323/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated323/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα προσκόμισε και με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις της επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, α)τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ειδικότερα έγγραφα προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της περί ανυπαρξίας συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της κατά την κτήση της ψιλής κυριότητας των ακινήτων της και β) την με αριθμό ,.......
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 323 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 323/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Πολύζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αναγνωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-12-2001 και 24-1-2002 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και της αναιρεσείουσας αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 391/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1033/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, διάβασε την από 14-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το υπό στοιχείο Α μέρος, την απόρριψη αυτού κατά το υπό στοιχείο Β μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, στο δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχονται, πλην άλλων, και οι λόγοι εφέσεως, τουτέστιν οι αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του ιδίου του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Στα τελευταία περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται, ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατόπιν καθολικής επανεκτιμήσεως της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικοτέρων σφαλμάτων εκτιμήσεως (ΑΠ 1856/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο που συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχαν γίνει δεκτές εν μέρει κατ' ουσίαν οι αντίθετες αγωγές των διαδίκων, πρώην συζύγων, περί συμβολής εκάστου στην επαύξηση κατά τη διάρκεια του γάμου της περιουσίας του άλλου, προκειμένου να συνυπολογίσει τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά ποσοστό 40%, συνυπολόγισε στις αποδοχές εκείνου και το μισό του επιδόματος γάμου και τέκνων το οποίο ελάμβανε η τελευταία και αντίστοιχα, αφαίρεσε τούτο από τις αποδοχές της, αν και με τις αντίθετες εφέσεις του αναιρεσιβλήτου και της ίδιας, δεν είχε προβληθεί ως λόγος εφέσεως η παράλειψη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να συνυπολογίσει, θετικά και αρνητικά.
στη συμβολή καθενός το επίδομα αυτό και συνεπώς με την κρίση του αυτή έλαβε υπόψη "πράγματα", δηλαδή λόγο εφέσεως μη προταθέντα. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγών, κατόπιν συνολικής επανεκτιμήσεως της ουσίας της διαφοράς, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση των δικογράφων των εφέσεων, περιείχετο σ' αυτές ως λόγος η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να περιορίζεται στην κρίση του από τα ειδικότερα παράπονα για εσφαλμένη εκτίμηση των λόγων των αντιθέτων εφέσεων, αφού άλλωστε το αίτημα και των δύο εφέσεων, ήταν η εξαφάνιση της εκκαλουμένης και, ακολούθως, η παραδοχή της αγωγής κάθε διάδικου και η αντίστοιχη απόρριψη της αγωγής του άλλου.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα προσκόμισε και με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις της επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, α)τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ειδικότερα έγγραφα προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της περί ανυπαρξίας συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της κατά την κτήση της ψιλής κυριότητας των ακινήτων της και β) την με αριθμό ,.......
ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π.Κιντή του μάρτυρα ......, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, ότι οι δαπάνες για τις εκτός έδρας μετακινήσεις της, το ποσό των οποίων αφαιρέθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση από το ποσό της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του ανιρεσιβλήτου πρώην συζύγου της καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από την εταιρεία ΕΤΚΑ Α.Ε.
Όμως από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "και από όλα τα έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω έγγραφα για την άντληση των πραγματικών διαπιστώσεών του, αναφορικά με την αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου με την κτήση της ψιλής κυριότητας των ακινήτων αυτών.
Η έλλειψη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμησή τους. Εξάλλου, η ειδική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης, δεν καταλείπει αμφιβολία ότι το Εφετείο την έλαβε υπόψη ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης.
Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11εδαφ. γ' ΚΠολΔ περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ελλειψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε κατά την διερεύνηση της από 18-12-2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου περί συμμετοχής του στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, ότι από τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, συνοπτικώς παρατιθέμενα, πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με το κρίσιμο θέμα της αξίας της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείσουσας:
Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους γάμο, την 18-11-1989. Ο γάμος αυτός λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο, με την απόφαση 1112/1999 του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, η εναγομένη στην από 18-12-2001 αγωγή (αναιρεσείουσα), απέκτησε με τα συμβόλαια ...... και ........, που συντάχθηκαν από τη Συμβολαιογράφο Πατρών Σαπφώ Παπαγιαβή και μεταγράφηκαν, την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, το οποίο έχει εμβαδόν 338 τ.μ.
και αποτελείται από δύο παρακείμενα οικόπεδα, ενώ την επικαρπία του ενιαίου αυτού οικοπέδου, απέκτησε εφ' όρου ζωής με τα ίδια συμβόλαια ο πατέρας της ....... Κατά το χρόνο της άσκησης της από 18-12-2001 αγωγής, η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 32.000.000 δραχμών. Ειδικότερα η αξία της επικαρπίας ανερχόταν στο ποσό των 6.400.000 δραχμών, ενώ η αξία της ψιλής κυριότητας ανερχόταν στο ποσό των 25.600.000 δραχμών.
Με το συμβόλαιο ........, που συντάχθηκε από την προαναφερόμενη Συμβολαιογράφο και μεταγράφηκε νόμιμα, το οικόπεδο αυτό έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, του Ν.Δ 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Στη συνέχεια στο οικόπεδο αυτό κατασκευάσθηκε πολυώροφη οικοδομή, η οποία αποτελείται από ισόγειο, πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο.
Κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (28-1-2000) την περιουσία της αναιρεσείουσας, δηλαδή την τελική περιουσία, αποτελούσε η ψιλή κυριότητα αυτής επί του προαναφερομένου ενιαίου οικοπέδου και της πολυώροφης αυτής οικοδομής. Στην περιουσιακή επαύξηση που επήλθε με την κτήση της ψιλής κυριότητας επί του οικοπέδου (μόνον, όπως δέχθηκε το Εφετείο), έχει συμβάλει κατά ποσοστό 40/% ο ενάγων στην ίδια αγωγή (αναιρεσίβλητος).
Η συμβολή αυτή έγινε με τους ακόλουθους τρόπους: α)με την καταβολή μέρους των αποδοχών του ως καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, οι οποίες είχαν ανέλθει διαδοχικά από το έτος 1990 έως και το έτος 1999 στα μερικότερα ποσά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνολικά σε 19.164.872 δραχμές και μαζί με το μισό του επιδόματος γάμου και του επιδόματος τέκνων, το οποίο ελάμβανε η εναγομένη, σε 20.340.872 δραχμές [19.146.872 + (2.388.000:2)] και β) με την καταβολή μέρους των εισοδημάτων του από διάφορες αγροτικές δραστηριότητες, όπως την καλλιέργεια διαφόρων αγροτικών ειδών (ελαιοδένδρων, οπωροκηπευτικών κ.λ.π.), τα οποία ανέρχονταν στο ποσό του 1.000.000 δραχμών κατά μέσο όρο και καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου σε 10.000.000 δραχμές (1.000.000 δραχμές Χ 10 έτη).
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την εναγομένη-αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των (25.600.000 Χ 40%) 10.240.000 δραχμών (30.051 Ευρώ), ως συμμετοχή του στην επαύξηση της περιουσίας της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, αλλά αντίθετα, εξέθεσε σ' αυτή με πληρότητα και επάρκεια το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με το ποσοστό συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, με την παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος συμμετείχε κατά ποσοστό 40% στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, είναι προφανές ότι το μέρος των εισοδημάτων του από την εργασία του και από τις διάφορες αγροτικές δραστηριότητες με το οποίο συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, αντιστοιχεί στο ως άνω ποσοστό, εξευρισκόμενο με απλό μαθηματικό υπολογισμό.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του ποσού της συμβολής και κατά συνέπεια του ποσοστού συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε αναφορικά με την από 24-1-2002 αντίθετη αγωγή της αναιρεσείουσας περί συμμετοχής της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα, συνοπτικώς πραγματικά περιστατικά: Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ο εναγόμενος ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 514,331/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου.
Σε τμήμα του οικοπέδου αυτού κατασκευάσθηκε διώροφη μονοκατοικία (μεζονέτα), η οποία κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων ήταν ημιτελής, η αξία της δε κατά το χρόνο αυτό, ανερχόταν στο ποσό των 17.500.000 δραχμών. Οι οικοδομικές εργασίες αποπερατώθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου, η αξία δε της οικοδομής αυτής μετά την αποπεράτωση της κατασκευής της με την εκτέλεση των εργασιών, ανήλθε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 50.000.000 δραχμών και κατά συνέπεια η αξία της αυξήθηκε κατά το ποσό των (50.000.000-17.500.000) 32.500.000 δραχμών.
Ακόμη, κατά τη διάρκεια του γάμου απέκτησε ένα αυτοκίνητο αξίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, 2.000.000 δραχμών και έτσι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά το ποσό των (32.500.000 +2.000.000) 34.500.000 δραχμών. Στην περιουσιακή αυτή επαύξηση έχει συμβάλει κατά ποσοστό 40% η ενάγουσα.
Η συμβολή αυτή έγινε, (πλην άλλων), με την καταβολή α)μέρους των αποδοχών της ως υπαλλήλου (πολιτικού μηχανικού) του ΕΟΤ, οι οποίες κατά το από το έτος 1990 έως το έτος 1999 χρονικό διάστημα είχαν ανέλθει στα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση μερικότερα ποσά και β)μέρους των προσθέτων αποδοχών της, οι οποίες κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1993 έως 1997 είχαν ανέλθει στα προσδιοριζόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση μερικότερα ποσά και συνολικά (οι υπό στοιχεία α και β αποδοχές) στο ποσό των 35.104.900 δραχμών, μετά δε την αφαίρεση αφενός μεν των εξόδων για τις εκτός έδρας μετακινήσεις της από την ....
στην ..... Ιωαννίνων, όπου επέβλεπε την εκτέλεση έργων για μια τριετία, τα οποία (έξοδα) υπολογίζονται σε 3.400.000 δραχμές (1.800.000 δραχμές Χ 3 έτη), αφετέρου δε του μισού επιδόματος γάμου και του επιδόματος τέκνων, δηλαδή του ποσού του 1.194.000 δραχμών, στο ποσό των 28.510.900 δραχμών [35.104.900 - (5.400.000+1.194.000]. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας και υποχρέωσε τον εναγόμενο στην αγωγή αυτή (αναιρεσίβλητο) να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των (34.500.000 Χ 40%) 13.800.000 δραχμών (40.498,90 Ευρώ) ως συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, χωρίς καμιά μεταξύ τους αντίφαση, αναφορικά με το ποσοστό συμμετοχής της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, εφόσον κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το εκ δραχμών 2.388.000 συνολικό επίδομα γάμου και τέκνων (το οποίο ανήκει κατά το ήμισυ σε κάθε σύζυγο) ελάμβανε εξ ολοκλήρου η αναιρεσείουσα, ορθά το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό των αποδοχών της αναιρεσείουσας εκ της εργασίας της, προέβη στην αφαίρεση του μισού του επιδόματος γάμου και τέκνων, το οποίο αντίστοιχα πρόσθεσε με συνυπολογισμό στις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου εκ της εργασίας του στην αντίθετη από 27-12-2001 αγωγή αυτού, δεδομένου ότι το επίδομα αυτό είχε συμπεριληφθεί εξ ολοκλήρου στις αποδοχές εκείνης (αναιρεσείουσας).
Επομένως, ο ίδιος ανωτέρω τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες κατά τον υπολογισμό της συμβολής κάθε συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου, με το να αφαιρέσει από τις αποδοχές της αναιρεσείουσας και να προσθέσει αντίστοιχα στις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου το επίδομα γάμου και τέκνων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ο αναφερόμενος σ' αυτό λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Και αυτό γιατί στην τελευταία περίπτωση, δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εκκαθαριστικού σημειώματος της ΔΟΥ Κάτω Αχαΐας, έτους 1996 ως προς το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου του έτους 1996 από 2.247.165 δραχμές σε 2.447.165 δραχμές και επιπλέον από τον αθροιστικό υπολογισμό των εκ της εργασίας του αναιρεσιβλήτου αποδοχών προκύπτει ότι αυτές ανέρχονται σε 17.711.154 δραχμές και όχι 19.164.872 δραχμές όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, για να καταλήξει στην κρίση του αναφορικά με το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου ως καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, με μέρος των οποίων συνέβαλε, πλην άλλων, στην περιουσιακή επαύξηση της αναιρεσείουσας, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και σε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ανωτέρω έγγραφο, στο οποίο, προφανώς εκ παραδρομής, θεώρησε ότι αναγράφεται το ποσό των 2.447.165 δραχμών αντί του ορθού 2.247.165 δραχμών, χωρίς όμως να στηρίξει σ' αυτό αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η ανωτέρω αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η περί εσφαλμένου αθροιστικού υπολογισμού των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου αιτίαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο εσφαλμένος πράγματι υπολογισμός των αποδοχών αυτών, δεν θεμελιώνει τον από τον άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγο, ούτε κανέναν άλλο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 805/2006).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.4.2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1033/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ