Legislator Case Law & Legislation
323/2020 AI generated

323/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 323/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

323/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ανανεωτηρίου. Στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπήρχε ρητή παραπομπή στις διατάξεις του "ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986 και τροποποιήθηκε με μεταγενέστερους νόμους και ισχύει σήμερα", ήτοι όπως ο εν λόγω νόμος ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (18.05.2011). Επομένως υπήρχε ρητή παραπομπή και στους όρους του άρθρου 6β § 1α' του π.δ. 237/1986, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 ν. 3557/2007 (Φ.Ε.Κ.

Keywords

AI generated
fitness to drive driving without authorization withdrawal of driving license freight carrier liability aggravated drunk driving motor vehicle liability insurance
AI generated
352/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
230/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
1550/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
407/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
47/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-10-1999, 15-2-2000, 11-5-2000 και 7-6-2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5270/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7932/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Μαρτίου 2005 αίτησή του και τους από 17 Απριλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 323 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 323/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ξ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Πάτση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 10-10-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5722/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ` αριθμ 5722/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 450/2018, ΑΠ 849/2007).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: 1.

Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος).

Από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β' και γ', όχι όμως και στην περίπτωση α', δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης συνάγεται ότι στην α' περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις.

Η διατύπωση αυτή στο νόμο, δηλαδή η μη αναφορά, σε αντίθεση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις, της σύνδεσης της αιτιώδους συνάφειας της έλλειψης άδειας οδήγησης με την πρόκληση του ατυχήματος, αποτελεί συνειδητή ρύθμιση του νομοθέτη, διαφοροποιημένη σε σχέση με τις δύο άλλες περιπτώσεις, και δεν πρόκειται για απλή παράλειψή του.

Ναι μεν η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη, η θεωρία και η πάγια νομολογία (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006) θεωρούσαν, μέχρι την κατάργηση της παραπάνω υπουργικής απόφασης, και τους λόγους αυτούς απαλλαγής ή εξαίρεσης (που αποτελούσαν συμβατικές εξαιρέσεις της κάλυψης του ασφαλισμένου), ως καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη (συμβατικά), δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην επίμαχη περίπτωση, δεν επερχόταν μόλις διαπιστωνόταν η έλλειψη άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, αλλά τούτο επερχόταν, εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης, και του ατυχήματος, πλην, όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης είναι δεσμευμένος (νομοθετικά) να ακολουθήσει οπωσδήποτε την παραδοχή αυτή.

Αντίθετα, έχει την ευχέρεια να αποκλίνει, εφόσον, βέβαια, εκφράζεται σαφώς, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 6β του π.δ. 237/1986, στην οποία, σε αντίθεση με τις άλλες δύο ρυθμιζόμενες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών, δεν θέτει ως προϋπόθεση του λόγου απαλλαγής ή εξαίρεσης του ασφαλιστή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω παράβασης και του ατυχήματος, χωρίς, περαιτέρω, να είναι υποχρεωμένος, όταν προβλέπει λόγους εξαίρεσης για τη ρύθμιση κάποιου θέματος, να θέτει, είτε μόνο λόγους εξαίρεσης, είτε μόνο καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, αλλά έχει τη δυνατότητα να κάνει συνδυασμό μεταξύ τους.

Συνεπώς, με βάση την προπαρατιθέμενη ρύθμιση του νόμου, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος (ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/2016).

Όλα όσα προαναφέρθηκαν έχουν νομική αξία στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη λεγόμενη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει απ' αυτά ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα.

Εξάλλου, κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, που ενδιαφέρουν στην εξεταζόμενη υπόθεση, ορίζονται τα εξής: α) άρθρο 13 παρ. 2 εδάφ. α': "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης και την αναγκαία σωματική και διανοητική ικανότητα και να βρίσκεται σε κατάλληλη κατάσταση για να οδηγεί, οφείλει δε κατά το χρόνο της οδήγησης να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του ή τα ζώα του", β) άρθρο 94 παρ. 3: "Απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου", η οποία, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται να είναι κατηγορίας Β, για την οδήγηση επιβατηγού αυτοκινήτου, του οποίου ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ, γ) άρθρο 95 παρ. 1, εδάφ.

α' - ε': "Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους.

Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.

Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση", δ) άρθρο 95 παρ. 3: "Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της (εδάφ. α')... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας (εδάφ.

γ')" και ε) άρθρο 95 παρ. 5: "Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της και γ.

αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε" (ΑΠ 958/2015, ΑΠ 1628/2013, ΑΠ 242/2011). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανανέωση της άδειας οδήγησης που έληξε, λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών, δεν καλύπτει τον ενδιάμεσο χρόνο (από τη λήξη μέχρι την ανανέωση), κατά τον οποίο ο οδηγός, που στερείται της άδειας, προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα (ΑΠ 474/2017, ΑΠ 911/2002, πρβλ.

ΑΠ 1628/2013, ΑΠ 859/2013, ΑΠ 242/2011).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές της παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα προέβη σε ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 17 παρ. 1 εδάφ.

γ' του ν. 3557/2007, 6β π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), άρθρο 13 παρ. 2 εδάφ. α', άρθρο 94 παρ. 3 και άρθρο 95 παρ. 1, εδάφ. α' - ε', παρ. 3 και παρ. 5 ΚΟΚ. Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμ 5722/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη την 18.5.2011, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε προστηθεί στην οδήγηση του αυτοκινήτου αυτού από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ιδιοκτήτριά του, και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, παρέσυρε, στην οδό ...

την πεζή Μ. Δ. και της προκάλεσε σωματική βλάβη. Υπαίτιος του τροχαίου αυτού ατυχήματος και της σωματικής βλάβης της παθούσας πεζής, κρίθηκε τελεσιδίκως, με την υπ' αριθμ. 4676/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, και η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει και κατέβαλε στην ανωτέρω παθούσα την επιδικασθείσα σ' αυτήν αποζημίωση.

Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων (οδηγού και ιδιοκτήτριας του ανωτέρω ασφαλισμένου σ' αυτή κατά ν. 489/76 IX φορτηγού αυτοκινήτου), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινήτων) την από 8.4.2015 αγωγή της (υπ' αύξ. αριθμ. καταθέσεως 42319/2302/2015) με αίτημα να υποχρεωθούν να της καταβάλλουν τα ποσά που υποχρεώθηκε να καταβάλει και κατέβαλε στην ανωτέρω παθούσα με την υπ' αριθμ. 4676/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήτοι το κεφάλαιο των 25.609,59 ευρώ, νομιμοτόκως από της καταβολής του, επειδή ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός, προστηθείς στην οδήγηση του ανωτέρω ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου της δευτέρας ασφαλισμένης, ιδιοκτήτριας του εν λόγω αυτοκινήτου, οδηγούσε αυτό, κατά τον κρίσιμο χρόνο (18.5.2011) χωρίς να κατέχει άδεια οδηγήσεως, η οποία είχε λήξει την 13.4.2011, χωρίς έκτοτε να ανανεωθεί, παρά μόνο μεταγενέστερα του συγκεκριμένου ατυχήματος.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μετά τη συζήτηση της αγωγής εξέδωσε την με αριθμ. 29/2016 απόφασή του και απέρριψε την αγωγή, όπως επίσης έπραξε και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο προσέφυγε η αναιρεσείουσα με την άσκηση έφεσης κατά της προαναφερομένης απόφασης του Πρωτοδικείου, το οποίο μετά τη συζήτηση της εφέσεως εξέδωσε την υπ' αριθμ. 5722/2017 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου.

Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών σχετικώς με την εξ αναγωγής απαίτηση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά του εναγομένου κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος δέχθηκε τα εξής: "...

Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 2496/1997 και 11 § 1 του π.δ. 237/1986, προκύπτει ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον πρώτο των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός του κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν διέθετε την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε προβλεπόμενη άδεια οδήγησης.

Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή της υποχρεώσεώς του να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, δίνει όμως σ' αυτόν δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου του και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήτοι παρέχει στον πρώτο το δικαίωμα να εναγάγει τα εν λόγω πρόσωπα και να ζητήσει ότι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο, είτε με δικαστική απόφαση είτε με εξώδικο συμβιβασμό.

Η αναγωγή αυτή μπορεί να ασκηθεί και με αυτοτελή αγωγή μετά την πληρωμή του τρίτου. Η συνομολόγηση του ανωτέρω όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου του και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης ασφάλισης στους όρους του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά το ν. 3557/2007, με το άρθρο 4 του οποίου προστέθηκε στο εν λόγω π.δ.

άρθρο 6β, στην παράγραφο 1α' του οποίου ορίζεται ότι αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται από οδηγό που στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί (ΑΠ 859/2013, ΑΠ 1011/2004 ΝΟΜΟΣ, υπό το προϊσχύσαν του ν. 3557/2007 δίκαιο, με παραπομπή στους όρους της τότε ισχύουσας Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.).

Ωστόσο ο εν λόγω συμβατικός όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη είναι ασαφής ως προς το πότε ο οδηγός θεωρείται ότι δεν έχει την από το νόμο προβλεπόμενη άδεια οδήγησης. Ερμηνευόμενος δε με βάση τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα μέρη απέβλεψαν στο να είναι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο οδηγός ικανός για την οδήγηση του ασφαλιζομένου αυτοκινήτου, και όχι σε τυχόν τυπικές ελλείψεις της άδειας οδήγησης, όπως είναι η περίπτωση λήξης ισχύος της και η μη ανανέωσή της (ad hoc ΑΠ 958/2015, ΕφΠατρ 891/2007, ΕφΠατρ 555/2002, όλες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π.

ΝΟΜΟΣ). Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της δεύτερης εναγομένης που εξετάστηκε νομίμως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (η ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος δεν εξέτασαν μάρτυρα), όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στην Αθήνα, την 18η.05.2011 και περί ώρα 11:20 π.μ., ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. (φορτηγό) αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, η οποία έχει κριθεί τελεσίδικα δυνάμει της υπ' αριθμ. 4676/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε η πεζή Μ.

Δ.. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος... Το ως άνω ζημιογόνο Ι.Χ.Φ. (φορτηγό) αυτοκίνητο, κατά το χρόνο του ατυχήματος (18.05.2011), ήταν, όπως προεκτέθηκε, ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και συγκεκριμένα δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η ισχύς του οποίου είχε ανανεωθεί και για το χρονικό διάστημα από 22.12.2010 έως 22.06.2011, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

ανανεωτηρίου. Στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπήρχε ρητή παραπομπή στις διατάξεις του "ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986 και τροποποιήθηκε με μεταγενέστερους νόμους και ισχύει σήμερα", ήτοι όπως ο εν λόγω νόμος ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (18.05.2011). Επομένως υπήρχε ρητή παραπομπή και στους όρους του άρθρου 6β § 1α' του π.δ. 237/1986, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 ν. 3557/2007 (Φ.Ε.Κ.

Α' 100/14.5.2007) και, κατ' άρθρο 18 του νόμου αυτού, ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σύμφωνα δε με τον όρο αυτό, εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, πρώτος εναγόμενος, ήταν κάτοχος της υπ' αριθμ. ... άδειας οδήγησης Β' κατηγορίας. Η άδεια αυτή αρκούσε για την οδήγηση του ζημιογόνου Ι.Χ.Φ. (φορτηγού) αυτοκινήτου, διότι κατ' άρθρο 94 § 1 Κ.Ο.Κ., όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος (18.05.2011), η άδεια Β' κατηγορίας αρκούσε για οδήγηση αυτοκινήτων φορτηγών με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος έως 3.500 κιλών (αρκεί δε και σήμερα, καθώς όμοια είναι και η νυν ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 3 π.δ. 51/2012), τη στιγμή που το ζημιογόνο όχημα, όπως αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα με επίκληση άδεια κυκλοφορίας του, έχει μέγιστο αποδεκτό μεικτό βάρος 3.050 κιλών.

Αποδείχθηκε επίσης ότι η εν λόγω άδεια οδήγησης είχε εκδοθεί την 17η.02.1978 και κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε λήξει (προ μηνός και δη από την 13η.04.2011, όπως αναγράφεται στην από 18.05.2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το με την ίδια ημερομηνία δελτίο τροχαίου ατυχήματος), χωρίς ο πρώτος εναγόμενος να έχει προβεί στην ανανέωσή της, γεγονός που ομολογούν αμφότεροι οι εναγόμενοι.

Ο ίδιος, ηλικίας 58 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος (γεννηθείς το 1953), οδηγεί από το έτος 1978, ήτοι επί τριάντα τρία (33) έτη προ του ατυχήματος και τυπικώς και μόνο δεν είχε προβεί στην ανανέωση της αδείας οδήγησης, η οποία είχε λήξει ένα μήνα προ του ένδικου συμβάντος, ανανέωσε δε αυτήν την 27η.05.2011, ήτοι εννέα (9) ημέρες μετά από αυτό, και μάλιστα για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών (από 27.05.2011 έως 27.05.2016), χωρίς να υποβληθεί εκ νέου σε δοκιμασία θεωρητικής και πρακτικής εξέτασης, παρά μόνο με την εκ μέρους του προσκόμιση ιατρικών πιστοποιητικών από δύο ιατρούς (παθολόγο και οφθαλμίατρο).

Επομένως, εφόσον η άδεια οδήγησης του πρώτου εναγομένου είχε λήξει κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά ανανεώθηκε αμέσως μετά, αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος (18.05.2011), είχε την ικανότητα οδήγησης του ζημιογόνου οχήματος, την οποία ουδέποτε είχε απολέσει στο μικρό διάστημα (από 13.04.2011 έως 27.05.2011), κατά το οποίο είχε αμελήσει να την ανανεώσει.

Το τυπικό στοιχείο της μη ανανέωσης της άδειας οδήγησης σε προγενέστερο χρόνο, ώστε να καταλαμβάνει και το χρόνο του ατυχήματος, δεν αρκεί για να συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη. Και τούτο διότι, ο σχετικός συμβατικός όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, είναι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ασαφής και πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.

Από την ερμηνεία δε αυτού σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι η ενάγουσα και η δεύτερη εναγόμενη, κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης ασφάλισης, απέβλεψαν στο να είναι ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος ικανός για την οδήγηση του ασφαλιζομένου οχήματος, και όχι στην τυπική προϋπόθεση της ανανέωσης της σχετικής άδειας.

Ως εκ τούτου, η ζημία την οποία προκάλεσε ο πρώτος εναγόμενος καλύπτεται ασφαλιστικά από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, αφού αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος είχε κατά τα ανωτέρω την ικανότητα οδήγησης του ζημιογόνου ασφαλισμένου οχήματος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα παραπάνω και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με την υπό κρίση έφεση είναι αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 14-7-2016 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 29/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως απορρίπτοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι "για τον άνω συμβατικό αποκλεισμό απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης και του οδικού ατυχήματος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την αιτιολογία της απόφασής του, απαιτώντας, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6β παρ. 1α του π.δ. 237/1986, και τη συνδρομή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης άδειας οδήγησης και της πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την πιο πάνω διάταξη (καθώς και τις λοιπές, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που προαναφέρθηκαν), αφού ζήτησε περισσότερα από όσα στοιχεία αυτή αξιώνει, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, με την περαιτέρω επίκληση ότι ο όρος απαλλαγής της αναιρεσείουσας για την επίμαχη αιτία είχε συμπεριληφθεί και στο οικείο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (άρθρ. 361 ΑΚ), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως του οποίου η αναιρετική εμβέλεια έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι επίσης αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της εφέσεως και συγκεκριμένα του δεύτερου λόγου, στηριζομένου στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, του τρίτου λόγου στηριζόμενου στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε εσφαλμένη, ελλιπή και μη νόμιμη και αντιφατική αιτιολογία ως προς την εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 6β' εδ.

α' του Ν. 489/1976, την οποία και παραβίασε, καθώς και του τέταρτου λόγου στηριζόμενου στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε ότι τα μέρη απέβλεψαν στην ικανότητα προς την οδήγηση του ασφαλισμένου και όχι σε τυπικές ελλείψεις της άδειας οδήγησης όπως στην περίπτωση της λήξης της και της μη ανανέωσής της, ενώ όμως, εκ των προπαρατεθεισών διατάξεων, και αντίθετα προς τις παραδοχές της αυτές: (i) Αφ' ενός μεν, δεν τίθεται ως προϋπόθεση για την ίδρυση της εξαίρεσης η βούληση (πραγματική ή εικαζόμενη) των μερών,(ii) Αφ' ετέρου δε, οι προπαρατεθείσες διατάξεις νόμου (άρθρο 6β παρ. 1 εδ.

α' ν. 489/76), δεν διακρίνουν μεταξύ τυπικών και μη τυπικών ελλείψεων της αδείας οδήγησης, ούτε προκύπτει εκ των διατάξεων αυτών η έννοια ή οι προϋποθέσεις των τυπικών ή μη τυπικών ελλείψεων, (iii) Και, εκ τρίτου, για την εφαρμογή της ρηθείσης εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, δεν τίθεται προϋπόθεση η "ουσιαστική ικανότητα οδήγησης" ως εσφαλμένως διέλαβε εις τις παραδοχές της η πληττόμενη απόφαση, δεδομένου ότι ούτε η προϋπόθεση αυτή προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 6β παρ. 1 εδ.

α' ν. 489/76. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 5722/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ