323/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΝομίμως φέρεται προς συζήτηση με την από 10-3-2014 κλήση των αναιρεσειόντων η από 28-12-2007 (αριθ. κατ. 413/2007) αίτηση για αναίρεση της 2/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης 70/2003 παρεμπίπτουσας απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Legislator headnote
AI generated323/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α. Ο. χας Β. Α., το γένος Α. Α. και β. Δ. Α. του Β., ως μόνων νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Β. Α. του Α., που απεβίωσε στις 8-6-2009, 67) ΚΠ 115, 117. Π. Π. του Χ., 68) ΚΠ 121. Γ. Γ. του Θ., 69) ΚΠ 122, 125. Μ. συζ. Ι. Μ., το γένος Γ. Π., 70) ΚΠ 123. Κ. Γ. του Δ., 71) ΚΠ 126. Θ. Μ. του Λ., 72) ΚΠ 127. Γ. Κ. του Χ., 73) ΚΠ 128. α. Σ. συζ. Γ. Δ., το γένος Β. Σ., β. Κ. συζ. Δ. Κ., το γένος Β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 323 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 323/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) ΚΠ 1. Α. Ν. του Γ., 2) ΚΠ 2. Β. συζ. Κ. Σ., το γένος Σ. Μ., 3) ΚΠ 4, 116, 118, 131. α Ι. Κ. του Μ., β. Α. Κ. του Μ., γ. Γ. Κ. του Μ. και δ. Ν. Κ. του Μ., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Μ. Κ. του Ι., 4) ΚΠ 5. Ν. Δ. του Δ., 5) ΚΠ 7. Α. Λ. του Ι., 6) ΚΠ 9, 89, 119, α. Φ. Π. του Β., β. Δ. Π. του Β. και γ. Α. Π. του Β., συζ. Ι. Κ., 7) ΚΠ 11.
Κ. Κ. του Δ., 8) ΚΠ 12, 13. α. Ε. χας Ά. Π., β. Λ. Π. του Γ., γ. Α. Π. του Γ. και δ. Χ. Π. του Γ., 9) ΚΠ 14. Ν. Κ. του Ε., 10) ΚΠ 15. Π. συζ. Μ. Π., το γένος Θ. Π., 11) ΚΠ 16. Α. Κ. του Α., 12) ΚΠ 17. Μ. χας Γ. Σ., το γένος Α. Κ., 13) ΚΠ 18. α. Α. Γ. του Β. και β. Θ. Γ. του Β., 14) ΚΠ 19. α. Γ. Γ. του Θ. και β. Κ. Γ. του Δ., 15) ΚΠ 20. Ε. συζ. Κ. Κ., το γένος Δ. Γ., 16) ΚΠ 21. α. Μ. χας Χ. Σ. και β.
Α. Σ. του Χ., 17) ΚΠ 22. Κ. Χ. του Κ., 18) ΚΠ 23. α. Δ. Α. του Β., β. Π. Α. του Β. και γ. Ε. χας Β. Α., 19) ΚΠ 24, 27. Β. Κ. του Ι., 20) ΚΠ 25. Α. Α. του Β., 21) ΚΠ 28. α. Α. χας Ν. Τ., β. Ε. Τ. του Ν., γ. Γ. Τ. του Ν. και δ. Μ. Τ. του Γ., 22) ΚΠ 30. α. Ε. Κ. του Α., β. Γ. Κ. του Α., γ. Δ. Κ. του Α. και δ. Α. Κ. του Α., 23) ΚΠ 31, 31Α, 41, 42, 48, 49, 130. Γ. Α. του Ε., 24) ΚΠ 32, 35, 120. Γ. Κ. του Δ., 25) ΚΠ 33, 46, 56, 79, 133Α.
Γ. Λ. του Ν., 26) ΚΠ 34. α. Θ. χας Σ. Χ., β. Κ. Χ. του Σ., γ. Μ. Χ. του Σ., δ. Α. Χ. του Σ. και ε. Σ. Χ. του Σ., 27) ΚΠ 37. Θ. Ν. του Δ., 28) ΚΠ 38. Χ. Π. του Α., 29) ΚΠ 44. Ι. Χ. του Ν., 30) ΚΠ 45. Α. Σ. του Γ., 31) ΚΠ 47, 50, 51. α. Χ. Κ. του Ε., συζ. Α. Α., β. Α. χας Δ. Α., το γένος Α. Κ. και γ. Σ. Κ. του Γ., 32) ΚΠ 54. Α. χας Δ. Α., 33) ΚΠ 55. Σ. χας Γ. Π., το γένος Θ. Χ., 34) ΚΠ 58, 58Α. α. Η. Λ.
του Β., β. Γ. Λ. του Κ. και γ. Σ. συζ. Γ. Λ., 35) ΚΠ 60. Α. Σ. του Α., 36) ΚΠ 61. Α. Μ. του Α., 37) ΚΠ 62. Σ. Σ. του Β., 38) ΚΠ 63. α. Κ. Δ. του Ν. και β. Ι. Δ. του Ν., 39) ΚΠ 65. Π. χας Δ. Τ., 40) ΚΠ 66. Π. Α. του Κ., 41) ΚΠ 68, 68Α. Α. χας Ι. Β., το γένος Π. Π., 42) ΚΠ 70. Γ. Α. του Α., 43) ΚΠ 71. Κ. Ν. του Φ., 44) ΚΠ 72. Β. Μ. του Π., 45) ΚΠ 74, 77, 78. α. Λ. Ν. του Κ., β. Φ. Ν. του Κ., γ. Β. χας Σ. Ν., το γένος Π.
Σ., δ. Κ. Α. του Δ. και ε. Κ. Π. του Δ., 46) ΚΠ 75. α. Ι. Μ. του Α. και β. Γ. Μ. του Α., 47) ΚΠ 76, 114. Ε. χας Α. Κ., το γένος Γ. Ν., 48) ΚΠ 79, 111. Γ. Λ. του Ν., 49) ΚΠ 80. Δ. Τ. του Χ., 50) ΚΠ 81, 82. α. Α. συζ. Κ. Θ., το γένος Σ. Χ. και β. Β. Χ. του Η., συζ. Δ. Τ., 51) ΚΠ 83. Κ. Σ. του Α., 52) ΚΠ 84. Κ. Κ. του Γ., 53) ΚΠ 87. α. Α. Α. του Γ. και β. Γ. Α. του Α., 54) ΚΠ 88. Γ. Α. του Γ., 55) ΚΠ 90.
Β. Γ. του Α., 56) ΚΠ 92. Ν. Δ. του Δ., 57) ΚΠ 94. α. Β. Μ. του Π., β. Κ. Κ. του Δ. και γ. Α. συζ. Β. Μ., 58) ΚΠ 95, 113, 113Α. α. Α. Σ. του Β. και β. Ε. χας Β. Σ., 59) ΚΠ 97, 98. Α. Λ. του Γ., 60) ΚΠ 99. Κ. Β. του Ι., 61) ΚΠ 100. Α. συζ. Γ. Λ., το γένος Γ. Τ., 62) ΚΠ 103. Σ. συζ. Ν. Σ., το γένος Α. Α., 63) ΚΠ 105. Σ. Κ. του Γ., 64) ΚΠ 106. Ε. συζ. Γ. Κ., το γένος Κ. Γ., 65) ΚΠ 107. Χ. συζ. Κ. Κ., 66) ΚΠ 112.
α. Ο. χας Β. Α., το γένος Α. Α. και β. Δ. Α. του Β., ως μόνων νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Β. Α. του Α., που απεβίωσε στις 8-6-2009, 67) ΚΠ 115, 117. Π. Π. του Χ., 68) ΚΠ 121. Γ. Γ. του Θ., 69) ΚΠ 122, 125. Μ. συζ. Ι. Μ., το γένος Γ. Π., 70) ΚΠ 123. Κ. Γ. του Δ., 71) ΚΠ 126. Θ. Μ. του Λ., 72) ΚΠ 127. Γ. Κ. του Χ., 73) ΚΠ 128. α. Σ. συζ. Γ. Δ., το γένος Β. Σ., β. Κ. συζ. Δ. Κ., το γένος Β.
Σ. και γ. Σ. συζ. Κ. Μ., το γένος Β. Σ., 74) ΚΠ 129. α. Α. χας Χ. Δ., το γένος Π. Π., β. Β. Δ. του Χ., γ. Ι. Δ. του Χ. και δ. Α. Δ. του Χ., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Χ. Δ. του Ι., 75) ΚΠ 132. α. Θ. Κ. του Ν., β. Γ. Μ., το γένος Ν. Κ. και γ. Δ. Κ. του Ν., ως νομίμων κληρονόμων του Ν. Κ. του Θ., 76) ΚΠ 133. α. Ε. χας Α. Κ., το γένος Τ. Ξ. και β. Β. Κ. του Α., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου συγγενών του Α.
Κ., 77) ΚΠ 133Γ. α. Ι. Π. του Α., β. Λ. Π. του Α., γ. Τ. Π. του Α., δ. Ε. Π. του Α., ε. Ε. Π. του Α., στ/ζ. Δ. Π. του Α., η) Μ. χας Γ. Π., θ) i. Α. Π. του Α., ii. Γ. Π. του Α. και iii. Μ. Π. του Α., ως μοναδικών νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Π. του Γ., που απεβίωσε στις 8-6-2011 και ι) Χ. Π. του Γ., 78) ΚΠ 134, 145. α. Π. Α. του Α., β. Β. Α. του Α. και γ. Η. συζ. Δ.
Π., το γένος Α. Α., 79) ΚΠ 146. α. Χ. συζ. Δ. Λ., το γένος Γ. Ε. και β. Μ. συζ. Μ. Σ., το γένος Γ. Ε., 80) ΚΠ 147. Μ. Κ. του Ι., 81) ΚΠ 148. Α. Α. του Α., 82) ΚΠ 149. Α. Σ. του Θ. και 83) ΚΠ 150. Ο. χας Β. Σ., το γένος Λ. Κ., όλων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
α) ανακαλεί την από 23-10-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ως προς τους 2η, 4ο, 6ους, 16οβ, 19ο, 20ο, 22ουςβ, γ, δ, 30ο, 49ο, 54η, 62η, 63ο, 64η, 74ουςα, β, γ, 76η β, 77οι και 81ο και παρίσταται για όλους τους αναιρεσείοντες - καλούντες, β) εκ παραδρομής τέθηκαν στο δικόγραφο της από 10-3-2014 κλήσης οι υπό στοιχ. 75α, 75β και 75γ καλούντες, αφού με την 1130/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου η ένδικη αίτηση αναίρεσης απερρίφθη ως προς τον δικαιοπάροχό τους - αρχικό αναιρεσείοντα υπό στοιχ. 75 Ν.
Κ. του Θ., γ) ο υπό στοιχ. 77θ Α. Π. του Γ. απεβίωσε στις 8-6-2011 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του i. Α. Π. του Α., ii. Γ. Π. του Α. και iii. Μ. Π. του Α., δ) διορθώνει το επώνυμο των υπό στοιχ. 18α, 18β και 18γ, καθώς και του 20ου των αναιρεσειόντων από το εσφαλμένο "Α." στο ορθό "Α.", ε) διορθώνει το επώνυμο των υπό στοιχ. 22α, 22β, 22γ και 22δ από το εσφαλμένο "Κ." στο ορθό "Κ.", στ) διορθώνει το κύριο όνομα της υπό στοιχ. 26δ από το εσφαλμένο "Δ.
Χ." στο ορθό "Α. Χ.", ζ) διορθώνει το επώνυμο της 28ης από το εσφαλμένο "Π." στο ορθό "Π.", η) διορθώνει το πατρώνυμο του 30ου από το εσφαλμένο "Σ." στο ορθό "Γ.", θ) διορθώνει το επώνυμο των 40ου και 42ου, καθώς και του 66ου της αίτησης - 66ηςα της κλήσης, από το εσφαλμένο "Α." στο ορθό "Α.", ι) διορθώνει το επώνυμο του 49ου από το εσφαλμένο "Τ." στο ορθό "Τ.", ια) διορθώνει το επώνυμο του 71ου από το εσφαλμένο "Μ." στο ορθό "Μ." και ιβ) διορθώνει το επώνυμο των υπό στοιχ. 76α και 76β από το εσφαλμένο "Κ." στο ορθό "Κ.".
Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-1998 αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 21856/1998 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια κατατέθηκε από το ήδη αναιρεσίβλητο στο Εφετείο Θεσσαλονίκης η από 23-12-1998 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 70/2003 παρεμπίπτουσα απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Η υπόθεση επανήλθε για περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου και αφού συνεκδικάστηκε η ως άνω αίτηση με τις ανταιτήσεις και τις παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 11-4-2006 κύρια παρέμβαση, εκδόθηκε η 2/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας, καθώς και της συμπροσβαλλομένης 70/2003 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2007 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1130/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως προς τον φερόμενο αναιρεσείοντα Ν. Κ. του Θ. και κήρυξε τη συζήτηση ως προς τους λοιπούς απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 15-10-2012 κλήση των καλούντων.
Εκδόθηκε η 1015/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε και πάλι απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται εκ νέου για συζήτηση με την από 10-3-2014 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 12-1-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του τρίτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Νομίμως φέρεται προς συζήτηση με την από 10-3-2014 κλήση των αναιρεσειόντων η από 28-12-2007 (αριθ. κατ. 413/2007) αίτηση για αναίρεση της 2/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης 70/2003 παρεμπίπτουσας απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Με την προηγούμενη 1130/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως προς τον αναιρεσείοντα Ν. Κ. του Θ., διότι κατά την άσκησή της στις 31-12-1997 είχε αποβιώσει ήδη από 12-2-1994. Γι’ αυτό οι από τους καλούντες κληρονόμοι του Θ. Κ., Γ. Μ., το γένος Ν. Κ. και Δ. Κ. του Ν., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κων/νου Μιχαηλίδη δήλωσαν στο ακροατήριο, ότι δεν εισάγεται ως προς αυτούς η υπόθεση προς συζήτηση.
Η δήλωση αυτή έχει την έννοια της παραίτησης από της κλήσης προς συζήτηση ως προς αυτούς, για τους οποίους δεν ερευνάται η υπόθεση. Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείονες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, διότι ορισμένοι από αυτούς δεν απεδείκνυαν τη χορήγηση πληρεξουσιότητας στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Επίσης, στη συνέχεια, με την 1015/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως, διότι δεν αποδείχτηκε ότι ορισμένοι των αναιρεσειόντων είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο τους Κων/νο Μιχαηλίδη, άλλοι δε είχαν χορηγήσει μη νόμιμη πληρεξουσιότητα σ’ αυτόν. Ήδη και στην παρούσα συζήτηση οι εκ των αναιρεσειόντων 8α Ε.
χήρα Α. Π., 8β Λ. Π. του Γ., 8γ Α. Π. του Γ. και 8δ Χ. Π. του Γ., 17 Κ. Χ. του Κ., 18α Δ. Α. του Β., 18β Π. Α. του Β. και 18γ Ε. χήρα Β. Α., 22α Ε. Κ. του Α., 31β και 32 Α. χήρα Δ. Α., 34α Η. Λ. του Β., 46β Γ. Μ. του Α., 50α Α. συζ. Κ. Θ., 56 Ν. Δ., 57α Β. Μ. του Π., 66α Ο. χήρα Β. Α., το γένος Α. Α. και 66β Δ. Α. του Β., 74δ Α. Δ. του Χ., 76α Ε. χήρα Α. Κ., 77θ Α.ς Π.ς, Γ. Π. και Μ. Π.
ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Π. του Γ., 79α Χ. συζ. Δ. Λ., το γένος Γ. Ε. και 83 Ο. χήρα Β. Σ., το γένος Λ. Κ., παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κων/νου Μιχαηλίδη, χωρίς να επικαλούνται και να προσκομίζουν πληρεξούσιο, με το οποίο να χορηγείται στο φερόμενο ως πληρεξούσιό τους η σχετική εκ μέρους τους πληρεξουσιότητα, με συνέπεια να θεωρούνται ως μη παριστάμενοι (δικονομικά απόντες).
Επίσης ούτε προκύπτει ότι αυτοί κλητεύθηκαν να παραστούν κατά την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως (άρθρ. 4 εδ. ε’ του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) και 576 παρ. 3 εδ. 2 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.
Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".
Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.
Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (Ολ.ΑΠ 14/2011).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 21856/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων τα οποία αναφέρονται σε αυτήν που απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή της Εθνικής Εγνατίας οδού στο τμήμα της λίμνης Βόλβης. Στη συνέχεια το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του οποίου κηρύχτηκε η ανωτέρω απαλλοτρίωση με την από 23-12-1998 αίτησή του στο Εφετείο Θεσ/κης ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ως άνω ακινήτων.
Οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης του Δημοσίου στις 19-3-1999 άσκησαν ανταίτηση με την οποία ζήτησαν α) τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σε ποσά υψηλότερα εκείνων που καθορίστηκαν με τον προσωρινό προσδιορισμό και, εκείνων που ζητούσε το Δημόσιο με την αίτησή του, β) ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους μετά την απαλλοτρίωση, γ) τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για τα επικείμενα, δ) την καταβολή αποζημιώσεως για τα αυτοαποζημιούμενα τμήματα των ιδιοκτησιών τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 653/1977 και ε) να ανατραπεί υπέρ αυτών το αμάχητο τεκμήριο των παρόδιων διανοιγομένων εθνικών οδών που προβλέπονταν από το άρθρο 1 του ως άνω ν. 653/1977.
Επί της αιτήσεως και των ανταιτήσεων αυτών, μετά από τη συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η υπ αριθμ. 70/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης με την οποία διατάχτηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και απορρίφτηκε το αίτημα των αναιρεσειόντων για ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας ως απαράδεκτο, αφενός μεν διότι αναρμόδια εισήχθη για εκδίκαση στο Εφετείο, αφετέρου δε λόγω μη τήρησης της προδικασίας του ν. 2971/2001.
Στη συνέχεια μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης που είχε διαταχθεί εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 2/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων και των επικειμένων τους με κρίσιμο χρόνο την ημέρα της πρώτης συζήτησης της αίτησης και των ανταιτήσεων την 18-12-2002 και καθόρισε την αποζημίωση των τμημάτων των απαλλοτριωμένων που έμειναν εκτός απαλλοτρίωσης.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης το χρόνο της πρώτης (αρχικής) συζήτησης (18-12-2002), μετά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αρ. 70/2003 απόφασή του, που διέταξε πραγματογνωμοσύνη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και 13 παρ. 4 του Κ.Α.Α.Α.
Επομένως, ο πρώτος αντίθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού, πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, διότι δεν προσδιορίζει για κάθε ακίνητο αν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με το Π.Δ. 24/31-5-1985.
Το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχεται ανέλεγκτα, ότι η επίδικη απαλλοτριωθείσα έκταση έχει μεγάλη οικοπεδική αξία και δεν υπάρχουν απαγορευτικοί όροι για την ανοικοδόμηση οικοπέδων και αγροτεμαχίων, τα οποία όλα οικοδομούνται με τους όρους και τους περιορισμούς του Π.Δ. της 24-5-1985. Άρα δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει για κάθε ακίνητο χωριστά αν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση.
Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και άρα είναι αβάσιμος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά απαραδέκτως με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου ως προς την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
4. Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρου 37 εδάφ. α’ του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το άρθρ. 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ...".
Καταλαμβάνονται επίσης αναδρομικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρο 2 του ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (Ολ.ΑΠ 6/2007).
Αντίθετα, το άρθρο 37 εδάφ. α’ του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37, για να καταδειχθεί ακριβώς, ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 33, που αφορούν κατ’ αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες.
Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδάφ. α’ του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου, προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τα ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ’ αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/ 2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004).
Επομένως, ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρων 33 και 37 εδάφ. α’ του ν. 2971/2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Έτσι, ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρ. 37 εδάφ.
α’ του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στη γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ’ επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.
Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.
Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδάφ.
α’ του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ’ αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσης του.
Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Ολ.ΑΠ 11, 12/2011, Ολ.ΑΠ 7/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ανταιτήσεις τους οι αναιρεσείοντες, που ασκήθηκαν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους στις 14-3-1999 και 12-5-2000, ζήτησαν εκτός των άλλων να αναγνωρισθεί ότι τα ακίνητά τους δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση και ότι δεν συντρέχει περίπτωση συμψηφισμού ως προς την οφειλόμενη σ’ αυτούς αποζημίωση της ανταπαίτησης του Δημοσίου για την ωφέλειά τους από τη διάνοιξη του αυτοκινητοδρόμου.
Με την συμπροσβαλλόμενη απόφαση 70/2003 του Εφετείου οι ανταιτήσεις αυτές κατά το παραπάνω αίτημα απορρίφτηκαν ως απαράδεκτες, με την αιτιολογία αφενός ότι το αίτημα αυτό δεν είναι αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης και αφετέρου ότι δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 33 του ν. 2971/2001.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο των ανταιτήσεων κατά τούτο, αφού αυτές, οι οποίες στηρίζονταν στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, 17 του ισχύοντος Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής, είχαν ασκηθεί, ενώ η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί, πριν από την ισχύ του ν. 2971/2001 και άρα δεν έχουν εφαρμογή τα άρθρα 33 και 37 εδ.
α’ του νόμου αυτού.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου του άνω αιτήματος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
5. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η αιτίαση, ότι για ορισμένα εναπομείναντα ακίνητα, με ανεπαρκή αιτιολογία, δεν προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας τους, για άλλα δε προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση με τιμές πολύ μικρότερες της πραγματικής μείωσης.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση το δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων, που στον κτηματολογικό πίνακα έχουν τους αριθμούς 4, 6, 7, 12, 17, 21, 22, 24, 30, 36, 37, 38, 43, 52, 54, 57, 58, 59, 60, 61, 63, 65, 72, 73, 75, 76, 80, 82, 83, 85, 88, 94, 96, 99, 100, 101, 108, 109, 110, 111, 114, 115, 117, 119, 120, 121, 127, 129, 131, 133Α, 133Β, 133Γ, 134, 135, 138, 139, 140, 141, 145, 149, 150, 169, 170 και 176 δεν μειώθηκε η εδαφική τους αξία αφού δεν επηρεάζεται η δυνατότητα της γεωργικής εκμετάλλευσης ή της οικοδόμησης από την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος.
Τα παραπάνω ακίνητα και μετά την απαλλοτρίωση, μειωμένα βέβαια σε έκταση κατά το μέρος που απαλλοτριώθηκε, προσφέρονται κατά την έκταση τους για την ίδια χρήση που είχαν και πριν την απότμηση εκ της απαλλοτριώσεως. Περαιτέρω η αξία των δευτέρων εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων με αριθμό στον κτηματολογικό πίνακα 84, 118, 128 και 148, έκτασης μετά την απαλλοτρίωση άνω των 5.000 τ.μ., ουδόλως μειώθηκε για τον ίδιο λόγο που αμέσως αναφέρθηκε.
Να σημειωθεί ότι των ακινήτων αυτών μετά την απότμηση εκ της απαλλοτριώσεως απέμειναν δύο τμήματα, ένα από μία πλευρά και άλλο στην απέναντι πλευρά του αυτοκινητοδρόμου, και το Δικαστήριο κρίνει ότι η απότμηση δεν έθιξε το εναπομείναν μείζον τμήμα. Αποδείχθηκε ακόμη ότι τα εναπομείναντα τμήματα ορισμένων εκ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ανεξαρτήτως του εάν υπέστησαν μείωση από την εκτέλεση του έργου, μείωση, η οποία παρά τα όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας δεν δύναται να ερευνηθεί στην παρούσα φάση της δίκης, διότι το σχετικό αίτημα έχει ήδη απορριφθεί (στο σκεπτικό - μέρος της απόφασης είναι σαφής η απόρριψη του αιτήματος) με την με αριθμό 70/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, υπέστησαν μείωση μόνο από την απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κρίση του ότι δεν μειώθηκε η εδαφική αξία των ανωτέρω ακινήτων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 (ήδη άρθρο 13 παρ. 4 ν. 2882/2001), απαραδέκτως δε οι αναιρεσείοντες πλήττουν με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως την περί τα πράγματα ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς την αξία ορισμένων εναπομεινάντων από την απαλλοτρίωση ακινήτων.
Για λοιπά εναπομείναντα ακίνητα αλυσιτελώς πλήττεται η κρίση, ότι δεν προσδιόρισε αποζημίωση, για έλλειψη αιτιολογίας, κατ’ άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αφού γι’ αυτά απερρίφθη ως μη νόμιμο το σχετικό αίτημα με την 70/2003 απόφαση του Εφετείου και δεν υπεισήλθε γι’ αυτά στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθούν εν μέρει η 2/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η συμπροσβαλλόμενη 70/2003 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται παραπάνω (αποζημίωση αυτοαποζημιούμενων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων λόγω άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας) και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-12-2007 ενδίκου αναιρέσεως ως προς τους αναφερόμενους στο σκεπτικό της παρούσας αναιρεσείοντες.
Αναιρεί εν μέρει την 2/2007 οριστική απόφαση και την συμπροσβαλλόμενη 70/2003 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των λοιπών αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ