323/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 323 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 323/2012
Legislator headnote
AI generated323/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 323 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 323/2012
Full text
Απόφαση 323 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 323/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. (M.) χας του Μ. Μ. (M. M.) θυγ. Κ. Γ., κατοίκου ΗΠΑ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Ρομποτή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Κ. Γ., 2. Α. θυγ. Γ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Γιαουτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 3. Κ. Γ. του Ν., κατοίκου Σάμου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2006 αγωγή των ήδη πρώτου και δεύτερου αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης 4123Γ/5.8.2010 και 60875/ 19.1.2011 της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Ευδοκίας Χριστοφή του Πρωτοδικείου Σάμου, προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 16.11.2011) επιδόθηκε νόμιμα στον τρίτο αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.ΑΠ 15/2000). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Το άρθρο τούτο έχει εφαρμογή και στη διάταξη τελευταίας βούλησης, η οποία, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι επίσης άκυρη αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων λαμβάνεται πρωταρχικά υπόψη το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου. Για την κρίση δε περί της αντιθέσεως στα χρηστά ήθη της διάταξης τελευταίας βούλησης, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματά της, τα αίτια που κίνησαν το διαθέτη, ο σκοπός που επιδιώκεται από αυτόν και γενικά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων με την από 2.7.2006 περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου -διώροφης οικίας- αγωγής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σάμου ισχυρίστηκαν, ότι από κληρονομιά της Α. χας Κ. Γ., μητέρας του πρώτου και γιαγιάς της δεύτερης, η οποία αποβίωσε στη Σάμο στις 21.1.1989 και κατέλιπε την από 10.10.1986 ιδιόγραφη διαθήκη της, απέκτησαν ο πρώτος δικαίωμα οίκησης και η δεύτερη την ψιλή κυριότητα της διώροφης ως άνω οικίας, εφόσον αποδέχθηκαν την κληρονομία και μετέγραψαν την πράξη αποδοχής από μέρους τους της κληρονομίας αυτής (.../24.10.2003 του συμβολαιογράφου Σάμου Θεμιστοκλή Δημόπουλου), και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος την κατείχε παράνομα, να τους την αποδώσει (η μητέρα του τελευταίου Γ. Γ., εναγομένη και αυτή με την ένδικη ως άνω αγωγή, είχε ήδη κατά την άσκησή της αποβιώσει). Το Ειρηνοδικείο Σάμου με την 56/2006 απόφασή του δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο (τρίτο αναιρεσίβλητο) να αποδώσει στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων την οικία αυτή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν ο τρίτος αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, και η αναιρεσείουσα την από 29.4.2008 κύρια παρέμβασή της, με την οποία αντιποιήθηκε το αντικείμενο της δίκης, εφόσον ισχυρίστηκε ότι αυτή κατέστη αποκλειστική κυρία της επίδικης οικίας από κληρονομιά της μητέρας της Α. χήρας Κ. Γ., δυνάμει της από 22.5.196 δημόσιας διαθήκης της, που έχει νόμιμα δημοσιευθεί, δεδομένου ότι έχει νόμιμα μεταγραφεί η αναφερόμενη πράξη αποδοχής από μέρους της, της κληρονομίας αυτής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη 39/2009 απόφασή του, απέρριψε και την έφεση και την κύρια παρέμβαση δεχόμενο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 21 Ιανουαρίου 1989 απεβίωσε στη Σάμο, όπου και κατοικούσε εν ζωή, η Α. χήρα Κ. Γ., το γένος Κ., μητέρα του πρώτου ενάγοντος και της κυρίως παρεμβαίνουσας και γιαγιά της δεύτερης ενάγουσας και του εναγομένου. Η αποβιώσασα, κατά το χρόνο του θανάτου της είχε στην πλήρη κυριότητά της μία διώροφη οικία, η οποία ευρίσκεται στο Δ/Δ Βαθέος Σάμου, είναι κτισμένη εντός οικοπέδου εμβαδού 80 μ2, το οποίο συνορεύει γύρωθεν με δημοτική οδό, με σούδα, με ιδιοκτησία Π. Φ. και ιδιοκτησία Ε. Β. και αποτελείται από δύο ορόφους εμβαδού 40 μ2 έκαστος. Μετά δε το θάνατο αυτής, δημοσιεύθηκε, αρχικά, με τα υπ' αριθμ. 87/03.06.1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η με αριθμό .../22.05.1961 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε από τον άλλοτε συμβολαιογράφο Σάμου, Δημήτριο Γεωργιάδη, σύμφωνα με την οποία κατέλιπε το ανωτέρω ακίνητο κατ' αποκλειστική κυριότητα στην κυρίως παρεμβαίνουσα. Εν συνεχεία, ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα της αποβιώσασας βρέθηκε η από 10.10.1986 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αρ. 149/17.09.2003 πρακτικά του ίδιου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής, η αποβιώσασα κατέλειπε την αποκλειστική κυριότητα της επίδικης οικίας στην κυρίως παρεμβαίνουσα, υπό την αναβλητική όμως αίρεση να κατοικήσει μονίμως σε αυτήν. Σε περίπτωση δε μη πλήρωσης της αίρεσης όριζε ότι καταλείπει την ψιλή κυριότητα της οικίας στη δεύτερη ενάγουσα και ότι παραχωρεί το δικαίωμα οίκησης του μεν "δωματίου του παππού", ήτοι του πρώτου ορόφου, στον υιό της Ν. Γ. του Κ., πατέρα του εναγομένου, των δε υπολοίπων χώρων, ήτοι του δευτέρου ορόφου, στον πρώτο ενάγοντα. Με το περιεχόμενο αυτό η διαθήκη τελεί σε αντίθεση με την προηγουμένη δημόσια διαθήκη της αποβιώσασας, με την οποία η κληρονομούμενη κατέλιπε την επίδικη οικία, κατ' αποκλειστική κυριότητα στην κυρίως παρεμβαίνουσα, καθότι με τη μεταγενέστερη διαθήκη της εγκατέστησε αυτήν κληρονόμο της, υπό την αναβλητική αίρεση, όμως ότι θα εγκατασταθεί στο επίδικο. Έτσι, η κληρονομούμενη, με την τελευταία ιδιόγραφη διαθήκη της ανακάλεσε και κατήργησε την προηγουμένη, εγκαθιστώντας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, την κυρίως παρεμβαίνουσα στην κληρονομιά της ως καταπιστευματοδόχο υπό αίρεση και βεβαρημένους τους ενάγοντες, στους οποίους πρέπει να παραμείνει αυτή (κληρονομιά) μέχρι την πλήρωση ή ματαίωση της αίρεσης.
Συνεπώς, όταν η κυρίως παρεμβαίνουσα προέβη, με την υπ' αρ. .../21.04.2008 πράξη του Συμβολαιογράφου Σάμου, Ν. Σταθακιού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, στον τόμο 135 και με α/α 11397 σε αποδοχή της ως άνω κληρονομιάς, της αναφερόμενης στη δημόσια διαθήκη, δεν κατέστη αποκλειστική κυρία της κληρονομιαίας οικίας, αφού η εν λόγω διαθήκη είχε ήδη ανακληθεί με τη μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας, η οποία είναι σαφής και πλήρης ως προς το πρόσωπο των τιμωμένων κληρονόμων, ως προς την περιουσία που καταλείπεται σε καθέναν από αυτούς και ως προς τον τρόπο πλήρωσης της αίρεσης και αποδίδει πλήρως τη θέληση της διαθέτιδος, χωρίς να χρήζει ερμηνείας, σύμφωνα με το άρθρο 173 του Α.Κ. Ζήτημα ερμηνείας της ιδιόγραφης διαθήκης τίθεται μόνον ως προς το χρόνο πλήρωσης ή μη της αίρεσης ή ματαίωσης αυτής. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την έως τώρα στάση της κυρίως παρεμβαίνουσας, η εν λόγω αίρεση θα πρέπει να θεωρηθεί ματαιωθείσα, καθότι αν και αυτή γνώριζε την ύπαρξη και το περιεχόμενο της διαθήκης, ουδέποτε ήρθε, αλλά ούτε και εκδήλωσε επιθυμία να εγκατασταθεί στην επίδικη οικία. Ειδικότερα, η τελευταία μέχρι και το χρόνο άσκησης της κύριας παρέμβασης, στις 07.05.2008, δηλαδή, πέντε έτη μετά τη δημοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης (17.09.2003) δηλώνει μόνιμη κάτοικος των Η.Π.Α., ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται η πρόθεση της να έρθει να κατοικήσει στο επίδικο, καθώς και ο ισχυρισμός της ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από τους ενάγοντες για την ύπαρξη της ιδιόγραφης διαθήκης, προκειμένου να συμπράξει στην πλήρωση της αίρεσης. Αντιθέτως, η μάρτυρας των εναγόντων, Αθηνά Γ., στην ένορκη βεβαίωση της αναφέρει ότι οι ενάγοντες επικοινώνησαν με την κυρίως παρεμβαίνουσα, την ενημέρωσαν για το περιεχόμενο της διαθήκης και αυτή δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να εγκατασταθεί στη Σάμο, αλλά ότι θα εξακολουθούσε να διαμένει μονίμως στις Η.Π.Α.
Συνεπώς, εφόσον η αναβλητική αίρεση ματαιώθηκε, βάσει των ανωτέρω, η εγκατάσταση της κυρίως παρεμβαίνουσας ως καταπιστευματοδόχου θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ και αίρεται κάθε δικαίωμα προσδοκίας αυτής από τη διαθήκη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται αναλυτικά στην οικεία μείζονα πρόταση". Η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης, αιτιάται το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι, με βάση τα ανωτέρω που δέχτηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν εφάρμοσε το νόμο και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ και έτσι κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με την παραδοχή ότι η περιλαμβάνουσα στην ιδιόγραφη διαθήκη αίρεση μετοίκησής της από τις Η.Π.Α. και μόνιμης εγκατάστασής της στην επίδικη οικία στη Σάμο είναι νόμιμη και έγκυρη, ενώ είναι καθ' όλα παράνομη, κατ' άρθρα 178 και 179 του Α.Κ., ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη και κατ' επέκταση ανίσχυρη, καθόσον με αυτή δεσμεύεται υπέρμετρα η βούλησή της, αφού με την ως άνω παραγγελία της η διαθέτρια απέβλεπε όχι να την αποκληρώσει, αλλά να την εξαναγκάσει να επανέλθει στην Ελλάδα και να εγκατασταθεί στη Σάμο, όπου βρίσκεται η καταλειπόμενη οικία, εξαναγκάζοντάς την δηλαδή επί θέματος, επί του οποίου η βούλησή της έπρεπε να παραμείνει ελεύθερη. Όμως και ο ισχυρισμός αυτός και τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται, ούτε η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο επικαλείται ούτε από την κύρια παρέμβασή της και τις προτάσεις της, της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων είναι παραδεκτή από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι είχαν προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, γι' αυτό και, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, ο κατά τα άνω προσβαλλόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, ενόψει και του ότι δεν εμπίπτει σε καμμία από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος και πάντως ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.5.2010 αίτηση της Μ. (M.) χήρας του Μ. Μ. (M. M.) θυγ. Κ. Γ., για αναίρεση της 39/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου (που δίκασε ως Εφετείο). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ