήματος της αγωγής συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 5 του ήδη ισχύοντος Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α'208/27-9-2013) που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης εντολής, "Οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.

Αντίθετα, σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί ως υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει την νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του".

Η τελευταία αυτή διάταξη αποδίδει συνδυαστικά το περιεχόμενο των άρθρων 98 παρ. 1 (αύξηση της δικηγορικής αμοιβής) και 102 (μείωση της δικηγορικής αμοιβής) του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.3026/1954), από την αντιπαραβολή τους όμως προκύπτουν οι ακόλουθες διαφοροποιήσεις: α) Η ισχύουσα ρύθμιση αρκείται σε διατύπωση απλώς υπέρογκου αιτήματος και όχι προφανώς εξογκωμένου, όπως το προϊσχύσαν δίκαιο, μεταβάλλοντας αυτή (διατύπωση) προς το αυστηρότερο, β) Ενώ υπό το προϊσχύσαν δίκαιο η μείωση της δικηγορικής αμοιβής απαγγελλόταν προκειμένου για προφανώς εξογκωμένα αιτήματα ως δέσμια αρμοδιότητα, η διατύπωση της ισχύουσας ρύθμισης (μπορεί να προσδιορίσει) αναφέρεται σε διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και γ) Ενώ υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ο δικηγόρος μπορούσε να αντικρούσει τον ισχυρισμό περί εξογκωμένου αιτήματος, επικαλούμενος ότι συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η ισχύουσα ρύθμιση αναφέρεται σε διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μειώσει τη δικηγορική αμοιβή "με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του".

Περαιτέρω, κατά ρητή πρόβλεψη της νέας ρύθμισης , το δικαστήριο μπορεί να προβεί στη μείωση της αμοιβής και αυτεπάγγελτα, χωρίς προβολή σχετικού παραπόνου από τον αντίδικο, ενώ, αν προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός συνιστά ένσταση. Σύμφωνα δε με την έννοια της παραπάνω διάταξης, τόσο με την ισχύουσα όσο και με την προϊσχύσασα μορφή της, για τη διάγνωση του περιστατικού ότι το αίτημα της αγωγής είναι υπέρογκο, αναγκαία πρέπει να ερευνάται ποιοι κανόνες δικαίου διέπουν την έννομη σχέση και αν εν όψει των κανόνων αυτών, όχι ο συγκεκριμένος δικηγόρος στη δίκη, αλλά, αντικειμενικά και αφηρημένα, δικηγόρος καταρτισμένος και πεπειραμένος, καταβάλλοντος την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, όφειλε να διαγνώσει το υπέρογκο του αιτήματος (πρβ ΑΠ 37/2024).

Το υπέρογκο ή όχι κάθε αγωγικού αιτήματος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σε αυτή συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου(πρβ ΑΠ 377/2024). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016,ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 101/2022, ΑΠ 1198/2018).

Για να είναι δε ορισμένος (παραδεκτός) ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία των αναιρετικών λόγων δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1082/2018).

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1611/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός από τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποφάσεων ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, που προσκομίζονται ως νομολογία, αναφορικά με τη νομική τους παραδοχή για ορισμένο νομικό ζήτημα (ΑΠ 720/2022, ΑΠ 809/2019, ΑΠ 1937/2017).

Η δεύτερη αναιρεσείουσα: Α) με το πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο: α) με το να δεχθεί ότι το αίτημα της από 25-1-2016 αγωγής, σε σχέση με τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ΑΚ, που αφορούσαν τον τρίτο ενάγοντα [ήδη τρίτο εναγόμενο] με βάση το οποίο έπρεπε να υπολογιστεί η αμοιβή της για τη σύνταξη της εν λόγω αγωγής, ήταν υπέρογκο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 5 του Ν. 4194/2013, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, α) αφού όχι μόνον δεν υπήρξε έγγραφη εντολή των εντολέων της, αλλά αντίθετα αυτοί ενέκριναν την αγωγή και η έγκριση αυτή τους στερεί το δικαίωμα να αμφισβητήσουν το αντικείμενό της, β) αφού είχαν συμφωνήσει να πληρωθεί με ποσοστό, ανεξάρτητα από τις δίκες, δεν είχε λόγο να διογκώσει το αίτημα της αγωγής και συνακόλουθα την αμοιβή της και γ) με το να καθορίσει το αντικείμενο της δίκης , μειώνοντας τα αιτούμενα ποσά, ύψους 350.000 ευρώ και 250.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 ΑΚ, αντίστοιχα, σε εκείνα των 160.000 ευρώ και 80.000 ευρώ, αντίστοιχα, με βάση τα οποία μετά ταύτα, υπολόγισε την αμοιβή της για τη σύνταξη της ως άνω αγωγής παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας(άρθρα 2 και 25 του Συντάγματος).

Β) με το δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή της ίδιας ως άνω διάταξης του άρθρου 58 παρ. 5 του Ν. 4194/2013. Ειδικότερα:

α) ότι δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 5 του ΚΠολΔ, β) ότι με τις παραδοχές πως οι εναγόμενοι γνώριζαν και ενέκριναν την από 25-1-2016 αγωγή, χωρίς περαιτέρω να αναφέρει ότι ζήτησαν με έγγραφη εντολή τον περιορισμό των αιτημάτων, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν και υπό ποια υπαλλακτική μορφή εφαρμόστηκε η συγκεκριμένη διάταξη, γ) ότι οι αντιφάσεις επιτείνονται από την παραδοχή του Εφετείου ότι "[...] είναι εύλογο οι αγωγές να περιλαμβάνουν αιτήματα υψηλότερα αυτών που πιθανολογείται ότι θα επιδικασθούν, ιδίως για κονδύλια το ύψος των οποίων κυμαίνεται σε πιο ελαστικά όρια λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας[...]" και Γ) με το τρίτο, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του ίδιου επίσης δεύτερου λόγου αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες αποφάσεις ελληνικών Δικαστηρίων, που επιδίκαζαν ποσά σε ανάλογες περιπτώσεις επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ειδικής χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Από την επισκόπηση στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την έρευνα ή η της βασιμότητας του εδώ ερευνώμενου δεύτερου ( και κατά τα τρία σκέλη του) λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "[...] Οι ενάγοντες είναι δικηγόροι, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας, διατηρούντες συστεγαζόμενα- συνεργαζόμενα γραφεία στην πόλη της Πρέβεζας.

Την 16η.04.2014 ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, με οδηγό τον δεύτερο εναγόμενο και συνοδηγό τον τρίτο, συγκρούσθηκε με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. όχημα που οδηγούσε ο Β.

Ζ.. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να υποστούν σωματικές βλάβες οι δύο εκ των ανωτέρω εναγομένων, τέκνα της πρώτης εναγομένης, και να καταστραφεί ολικά το αυτοκίνητο της τελευταίας. Οι εναγόμενοι ανέθεσαν στους ενάγοντες και εκείνοι ανέλαβαν από κοινού τον χειρισμό της υπόθεσής τους ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι οι συνεργάτες του γραφείου θα μπορούσαν να ενεργούν από κοινού ή χωριστά για τη σύνταξη της αγωγής ή άλλων διαδικαστικών εγγράφων ή για την εκπροσώπηση των εναγομένων ενώπιον των δικαστηρίων, διεκδικώντας ωστόσο μία μόνο αμοιβή, η οποία αρχικά συμφωνήθηκε ότι θα ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του συνολικά επιδικασθέντος στους εναγόμενους ποσού, ενώ ακολούθως συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες θα κατέβαλαν εξ ιδίων και όλα τα δικαστικά έξοδα και θα είχαν δικαίωμα να εισπράξουν τη δικαστική δαπάνη που τυχόν θα επιδίκαζαν τα δικαστήρια.

Σε εκτέλεση της εντολής αυτής η δεύτερη ενάγουσα συνέταξε και κατέθεσε για λογαριασμό των εναγομένων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, την από 25.01.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αγωγή κατά του Β. Ζ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με την οποία ζητούσαν να τους επιδικασθεί, η μεν πρώτη εναγομένη το ποσό των 2.000,00 ευρώ, ο δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 5.500,00 ευρώ και ο τρίτος εναγόμενος το ποσό των 613.282,98 ευρώ.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ουδέποτε ανέθεσαν στη δεύτερη ενάγουσα τον χειρισμό της υπόθεσής τους, την οποία μάλιστα δεν έχουν συναντήσει ποτέ, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου βασίζεται κυρίως στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης της αγωγής, Σ. Π., δικηγόρου Πρέβεζας και συνεργάτη του δικηγορικού γραφείου των εναγόντων, η οποία εξέθεσε από προσωπική της γνώση ότι οι εναγόμενοι ανέθεσαν την υπόθεσή τους "στο γραφείο", υπό την έννοια ότι η σύνταξη των δικογράφων θα μπορούσε να ανατεθεί σε οποιονδήποτε ή οποιουσδήποτε από τους συνεργάτες, οι οποίοι θα εργάζονταν ατομικά ή ομαδικά διεκδικώντας μία μόνο αμοιβή, και ότι η πρώτη εναγομένη ανέγνωσε και "ενέκρινε" την αγωγή πριν την κατάθεσή της[...].

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Β. Ζ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας την από 24.02.2017 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης ... αντίθετη αγωγή του, την οποία έστρεφε κατά των εδώ πρώτης και δεύτερου των εναγομένων (της μεν πρώτης ως κυρίας του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, του δε δεύτερου ως οδηγού αυτού) και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", με την οποία ζητούσε να του καταβάλουν οι αντίδικοί του εις ολόκληρον το ποσό των 9.605,00 ευρώ για το ίδιο ατύχημα.

Οι ανωτέρω αγωγές συνεκδικάστηκαν κατά τη δικάσιμο της 04ης.04.2017, κατά την οποία παραστάθηκε ο πρώτος ενάγων και κατέθεσε προτάσεις για λογαριασμό των εναγομένων. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε κατ' αρχάς η με αριθμό 110/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή του Β. Ζ. και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των εναγομένων, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των αντιδίκων τους να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα εξής ποσά:

α) στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 3.800,00 ευρώ, β) στον δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 500,00 ευρώ και γ) στον τρίτο εναγόμενο το ποσό των 4.284,74 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά τα λοιπά, με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης (κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ), προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη ως προς τη βασιμότητα των, αιτηθέντων από τον τρίτο εναγόμενο, κονδυλίων της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ.

Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης οι εναγόμενοι, διά του πρώτου ενάγοντος - πληρεξουσίου δικηγόρου τους, επανέφεραν προς συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης την αγωγή τους, δυνάμει της από 04.12.2017 με αριθμό έκθ. κατάθεσης ... κλήσης. Τελικώς η αγωγή συζητήθηκε την 18η.09.2018 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 280/2018 οριστική απόφαση, η οποία αφενός απέρριψε ως απαράδεκτη την κλήση για την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων (με την αιτιολογία ότι ως προς αυτούς η υπ' αριθμ. 110/2017 απόφαση ήταν οριστική) και αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων Β.

Ζ. και "...", ως καθολικής διαδόχου της "...", να καταβάλουν εις ολόκληρον στον τρίτο εναγόμενο το ποσό των 80.000,00 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη και το ποσό των 40.000,00 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, ήτοι συνολικά το ποσό των 120.000,00 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ακολούθησε η άσκηση της από 02.01.2019 με αριθμό έκθ. κατάθεσης ... έφεσης από τον Β. Ζ., κατά των άνω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας (110/2017 και 280/2018). Η έφεση προσδιορίστηκε αρχικά να δικαστεί στις 03.04.2019 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Ωστόσο, ήδη την 09η.01.2019 οι εναγόμενοι εισέπραξαν τα επιδικασθέντα με τις ανωτέρω αποφάσεις ποσά από την ασφαλιστική εταιρεία "...", υπογράφοντας τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, με τις οποίες παραιτούντο από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων και από άλλες αξιώσεις τους από το ατύχημα.

Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη εισέπραξε το συνολικό ποσό των 4.625,42 ευρώ, ο δεύτερος εναγόμενος το συνολικό ποσό των 608,61 ευρώ και ο τρίτος το συνολικό ποσό των 147.362,18 ευρώ. Μετά την κατά τα ως άνω εξόφληση των εναγομένων, και δη την 27η.03.2019, ο πρώτος ενάγων, στον οποίο είχε κοινοποιηθεί η έφεση του Β. Ζ., κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων την από 06.03.2019 δήλωση παράστασης σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παραστεί κατά την εκφώνησή της στο ακροατήριο, και προκατέθεσε προτάσεις.

Πλην όμως, κατά την ανωτέρω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 15ης.01.2020, με αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκεί εκκαλούντος, οπότε συζητήθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων - εδώ εναγομένων. Με βάση τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής με τους εναγομένους, για τις οποίες έχουν αξίωση αμοιβής, δεδομένου ότι δεν υπήρξε έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή τους, καταρχήν με βάση τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 περ. i του ν. 4194/2013, δεδομένου ότι τόσο η από 25.01.2016 αγωγή τους, όσο και η από 24.02.2017 αντίθετη αγωγή του Β.

Ζ. είχαν χρηματικό αντικείμενο,[...], ανεξαρτήτως της τροπής των αγωγικών αιτημάτων σε αναγνωριστικό. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που ομοίως έκρινε και υπολόγισε καταρχήν την δικαιούμενη από τους ενάγοντες αμοιβή με βάση την προεκτεθείσα διάταξη, και όχι με την περ. ii της παραγράφου 1 του άρθρου 63, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 1 ν. 4174/2013, απορριπτομένου ως αβασίμου του υπό στοιχείο 3 λόγου της β' έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες προσάπτουν στην εκκαλουμένη την πλημμέλεια ότι δεν υπολόγισε τις αμοιβές των εναγόντων με βάση την περίπτωση ii του άρθρου 63 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων.

Ωστόσο, ενόψει του ότι το αίτημα της από 25.01.2016 αγωγής σε σχέση με τα κονδύλια α) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 350.000,00 ευρώ και β) πρόσθετης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, ύψους 250.000,00 ευρώ, που αφορούσαν τον τρίτο ενάγοντα και ήδη τρίτο εναγόμενο, κρίνεται εξογκωμένο αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από τη δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ζήτημα που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθρο 58 παρ. 5 ν. 4194/2013 [...], πρέπει η αμοιβή της δεύτερης ενάγουσας να υπολογιστεί επί του ποσού των 160.000,00 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επί του ποσού των 80.000,00 ευρώ για τη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, με βάση τα ποσά που έπρεπε να ζητηθούν με την αγωγή ως κεφάλαιο, επαυξημένο με τους τυχόν αξιούμενους τόκους μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (ΟλΑΠ 7/2005, ΑΠ 1295/2010, ΑΠ 122/2015, ΑΠ 390/2015 ΝΟΜΟΣ), και συνολικά 240.000,00 ευρώ, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της σχετικής νόμιμης ένστασης που προβλήθηκε από τους εναγομένους.

Το Δικαστήριο υπολογίζει την αιτούμενη αμοιβή βάσει των ανωτέρω ποσών δοθέντος ότι η ελληνική νομολογία, σε σχέση αφενός με τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αφετέρου με τη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, εμφανίζεται ιδιαίτερα φειδωλή στην επιδίκαση μεγάλων χρηματικών ποσών και δη τέτοιου ύψους όπως τα αιτηθέντα, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη α) τον βαρύτατο τραυματισμό που υπέστη ο τρίτος εναγόμενος (βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις), β) την κρισιμότητα της κατάστασής του και της νοσηλείας του επί 10ήμερο στη ΜΕΘ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, γ) της μόνιμης αναπηρίας που υπέστη (παραμόρφωση κρανίου, εξωτερικής εμφάνιση βραδύτητας της επικοινωνίας και επιληπτικές κρίσεις) και δ) το νεαρό της ηλικίας του (20 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος).

Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω ποσά δεν ταυτίζονται με τα πράγματι επιδικασθέντα, όπως αιτήθηκαν οι εναγόμενοι με την ένστασή τους, διότι ενόψει της αρχής της διάθεσης και της μη επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος, που αποτελούν βασικές αρχές της πολιτικής δικονομίας, είναι εύλογο οι αγωγές να περιλαμβάνουν αιτήματα υψηλότερα αυτών που πιθανολογείται ότι θα επιδικασθούν, ιδίως για κονδύλια το ύψος των οποίων κυμαίνεται σε πιο ελαστικά όρια λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας, όπως τα προκείμενα.

Ούτε όμως το ύψος του αιτηθέντος μπορεί να ανέλθει σε μεγαλύτερα ποσά από τα προαναφερόμενα, καθότι τούτα δεν θα μπορούσαν να επιδικασθούν στον τρίτο εναγόμενο με βάση τις νομολογιακές παραδοχές επί παρόμοιων περιπτώσεων[...]. Κατόπιν τούτων, η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται, για τη σύνταξη και κατάθεση της από 25.01.2016 αγωγής, αμοιβή από τον τρίτο των εναγομένων, επί συνολικού αιτήματος 253.282,98 ευρώ, ποσό [(200.000,00 € x 2% = 4.000,00 €) + (53.282,98 € x 1,5% = 799,24 €) 4.799,24 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 1.191,82 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι το αίτημα της αγωγής αναφορικά με τον τρίτο εναγόμενο και τα δύο προαναφερθέντα κονδύλια ήταν εξογκωμένο, με την ίδια κατά βάση αιτιολογία, δεν έσφαλε, αλλά καταρχήν ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 5 ν. 4194/2013 και εκτίμησε τις αποδείξεις, ωστόσο με το να κρίνει στη συνέχεια ότι τα ποσά που θα έπρεπε να ζητηθούν με την αγωγή ανέρχονται σε 200.000,00 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και σε 150.000,00 ευρώ για την πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων[...].

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της α' έφεσης [εναγόντων], με τον οποίο οι εκκαλούντες προσάπτουν στην εκκαλουμένη ότι κακώς έκρινε ως εξογκωμένο το αίτημα της από 25.01.2016 αγωγής αναφορικά με τον τρίτο εναγόμενο[...] ενώ, αντιθέτως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο υπό στοιχείο 3Α λόγος της β' έφεσης[εναγόμενων], με τον οποίο οι εκκαλούντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε καθορίζοντας το αντικείμενο της διαφοράς αναφορικά με τον τρίτο εναγόμενο στα ανωτέρω ποσά[...]".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 58 παρ.5 του Ν. 4194/2013 καθώς και εκείνες των άρθρων 2 και 25 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης των εναγόντων με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν επειδή το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε εξογκωμένο(υπέρογκο) το αίτημα της από 25-1-2016 αγωγής.

Ειδικότερα υπό τις προπαρετιθέμενες, αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το αίτημα της από 25- 1-2016 αγωγής, σε σχέση με τα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, ύψους 350.000 ευρώ και 250.000 ευρώ, αντίστοιχα, που αφορούσαν τον τρίτο ενάγοντα, ήταν εξογκωμένο (υπέρογκο) και να επιδικάσει στην πρώτη ενάγουσα αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση της πιο πάνω αγωγής, την οποία υπολόγισε επί των ποσών των 160.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 80.000 ευρώ για την πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931, (ενόψει και των ποσών που επιδικάσθηκαν για τις ως άνω αιτίες με την πρωτόδικη απόφαση, ύψους 80.000 ευρώ και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα), δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 5 του Ν. 4194/2013, ούτε την αρχή της αναλογικότητας, υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που επιτάσσουν οι ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 2 και 25 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, που αποτελούν τους κανόνες δικαίου που διέπουν την ένδικη έννομη σχέση, τις οποίες ερεύνησε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, τα οποία καλύπτουν με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, το Εφετείο διερεύνησε, όπως όφειλε, τους κανόνες δικαίου που διέπουν την έννομη σχέση, για την οποία ασκήθηκε η από 25-1-2016 αγωγή, όσον αφορά τον τρίτο ενάγοντα, (άρθρα 932 και 931 ΑΚ) και με βάση τα στοιχεία που ερευνώνται για την εφαρμογή τους έκρινε, ότι το αίτημα της ως άνω αγωγής δηλαδή τα ποσά που ζητήθηκαν από τον τρίτο ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ) και την πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, ήταν εξογκωμένα(ορθά υπέρογκα) και αυτά που έπρεπε να ζητηθούν και δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν από τη δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων ήταν 160.000 ευρώ και 80.000 ευρώ, αντίστοιχα και με βάση αυτά υπολόγισε την αμοιβή της δεύτερης ενάγουσας.

Μετά τα παραπάνω: Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος Α αυτού από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, κατά το στοιχείο α, γιατί η έγγραφη εντολή των εντολέων των εναγόντων για περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ως και η εκ μέρους τους έγκριση αυτής, δεν αποτελούν προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 58 του Ν. 4194/2013,όπως η δεύτερη αναιρεσείουσα αβάσιμα ισχυρίζεται, κατά το στοιχείο β, γιατί η αιτίαση ότι, αφού είχαν συμφωνήσει να πληρωθούν με ποσοστό δεν είχαν λόγο να διογκώσουν το αίτημα της αγωγής, αποτελεί επιχείρημα των εναγόντων προς στήριξη της αγωγής τους και όχι προϋπόθεση εφαρμογής της ως άνω διάταξης και κατά το στοιχείο γ, με το οποίο η ίδια αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι με το να καθορίσει το αντικείμενο της δίκης στα ποσά των 160.000 ευρώ και 80.000, αντίστοιχα, για τον υπολογισμό της νόμιμης αμοιβής της παραβίασε την αρχής της αναλογικότητας, υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, γιατί, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της, ουδόλως παραβίασε την εν λόγω συνταγματική αρχή.

Περαιτέρω, ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το σκέλος Β στοιχείο α αυτού, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά, που είτε δεν αναφέρονται είτε είναι αντιφατικά, ενώ είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο με τις πιο πάνω αναφερόμενες, αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη της ως άνω διάταξης.

Κατά το στοιχείο β, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί πως οι ενάγοντες γνώριζαν και ενέκριναν την αγωγή, δημιουργούνται αμφιβολίες για την ορθή εφαρμογή της ως άνω διάταξης, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η εκ μέρους των εναγόντων γνώση και έγκριση της αγωγής, δεν αποτελεί παραδοχή του Εφετείου αλλά περιεχόμενο κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης Σ.

Π., την οποία το Δικαστήριο αναφέρει προς ενίσχυση της, μη αμφισβητούμενης εδώ παραδοχής του, ότι οι εναγόμενοι ανέθεσαν στη δεύτερη ενάγουσα το χειρισμό της υπόθεσής τους, ενώ σε κάθε περίπτωση, γιατί δεν πρόκειται για παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά δε το στοιχείο γ, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι οι αντιφάσεις επιτείνονται από την παραδοχή, ότι είναι εύλογο οι αγωγές να περιλαμβάνουν αιτήματα υψηλότερα αυτών που πιθανολογείται ότι θα επιδικαστούν, αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Τέλος, ο πιο πάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος Γ αυτού, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται από τη μη λήψη υπόψη της νομολογίας (ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων).

Με το άρθρο 68 του Ν.4194/2013 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής. 2. Για τη σύνταξη προτάσεων σε κάθε επόμενη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον των ίδιων δικαστηρίων, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι ίση με την αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.[...]".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, "1.Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση[...]. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης[...]".

Με τη διάταξη αυτή ρητά ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο, ως εκ τούτου δε, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 254, 271 επόμ.

και 280 του ΚΠολΔ., εάν κάποιος παρέστη κανονικά κατά την προηγούμενη συζήτηση, κατά την οποία διατάχθηκε η επανάληψη, όπως και στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλαδή δεν παρέστη στην αρχική αλλά μόνον στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δικάζεται κατ' αντιμωλία. Εκ του λόγου ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται, θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, παρέπεται ότι κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων εγγράφων προτάσεων.

Οι έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση (Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 836/2018, ΑΠ 523/2016). Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 483/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020).

Με τον τρίτο και τελευταίο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορθά όμως μόνο από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου, λόγο αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και προσάπτει σε αυτήν την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί, ότι δεν οφείλεται σε αυτόν αμοιβή από το δεύτερο εναγόμενο για παράσταση και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας επί της από 25-1-2016 αγωγής, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση στις 18-9-2018, την οποία επανέφερε με την από 4-12-2017 κλήση του, μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας με την υπ'αριθμ. 110/2017 μη οριστικής απόφασής του, πραγματογνωμοσύνης, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσής του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 254 ΚΠολΔ και 68 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του ως άνω λόγου αναίρεσης"[...] Επίσης, απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο τυγχάνει το αγωγικό αίτημα να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 24,80 ευρώ, για παράσταση και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, επί της από 25.01.2016 αγωγής, κατά τη μετ' επανάληψη συζήτηση της υπόθεσης, μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, διότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται (και μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης) θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και συνεπώς κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων προτάσεων, αλλά οι προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση [...].

Το ίδιο εξάλλου αίτημα είναι αβάσιμο για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η μετά την επανάληψη συζήτηση δεν αφορούσε τον δεύτερο εναγόμενο της άνω αγωγής, αφού γι' αυτόν είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. 110/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Τα ίδια που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε σχέση με την αμοιβή του πρώτου ενάγοντος για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση της από 25.01.2016 αγωγής, έστω και χωρίς την άνω επάλληλη αιτιολογία, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των όσων αντίθετων προβάλλουν οι εκκαλούντες της α' έφεσης, με τον τρίτο λόγο αυτής[...]".

O λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήττει μόνο την αιτιολογία της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 24,80 ευρώ, για παράσταση και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, επί της από 25-1-2016 αγωγής, κατά τη μετ' επανάληψη συζήτηση της υπόθεσης στις 18-9-2018, μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η συζήτηση που επαναλαμβάνεται (και μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης) θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και συνεπώς κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων προτάσεων, αλλά οι προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ενώ δε πλήττει την επάλληλη αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε επίσης ως αβάσιμο, το ίδιο αγωγικό αίτημα για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η μετά την επανάληψη συζήτηση δεν αφορούσε τον δεύτερο εναγόμενο της άνω αγωγής, αφού γι' αυτόν είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθμ. 110/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση η πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθή και ουδόλως τίθεται θέμα αντικατάστασής της κατ' άρθρο 578 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος αναιρεσείων.

Β. Επί της από 12-1-2024 αίτησης αναίρεσης.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4194/2013 ορίζονται τα εξής: "1. Η αμοιβή [του δικηγόρου], σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ.

β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ. γ) [...]. ii. Εάν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, όπως αναγνωριστικές, νομής, κυριότητος, δουλειών, διανομής, ακυρότητας, διάλυσης εταιρείας η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής[...]".

Σύμφωνα με τα ως άνω εκτιθέμενα, για την αµοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων που έχουν αντικείµενο αποτιµητό σε χρήµα και ειδικότερα επί υποθέσεων που έχουν αίτηµα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 περ. i του Ν. 4194/2013 (AΠ 733/2018, ΑΠ 1112/2017, ΑΠ 390/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 69 του ίδιου ως άνω Ν. 4194/2013 "1.Για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα.

Για καθεμία από τις επόμενες συζητήσεις η αμοιβή των δικηγόρων και των δύο διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 του Κώδικα.[...]". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 205 του ΚΠολΔ, "Το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε, ότι, αν και το γνώριζαν: 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας[...]".

Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 του ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης.

Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου. Η απαρίθμηση όμως αυτή είναι ενδεικτική και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από το όλο πνεύμα και το σκοπό της διάταξης, καταλαμβάνει κάθε μορφής αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Ως προφανώς αβάσιμο, κατά την έννοια της διάταξης, νοείται το μέσο προστασίας που ασκήθηκε, ενώ ήταν απαράδεκτο ή νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμο ή ο ισχυρισμός που προτάθηκε ήταν αναληθής.

Το καθήκον αληθείας επεκτείνεται και στην άρνηση ισχυρισμών. Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με την μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή βαριά αμέλεια. Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ' ουσίαν αβασίμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 1211/2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει ν' αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 319/2017).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1082/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 459/2023, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 718/2021). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 59 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες, για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού(ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021).

Για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το ως άνω άρθρο λόγου αναίρεσης, που στηρίζεται στην παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, τα αποδεικτικά μέσα, που το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ενώ αυτά προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, να αναφέρεται επίσης, ότι έγινε παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή τους και να αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε, προκειμένου να κριθεί εάν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και το αποδεικτικό μέσο χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 15/2021).

Περαιτέρω, μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα, πρέπει να μνημονεύονται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 15..., ΑΠ 309/2016).

Ειδικότερα, όταν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίστηκε με επίκληση στο Δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλήτευσης του ( ΑΠ 677/2019, ΑΠ 675/2019, ΑΠ 1683/2017).

Οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο κάτω αναιρετικές πλημμέλειες: Α) Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να υπολογίσει τη δικαιούμενη από τους ενάγοντες δικηγορική αμοιβή για τη σύνταξη της από 25-1-2016 αγωγής τους, εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 63 παρ.1 περ. i του Ν. 4194/2013,και μετά ταύτα απέρριψε το σχετικό τρίτο λόγο της έφεσής τους, αφού, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής αυτής σε αναγνωριστικό, εφαρμοστέο ήταν το άρθρο 63 παρ. 1 περ. ii του ως άνω Νόμου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος γιατί, αφού το αντικείμενο της από 25-1-2016 αγωγής ήταν χρηματικό, γεγονός που δεν διαφοροποιείται από το ότι το αίτημα από καταψηφιστικό τράπηκε σε αναγνωριστικό, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 περ. i του Ν. 4194/2013 και όχι η περ. ii του ίδιου άρθρου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και επομένως το Εφετείο ορθά την εφάρμοσε.

Με το δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έχει σαφές αποδεικτικό πόρισμα αλλά έχει ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, στο αν ο πρώτος ενάγων δικαιούται αμοιβής για τη σύνταξη προτάσεων στο Εφετείο, κατά τη δικάσιμο 15-1-2020, οπότε συζητήθηκε η από 2-1-2019 έφεση του αντιδίκου τους στο τροχαίο ατύχημα Β.

Ζ., παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία υπολογίζεται η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου στην κατ' έφεση δίκη. Έχοντας το πιο πάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης διότι, όσον αφορά την αιτίαση περί ελλιπούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας στο ουσιώδες ζήτημα, αν ο πρώτος ενάγων δικαιούται ή όχι αμοιβής για την κατά τα άνω σύνταξη προτάσεων στο Εφετείο, οι αναφερόμενες ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν αφορούν περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης διάταξης του άρθρου 69 παρ. 1 του Ν.4194/2013, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, με αυτή υπολογίζεται η αμοιβή του δικηγόρου, εφόσον βέβαια κριθεί προηγουμένως ότι αυτός τη δικαιούται.

Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι με τον ως άνω αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 77 του Ν. 4194/2013, που αφορά την ανάκληση της δικηγορικής εντολής και συνέχεται άμεσα με το αν ο πρώτος ενάγων δικαιούται ή όχι της πιο πάνω αμοιβής, (η οποία διάταξη, ναι μεν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αναγράφονται όμως σε αυτό αποσπασματικά, όπως πιο κάτω θα αναφερθεί, πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν και υπάγονται στην ως άνω διάταξη) και πάλι αυτός δεν συνιστά ορισμένο και κατά συνέπεια παραδεκτό λόγο αναίρεσης, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται με πληρότητα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας για να κρίνει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης των ως άνω προτάσεων ήταν ισχυρή και δεν είχε ανακληθεί η εντολή των εναγόμενων προς τον πρώτο ενάγοντα για τη διεκπεραίωση της υπόθεσής τους και συνακόλουθα ότι αυτός δικαιούται της σχετικής αμοιβής.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τον τρίτο, από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, την πλημμέλεια ότι κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 205 του ΚΠολΔ και την επιβολή σε βάρος τους της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή χρηματικής ποινής, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση, που με νόμιμη επίκληση προσκόμισαν ενώπιόν του και είχε ουσιώδη επιρροή στην απόδειξη του ισχυρισμού τους περί καταβολής στους ενάγοντες ποσού 3.000 ευρώ και εξόφλησης των απαιτήσεων τους και συνακόλουθα της άρσης του άμεσου δόλου τους, ως δομικό στοιχείο εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 205 του ΚΠολΔ.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού, (ανεξάρτητα από το ότι δεν εξειδικεύονται τα στοιχεία της ένορκης βεβαίωσης, πλην όμως προκύπτει η ταυτότητά της, αφού είναι η μοναδική που αναφέρεται και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο) δεν εκτίθεται ο τρόπος, με τον οποίο έγινε η επίκληση αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε αναφέρεται ότι κλητεύθηκαν οι αντίδικοί τους(ενάγοντες ) και προσκομίσθηκε με επίκληση στο Δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης, από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλήτευσής τους.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης(άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου στη 16η σελίδα ρητά αναφέρει ότι "[...] Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, καθώς και από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι για πρώτη φορά στην έκκλητη δίκη χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, μεταξύ των οποίων η υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Α. του Ι. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ε. Λ., που ελήφθη με επιμέλεια των εναγομένων μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων πριν από τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες (βλ. την προφορική ανακοίνωση της πληρεξουσίας δικηγόρου των εναγομένων, για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, που έλαβε χώρα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και καταγράφηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού) και προσκομίζεται στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως νέο αποδεικτικό μέσο, καθώς ελήφθη μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο [...], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:[...]", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις προαναφερθέν περιεχόμενό της, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ως άνω φερόμενη ως αγνοηθείσα ένορκη βεβαίωση λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου, που είναι αντίθετο από εκείνο, που κατά τους αναιρεσείοντες είναι ορθό.

Με τον ίδιο ως άνω τρίτο, υπό στοιχείο 3Α (επικουρικό) λόγο αναίρεσης, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έπρεπε να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 205 του ΚΠολΔ και να επιβληθεί σε βάρος τους υπέρ του Δημοσίου η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή χρηματική ποινή, ύψους χιλίων (1.000) ευρώ, καθόσον από την προαναναφερόμενη ένορκη βεβαίωση διασκεδάσθηκε ο άμεσος δόλος τους, ο οποίος είναι αναγκαίος για να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, ενώ με τον ίδιο, υπό στοιχείο 3Β (επικουρικότερο) λόγο αναίρεσης, την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, με βάση τις παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, αναφορικά με το κρίσιμο για την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης ζήτημα του άμεσου δόλου, που απαιτείται για την εφαρμογή της και ειδικότερα, γιατί δεν αναφέρει από ποια πραγματικά περιστατικά διαπίστωσε ότι αυτοί πράγματι γνώριζαν ότι δεν καταβλήθηκε το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ, που ισχυρίστηκαν ότι κατέβαλαν προς εξόφληση της απαίτησης των εναγόντων.

Ο υπό στοιχείο 3Α (επικουρικός) λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι πλήττεται, υπό την επίφαση της παράβασης του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ενώ ο υπό στοιχείο 3Β (επικουρικότερος) λόγος αναίρεσης, αφορά σε αιτιάσεις (ελλείψεις) αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες όμως δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το πόρισμα αυτό, όπως δεν αμφισβητείται, διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ενόψει τούτων πρέπει και ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, οι κρινόμενες, από 24-11-2023 και από 12-1-2024 αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 24-11-2023 με αριθμ. καταθ. ... και από 12-1-2024 με αριθμ. καταθ. ... αιτήσεις για αναίρεση της υπ'αριθμ. 234/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για κάθε αναίρεση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ