Legislator Case Law & Legislation
323/2010 AI generated

323/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 323/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αποζημίωση απόλυσης.- Οι διατάξεις των άρθ. 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 ν.δ. 618/1970, για περιορισμό της αποζημίωσης απολύσεως εργαζομένων του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες.- Το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που επιδιώκει κοινωφελείς σκοπούς.- Ως τέτοιο εμπίπτει στους φορείς, οι οποίοι κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 οφείλει μειωμένη αποζημίωση του Ν 2112/1020 στους εργαζόμενους που αποχωρούν από την εργασία του.

Legislator headnote

AI generated

323/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι εμπίπτει στους φορείς, οι οποίοι κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 ΑΝ 173/1967 οφείλουν μειωμένη αποζημίωση του Ν. 2112/1920 στους εργαζόμενους που αποχωρούν από την εργασία τους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "...

Keywords

AI generated
institutional activity standing of shareholder institutional structure and Governance public-law pension institution definition of the institution's position vested benefits institution
AI generated
1263/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1179/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/10/2013 αίτησή του.
939/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
1245/2022
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.
2040/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ε.
689/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 323 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αποζημίωση απόλυσης.- Οι διατάξεις των άρθ. 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 ν.δ. 618/1970, για περιορισμό της αποζημίωσης απολύσεως εργαζομένων του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες.- Το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που επιδιώκει κοινωφελείς σκοπούς.- Ως τέτοιο εμπίπτει στους φορείς, οι οποίοι κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 οφείλει μειωμένη αποζημίωση του Ν 2112/1020 στους εργαζόμενους που αποχωρούν από την εργασία του.

Αριθμός 323/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ", Ερευνητικού Ινστιτούτου, που διέπεται από το ν. 3733/28-1-2009 (ΦΕΚ 7 Α'), ο οποίος τροποποίησε το ν. 390/1976 (ΦΕΚ Α' 202/2-8-1976), εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7807/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. .../11-11-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα κα εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε δικηγόρος του κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λ.π.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Νόμου 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως Νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το με την άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε μεταγενέστερα σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρο 33 του ν.1876/1990. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970 "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΑΝ 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λ.π.", τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (ΟλΑΠ 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών.

Ως τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.

Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006).

Εξάλλου, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ, σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 1514/1985, αποτελεί Ανεξάρτητο Ερευνητικό Ινστιτούτο που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 390/1976. Κατά το άρθρο 2 του τελευταίου αυτού νόμου το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ έχει ως κύρια αποστολή και δραστηριότητες αναφερόμενες στη δημόσια υγιεινή, στη διεξαγωγή ερευνών, αναφερομένων στη μικροβιολογία και ανοσοβιολογία των ανθρώπων και των ζώων, στην κατάρτιση ερευνητών, την αφορώσα στα ως άνω θέματα σε συνεργασία προς το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών και το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και εντός του πλαισίου του γενικού προγραμματισμού των ερευνητικών δραστηριοτήτων, στην κατόπιν αιτήσεως του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών παρασκευή εμβολίων, βιολογικών και θεραπευτικών προϊόντων υπό όρους καθοριζομένους με συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων.

Κατά το άρθρο 9 του άνω νόμου η ελληνική Κυβέρνηση αναλαμβάνει: α) να καταβάλλει κατ' έτος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ τακτική επιχορήγηση για την κάλυψη των δαπανών δραστηριότητας στον τομέα της δημόσιας υγιεινής του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ, υπολογιζομένων κυρίως βάσει της σπουδαιότητας και αναγκαιότητας των προβλεπομένων δραστηριοτήτων και της εξελίξεως του επιπέδου των μισθών, β) να καταβάλλει κατ' έτος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ τακτική επιχορήγηση εντός των πλαισίων των πιστώσεων του κρατικού προϋπολογισμού για την κάλυψη των δαπανών πραγματοποιήσεως των εγκρινομένων ερευνητικών προγραμμάτων υπό τους όρους τους καθοριζομένους στα άρθρα 6 και 7 του άνω νόμου.

Η επιχορήγηση αυτή θα αποτελεί χωριστό κεφάλαιο του προϋπολογισμού του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ προοριζόμενο για την κάλυψη των κοινών ερευνητικών προγραμμάτων. Κατά το άρθρο 11 του άνω νόμου, τα υπό του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ εισαγόμενα εκ του εξωτερικού είδη, τα αναγκαία για τη λειτουργία αυτού, όπως το επιστημονικό υλικό, τα όργανα, οι μηχανές, οι συσκευές και ο συνήθης εργαστηριακός εξοπλισμός , τα ζώα, τα υλικά, τα προϊόντα και οποιαδήποτε συναφή για τους υπό του Ινστιτούτου επιδιωκόμενους σκοπούς απολαύουν πλήρους απαλλαγής εκ δασμών, λοιπών τελών ως και παντός τέλους εισπραττομένων στα τελωνεία κατά την εισαγωγή υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου.

Της ανωτέρω απαλλαγής εξαιρούνται τα είδη χρήσης και εξοπλισμού των γραφείων του Ινστιτούτου, καθώς και οι πρώτες ύλες και έτοιμα προϊόντα τα προοριζόμενα να αποτελέσουν μετά προηγούμενη επεξεργασία ή μη αντικείμενο ελεύθερης εμπορίας. Υπό την έννοια αυτή το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ, ενόψει των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών του, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που το διέπει, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκει κοινωφελείς σκοπούς, όπως η έρευνα και προαγωγή της επιστήμης εν γένει και ειδικότερα της δημόσιας υγιεινής.

Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι εμπίπτει στους φορείς, οι οποίοι κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 ΑΝ 173/1967 οφείλουν μειωμένη αποζημίωση του Ν. 2112/1920 στους εργαζόμενους που αποχωρούν από την εργασία τους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "...

Από το συνδυασμό των άρθρων 2, 9, 11 του ν. 390/1976 προκύπτει ότι το ΕΙΠ , το οποίο αποτελεί ανεξάρτητο ερευνητικό ινστιτούτο , δεν διοικείται από την Ελληνική Κυβέρνηση, αλλά το 1/3 των μελών του ΔΣ διορίζεται από το Ινστιτούτο Παστέρ των Παρισίων και δεν χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από το Κράτος αλλά λαμβάνει κατ' έτος συγκεκριμένες επιχορηγήσεις για την κάλυψη δαπανών δραστηριοτήτων στον τομέα της υγείας και για την κάλυψη δαπανών πραγματοποίησης ερευνητικών προγραμμάτων, οι οποίες επιχορηγήσεις αποτελούν χωριστό κεφάλαιο του προϋπολογισμού του, ενώ πέραν αυτών των επιχορηγήσεων έχει έσοδα και από άλλες πηγές και δη από την εμπορική του δραστηριότητα την οποία εκ παραλλήλου ασκεί.

Η εποπτεία του δε από το Υπουργείο Ανάπτυξης και το Υπουργείο Υγείας εντάσσεται στην ανάγκη συντονισμού της επιστημονικής έρευνας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι μετατρέπεται σε παράρτημα δημόσιας υπηρεσίας. Ως ανεξάρτητο ερευνητικό ινστιτούτου δεν έχει το εναγόμενο καθαρώς δημόσιο χαρακτήρα εκ του γεγονότος ότι τυγχάνει Ν.Π.Ι.Δ.

με ερευνητικούς κυρίως σκοπούς και εποπτεύεται από τα Υπουργεία Ανάπτυξης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, διότι δεν χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από το Δημόσιο και δεν επιδιώκει δημόσιους μόνο σκοπούς, καθόσον τα παραγόμενα υπ' αυτού είναι αντικείμενα ελεύθερης εμπορίας. Ο ισχυρισμός, επομένως, του εκκαλούντος, όπως διατυπώνεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι οι σκοποί του Ε.Ι.Π.

έχουν δημόσιο χαρακτήρα, καθώς αφορούν τη δημόσια υγεία, την έρευνα και την προαγωγή της επιστήμης , επιχορηγείται αυτό τακτικά κατ' έτος από τον κρατικό προϋπολογισμό και για τους λόγους αυτούς τυγχάνει Ν.Π.Ι.Δ. με ερευνητικούς σκοπούς, κρίνεται ουσία αβάσιμος". Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η από το άρθρο 2 του ν. 390/1976 φύση των πιο πάνω αναφερόμενων υπηρεσιών του αναιρεσείοντος είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση αναγκών του κοινωνικού συνόλου (έρευνα και προαγωγή της μικροβιολογίας και ανοσοβιολογίας, παρασκευή εμβολίων, βιολογικών και θεραπευτικών προϊόντων και εν γένει προαγωγή της δημόσιας υγιεινής) και στοχεύουν την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, προσδίδοντας σ' αυτό κοινωφελή χαρακτήρα.

Γι' αυτό πρέπει οι ενιαία κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ,να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7807/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ