Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding substantive law violations and evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the State against the Third Instance Court of Dodecanese regarding a succession dispute. The appellants argued for direct and indirect violations of substantive law but failed to specify the exact legal errors or contradictions in the lower court's reasoning. Consequently, the Court ruled that the appeal was inadmissible due to vagueness, as it did not allow for a review of the alleged legal violations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 nos 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specifically identify the substantive legal error or contradiction in the lower court's reasoning; otherwise, it is inadmissible for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 322 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 322/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, (Καραγεώργη Σερβίας 10), ... 2) Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως 8 εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, (άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1 και 43 ν. 4389/ 2016), ΑΦΜ ... και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Ρόδου (άρθρο 85 εδ. α' ΚΕΔΕ), τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την Μαρία Βέργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ.-Μ. Π. του Μ., 2) Π. Π. του Μ., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Κωστόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2021 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 21-10-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-10-2021 (αρ. κατ. 49/2021) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 162/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 30-7-2018 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αγωγή κατά των ήδη αναιρεσειόντων, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησαν την ακύρωση λόγω πλάνης της εκ μέρους τους πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας του αναφερόμενου αποβιώσαντος παππού τους. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 85/2019 οριστική απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, λόγω παραγραφής της κατ'εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1857 του ΑΚ. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ήδη αναιρεσίβλητες, άσκησαν την από 26-9-2019 έφεση, η οποία έγινε δεκτή, καθώς επίσης έγινε δεκτή κατ'ουσίαν και η αγωγή, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, με την προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιές από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακόλουθα, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί από το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1847, 1850 και 1856 παρ.2 του ΑΚ. Πλην όμως, μολονότι παρατίθενται οι πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, καθόσον μεν αφορά την περίπτωση του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, καθόσον δε αφορά την περίπτωση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, αφού δεν διαλαμβάνονται τα αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ελλείποντα στοιχεία ή οι τυχόν υπάρχουσες αντιφάσεις, αλλά απλώς οι αναιρεσείοντες βάλλουν (απαραδέκτως) κατά της εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με το χρόνο άρσης της πλάνης των αναιρεσιβλήτων και της εντεύθεν έναρξης της παραγραφής της αγωγής.
Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους, που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 162/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ