Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to failure to examine statute of limitations defense regarding employer succession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision and remanded the case for further examination by a different judge. The appellants argued that the lower court failed to review a defense of limitation periods based on the prior employer's explicit recognition of their claims before the transfer of employment relations occurred. The court agreed that this substantive issue required re-evaluation to determine if the limitation period was validly interrupted or extinguished.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(2) of the Code of Civil Procedure; The second instance court must examine all substantive defenses raised by the defendant, including those regarding the interruption of limitation periods based on prior recognition of claims by the predecessor employer, and cannot dismiss such defenses without addressing their core legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 322 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 322/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α)Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Β. του Κ., κατοίκου … , 2.Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Σ. Μ. του Π., κατοίκου …, 4.Μ. Φ. του Ε., κατοίκου ... και 5.Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και Μαργετίνα Στεφανάτου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι. - Δ. Κ. Κ. Π. Σ. Υ." και το διακριτικό τίτλο "Η. Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Γεώργιο Θεοδόση, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Β)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι. - Δ. Κ. Κ. Π. Σ. Υ.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Γεώργιο Θεοδόση, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Β. του Κ., κατοίκου …, 2.Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Σ. Μ. του Π., κατοίκου …, 4.Ν. Κ. του Γ., κατοίκου Αμαρουσίου, 5.Μ. Φ. του Ε., κατοίκου ..., 6.Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 7.Μ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 8.Θ. Ρ. Α., κατοίκου …, και 9.Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2015 αγωγή των ήδη Α αναιρεσειόντων και Β αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2024/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4603/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α αναιρεσειόντες με την από 12/11/2019 αίτησή τους και η Β αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18/11/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της δικιάς τους αίτησης και την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 18.11.2019 και με αριθ. κατ. 11.098/1082/21.11.2019 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "Η. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι. - Δ. Κ. Κ. Π. Σ. Υ." και με διακριτικό τίτλο "Η. ΑΕ" κατά των Ε. Β. κλπ (9 συνολικά εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) και β) της από 12.11.2019 και με αριθ. κατ. 11.077/1079/20.11.2019 αντίθετης αίτησης αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Ε. Β. κλπ (5 συνολικά αναιρεσειόντων, εκ των ως άνω 9 αρχικά εναγόντων) κατά της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "Η. ΑΕ", με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ` αριθμό 4603/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
2.-Με τις α) από 18.11.2019 και με αριθ. κατάθ. 11.098/1082/21.11.2019 και β) από 12.11.2019 και με αριθ. κατάθ. 11.077/1079/20.11.2019 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4603/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης εφέσεως και πρόσθετων λόγων εφέσεως, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2024/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ` ουσία βάσιμη, ερήμην του πρώτου εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν" (μη διαδίκου στην κατ' έφεση και την αναιρετική δίκη) και αντιμωλία της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Η.
Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι. - Δ. Κ. Κ. Π. Σ. Υ." και με διακριτικό τίτλο "Η. Α.Ε." και υποχρέωσε τις εναγόμενες, εις ολόκληρο την κάθε μία, να καταβάλουν στους ενάγοντες, εννέα τον αριθμό, όλα τα ποσά των καταψηφιστικών αιτημάτων τους και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να τους καταβάλουν εις ολόκληρο, τα υπόλοιπα ποσά (καθώς και τα εκεί αναγραφόμενα επί πλέον ποσά, τα οποία επιδίκασε σε βάρος της δεύτερης εναγομένης μόνο), με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Η έφεση της δεύτερης εναγομένης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, συζητήθηκαν στις 2.4.2019, αντιμωλία των διαδίκων και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και ακολούθως, ι) απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους στην ουσία ως προς τον 4ο εφεσίβλητο (Ν.
Κ.), τον 7ο εφεσίβλητο (Μ. Π.), τον 8ο εφεσίβλητο (Θ. Ρ.) και τον 9ο εφεσίβλητο (Κ. Σ.), ιι) δέχθηκε την έφεση στην ουσία ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους και την εκκαλούσα εταιρία, ιιι) εξαφάνισε την εκκαλουμένη, ως προς τους διαδίκους αυτούς, iv) κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχτηκε εν μέρει και v) υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα να καταβάλει στους προαναφερόμενους ενάγοντες, εις ολόκληρο με το πρώτο εναγόμενο, τα εκεί αναφερόμενα για τον καθένα ποσά και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να τους καταβάλει, εις ολόκληρο με το πρώτο εναγόμενο, τα εκεί αναφερόμενα ποσά, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Α. Επί των επί μέρους λόγων της από 18.11.2019 (αριθ. κατάθ. 11098/1082/21.11.2019) αίτησης αναίρεσης της "Η. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι. - Δ. Κ. Κ. Π. Σ. Υ." και με διακριτικό τίτλο "Η. ΑΕ". 3.-Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος".
Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18.7.1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12.7.2002) λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου".
Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.
Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α' και γ').
Σύμφωνα δε με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β'). Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.
Ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α' και β'). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης.
Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν' αμφισβητηθεί.
Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017).
Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1188/2019, ΑΠ 1369/2018).
Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006).
Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών, χωρίς να αποκλείεται, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης και η λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων που μπορεί να συνιστούν επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 444/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με τη μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ" (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955).
Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.
Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018).
Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο να αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων (ΑΠ 444/2019).
Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ.
β'). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ ορίζεται ότι "Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή)" και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα Οδηγία".
Οι ως άνω διατάξεις των παρ.1 και 4 του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ έχουν συμπεριληφθεί αυτούσιες στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ, αντίστοιχα, η οποία, όπως προεκτέθηκε, κωδικοποίησε την Οδηγία 77/187/ΕΟΚ. Ακολούθως, με το άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, ορίζεται ότι: "1. Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998, η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής".
Με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989 και ορίζεται ότι "Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος, β) επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (ΦEK 107 A`), 46 του ν. 1892/1990 (ΦEK 101 A`), και 14 του ν. 2000/1991 (ΦEK 206 A`), όπως ισχύουν, γ) ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, λόγω παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970 (ΦEK 10 A`) όπως ισχύει, δ) κάθε εργοδότης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που η επιχείρησή του τέθηκε, ύστερα από προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς του".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού (ΑΠ 837/2018).
Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, είναι στενά ερμηνευτέες και ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων εξαίρεσης λόγω διαδικασιών πτώχευσης ή άλλης αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, είναι περιοριστική και όχι ενδεικτική.
Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποιείται η λέξη "ιδίως" ή άλλη παρεμφερής λέξη ή φράση που να υποδηλώνει ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας. Εξάλλου, ο νομοθετικός λόγος που υπαγορεύει τις ως άνω εξαιρέσεις είναι η διευκόλυνση της εκκαθάρισης επιχειρήσεων με τις προβλεπόμενες από το νόμο συλλογικές διαδικασίες με ρευστοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων προς διαφύλαξη των συμφερόντων των δανειστών, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν συνεχίζεται η λειτουργία της επιχείρησης, όπως ορίζεται ρητά άλλωστε στην περίπτωση της πτώχευσης με συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης.
Προς το σκοπό, δε, να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 98/50/ΕΚ και 2001/23/ΕΚ, με τις προεκτεθείσες διατάξεις αυτών (Οδηγιών) δόθηκε κατεύθυνση στα κράτη-μέλη για τη λήψη σχετικών προς τούτο μέτρων.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζεται ότι "κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων".
Γενικά στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσης δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις άνω διατάξεις.
Συνεπώς και το άυλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα.
Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άυλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2009).
Συνακόλουθα η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που κινείται ατομικά από το δανειστή του καθού η εκτέλεση και οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης ως συνόλου από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας (ΟλΑΠ 7/2009), δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης καταλαμβάνει όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές και ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη που πτώχευσε, και που σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη (ΟλΑΠ 4/2018), ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, εκ των διαλαμβανομένων στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, περιπτώσεων αφερεγγυότητας, ούτε γίνεται με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της και υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, ούτε, τέλος, αποτελεί οποιαδήποτε άλλη ανάλογη της πτώχευσης διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως αυτή προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας που συνεπάγεται την πτωχευτική απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου προς εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
Μόνο δε το γεγονός ότι καθ' όν χρόνο έλαβε χώρα η διαδικασία της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού επιχείρησης ως συνόλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1022 επ. του ΚΠολΔ, η ως άνω επιχείρηση είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμών που καθιστούσε αδύνατη τη λειτουργία της, δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, εφόσον δεν κινήθηκαν συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σκοπούσες στην εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων υπό την εποπτεία αρμόδιας αρχής και αυτή εξακολούθησε τη λειτουργία της.
Ως εκ τούτου η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, που κατασχέθηκε και στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, από τον υπερθεματιστή, στον οποίο κατακυρώθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό, συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ/τος 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ (καθώς και της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ) με συνέπεια οι εργαζόμενοι της επιχείρησης να εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο των άρθρων 4 και 5 του ως άνω Π.Δ/τος και των αντιστοίχων άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, καθότι στην ως άνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν τυγχάνει εφαρμογής, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 και μάλιστα ούτε ευθέως, ούτε αναλόγως, καθότι προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή διάταξης προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις (ΟλΑΠ 7/2017), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Εξάλλου, με το άρθρο 49 του Ν. 2082/1992 ορίζεται ότι "1 Κυρώνεται και αποκτά ισχύ νόμου η σύσταση από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (Ε.Ε.Σ.) Κοινωφελούς Ιδρύματος μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" που συνεστήθη με την … /23.7.1992 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας συζ.
Ηλία Μασούρου γένος Παύλου Τσανάκα, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την … /21.8.1992 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Π. Μορφωπου- Χρόνη. 2. Το Ίδρυμα αυτό αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και διέπεται αποκλειστικά από τις παραπάνω κωδικοποιηθείσες διατάξεις, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια και κυρώνονται με τον παρόντα νόμο και έχουν ως εξής...".
Με το άρθρο 29 του Ν. 4058/2012 προστέθηκε παρ.2 στο άρθρο 2 του καταστατικού του ως άνω κοινωφελούς ιδρύματος που έχει ως εξής: "2. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, το Κοινωφελές Ίδρυμα ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ μπορεί να: α) Πωλεί, μισθώνει, προβαίνει σε χρηματοδοτική μίσθωση και εκμεταλλεύεται, εν γένει, τα περιουσιακά του στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του Νοσηλευτικού Ιδρύματος ως ομάδας περιουσίας.
Στην περίπτωση πώλησης ή εκμίσθωσης του Νοσηλευτικού Ιδρύματος θα εφαρμόζεται η παράγραφος 7 του άρθρου 6, η οποία απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία 2/3 των παρόντων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. β) Ιδρύει εταιρείες, με σκοπό που συνάδει με τους σκοπούς του".
Συνεπώς το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, δεν υπάγεται σε κρατικό έλεγχο και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και η λειτουργία του διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και τις διατάξεις του καταστατικού του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).
4.-Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) σύναψαν με το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" (στο εξής ΚΙΕΝ) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστούν σ' αυτό 1.
η Ε. Β. ως ιατρός - αιματολόγος/ Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Αιματολογικού Εργαστηρίου του Νοσοκομείου, 2. η Α. Κ. ως ιατρός- παθολόγος, 3. ο Σ. Μ. ως ιατρός-νεφρολόγος Επιστημονικός Διευθυντής της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού του Νοσοκομείου, 4. ο Ν. Κ. ως χειρουργός, 5. η Μ. Φ. ως γυναικολόγος, 6. ο Ν. Δ. ως αγγειοχειρουργός/ Επιστημονικός Διευθυντής, 7.
ο Μ. Π. ως χειρουργός/ Αναπληρωτής Διευθυντής του Χειρουργικού Τμήματος, 8. ο Θ. Ρ. ως γαστρεντερολόγος/ Επιστημονικός Διευθυντής και 9. ο Κ. Σ. ως ορθοπεδικός. Με την ειδικότητα αυτή εργάστηκαν οι ενάγοντες καθ' όλο τον κρίσιμο χρόνο για τις αγωγικές τους αξιώσεις (2009-31.8.2012), σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου 1.
από 17.10.2007 και 1.6.2010 που σύναψε η Ε. Β. με το ΚΙΕΝ, 2. από 28.2.2007 και 2.2.2009 που σύναψε η Α. Κ. με το ΚΙΕΝ, 3. από 15.9.2001 που σύναψε ο Σ. Μ. με το ΚΙΕΝ, 4. από 1.6.2009 που σύναψε ο Ν. Κ. με το ΚΙΕΝ, 5. από 26.2.2007 που σύναψε η Μ. Φ. με το ΚΙΕΝ, 6. από 1.11.2009 που σύναψε ο Ν. Δ. με το ΚΙΕΝ, 7. από 1.11.2009 που σύναψε ο Μ. Π. με το ΚΙΕΝ, 8. από 1.11.2009 που σύναψε ο Θ.
Ρ. με το ΚΙΕΝ και 9. από 1.4.2005 που σύναψε ο Κ. Σ. με το ΚΙΕΝ (. . .) Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η Τράπεζα Πειραιώς που διατηρούσε σε βάρος του ΚΙΕΝ ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, ύψους περίπου 96.000.000 €, οι οποίες περιήλθαν σ' αυτή δυνάμει ειδικής διαδοχής μετά την απόκτηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της κυπριακής τράπεζας (αρχικής δανείστριας) με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK CO LTD" (πρώην "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD") και για τις απαιτήσεις αυτές είχε επιτύχει την έκδοση διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε με την από 28.5.2014 και με αριθμό κατάθεσης 10872/1127/6.6.2014 αίτησή της στο Ειρηνοδικείο Αθηνών να της δοθεί άδεια κατάσχεσης του Νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" ως οικονομικής ομάδας και συνόλου περιουσίας που περιλαμβάνει το άυλο δικαίωμα επί του διακριτικού τίτλου, την άδεια λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής, τις πάσης φύσεως απαιτήσεις του έναντι τρίτων, τις διαρκείς συμβάσεις συνεργασίας και κάθε άλλο δικαίωμα (ενοχικό και εμπράγματο) επί περιουσιακών στοιχείων το οποίο είναι αναγκαίο για τη συνέχιση της παραγωγικής λειτουργίας και της οικονομικής δραστηριότητας του Νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ".
Με την 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η αίτηση και την 24.9.2014 έλαβε χώρα αναγκαστικός πλειστηριασμός της νοσηλευτικής μονάδας "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" ως επιχείρησης-οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας και κατακυρώθηκε στην εκκαλούσα-δεύτερη εναγομένη, μοναδική πλειοδότη, έναντι πλειστηριάσματος 115.135.251 €.
Η εκκαλούσα-εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) που όπως και η ίδια αναφέρει στην έφεσή της (σελ. 15) ήταν θυγατρική της Τράπεζας Πειραιώς συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης και συνέχισε να απασχολεί τους ενάγοντες-εφεσίβλητους στην ίδια θέση εργασίας με τα ίδια καθήκοντα και με τους ίδιους όρους μέχρι τουλάχιστον την 18.12.2005 την 1η, την 29.5.2015 τη 2η, την 1.7.2017 τον 3ο, την 29.12.2015 τον 4ο, την 29.12.2015 την 5η, την 23.1.2018 τον 6ο, την 29.12.2015 τον 7ο, την 9.10.2015 τον 8ο και την 13.5.2016 τον 9ο, χρόνους κατά τους οποίους σύναψε νέες συμβάσεις μαζί τους εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Η με τον παραπάνω τρόπο μετάβαση του Νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" στην εκκαλούσα-εναγομένη, η οποία προέκυψε από μετατροπή της Ανώνυμης Εταιρείας "N. E. Κ. Τ. Κ. Α. Α. Ε.", με σκοπό και την οργάνωση, εκμετάλλευση και διοίκηση νοσηλευτικών μονάδων και την παροχή νοσηλευτικών και διαγνωστικών υπηρεσιών, η οποία αποφασίστηκε την 19.9.2014 και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ την 22.9.2014, ήτοι δύο ημέρες προ του πλειστηριασμού, έγινε προκειμένου να διασωθεί η επιχείρηση του Νοσοκομείου ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", να συνεχιστεί απρόσκοπτα και αδιάκοπα η λειτουργία του υπό τη νέα διοίκηση και με τις ίδιες θέσεις εργασίας και το προσωπικό του.
Ο σκοπός διατήρησης της επιχείρησης του Νοσοκομείου και η συνέχιση λειτουργίας του μετά τον πλειστηριασμό αποτυπώνονται τόσο στην αίτηση κατάσχεσης, όσο και στην απόφαση του Ειρηνοδικείου που την επέτρεψε, ενώ συνάγεται και από το ότι δημιουργήθηκε η δεύτερη εναγομένη προκειμένου να υπερθεματίσει και να περιέλθει σ' αυτή η επιχείρηση για να συνεχίσει να την ασκεί, όπως και έκανε.
Επομένως, εν προκειμένω, οι απαιτήσεις των εναγόντων έναντι του ΚΙΕΝ (τόσο οι σταθερές, το ύψος των οποίων, όπως έγινε δεκτό πρωτοδίκως, δεν αμφισβητείται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ούτε η μη καταβολή τους στους ενάγοντες, ούτε ο χαρακτήρας τους ως μισθού, όσο και η "ειδική αμοιβή" κατά την αγωγή) μεταβιβάστηκαν στη διάδοχο-εκκαλούσα-εναγομένη, νέα εργοδότη, διότι πρόκειται για μεταβίβαση επιχείρησης, που εμπίπτει στον προστατευτικό σκοπό του π.δ. 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και όχι στις εξαιρέσεις προστασίας, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί και στο σκεπτικό.
Άλλωστε, η πραγματική κατάσταση που διαπιστώνεται ήτοι η συνεχής και αδιάκοπη λειτουργία της επιχείρησης και η συνεχής απασχόληση των εναγόντων στην ίδια θέση εργασίας και μετά τον πλειστηριασμό και ανεξάρτητα με αυτόν που ενδιαμέσως έλαβε χώρα δεν δικαιολογεί την εξαίρεση των εναγόντων από την προστασία του π.δ. 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου. . .".
Με βάση τ' ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι η κατά τα ανωτέρω επελθούσα μεταβίβαση της επιχείρησης του νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", από το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν" στην εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία με το διακριτικό τίτλο "Η.
ΑΕ" δεν υπάγονταν στις προβλεπόμενες από το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 178/2002 εξαιρέσεις και συνεπώς η διάδοχος εργοδότρια εταιρία ενεχόταν εις ολόκληρο με την αρχική για τις εργατικές απαιτήσεις του απασχολουμένου στο νοσοκομείο προσωπικού, που είχαν γεννηθεί μέχρι την πιο πάνω μεταβίβαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμους τους περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης και πρόσθετους σχετικούς λόγους. 5.-Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, βάσει της οποίας κατασχέθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς και εκπλειστηριάσθηκε το Νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" του κοινωφελούς ιδρύματος "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" που κατακυρώθηκε σ' αυτή, ως μοναδική πλειοδότρια, δεν αποτελούσε διαδικασία που να εμπίπτει στην ειδική εξαίρεση του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 6 του ως άνω Π.Δ/τος και του άρθρου 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως των ως άνω διατάξεων ισχυριζόμενη ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 837/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και με την υπ'αριθμ. 3013/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δέχθηκαν ότι η θέση υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος και του πτωχευτικού δικαστηρίου συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.1 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ και ότι η κατάσχεση επιχείρησης ως συνόλου, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, προσομοιάζει με τις διατάξεις του άρθρου 141 του Πτωχευτικού Κώδικα που προβλέπει τη μεταβίβαση με πλειστηριασμό του ενεργητικού της επιχείρησης, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, η διαδικασία της αναγκαστικής κατάσχεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης από τον υπερθεματιστή με τη διατήρησή της συγχρόνως ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας, εκ των διαλαμβανομένων στην παρ.5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 και επομένως δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002 με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού.
Ούτε η ως άνω διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης επιχείρησης μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία που συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη και το διορισμό συνδίκου και που οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
Ο ισχυρισμός, δε, της αναιρεσείουσας ότι η απαρίθμηση των διαδικασιών αφερεγγυότητας στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, δεδομένου ότι στη διάταξη αυτή περιλαμβάνονται διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν καταργηθεί όπως το άρθρο 9 του Ν. 1386/1983 ή το άρθρο 46 του Ν. 1892/1990 και δεν προβλέπονται διαδικασίες από νεώτερα νομοθετήματα που εμπίπτουν αναμφίβολα σ' αυτή την κατηγορία όπως η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 του νέου πτωχευτικού κώδικα και η μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης κατά το άρθρο 106Θ του πτωχευτικού Κώδικα, προβάλλεται αλυσιτελώς σε σχέση με τη κρινόμενη υπόθεση, καθότι οι διατάξεις του ΚΠολΔ που καθορίζουν τη διαδικασία κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων στα οποία περιλαμβάνεται και η επιχείρηση ως σύνολο (άρθρα 1022 επ.
ΚΠολΔ) δεν είναι μεταγενέστερες της διάταξης του άρθρου 44 παρ.5 του Ν. 2648/1998 αλλά προϋπήρχαν αυτής, χωρίς να συμπεριληφθούν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας του εργοδότη που απαριθμούνται περιοριστικά στην ως άνω διάταξη. Επιπρόσθετα και ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι ως άνω διατάξεις αφερεγγυότητας εφαρμόζονται ανάλογα στις περιπτώσεις ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τον προαναφερθέντα Κανονισμό (ΕΚ) 1346/2000 εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του οι διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 1 παρ. 2) και για το λόγο δε αυτό εκδόθηκε η Οδηγία 2001/24/ΕΚ (ΕΕ L 125) για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το Ν. 3458/2006 (ΦΕΚ 94/Α/8.5.2006).
Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας αυτής, ως διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζονται οι συλλογικές διαδικασίες τις οποίες κινούν και ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους μέλους με σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των αρχών αυτών, ακόμη και όταν η διαδικασία αυτή περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, ενώ με το άρθρο 12 παρ. 1 συνδέεται ευθέως η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης με την ανάκληση της άδειας πιστωτικού ιδρύματος.
Συνεπώς, ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ. 1 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ καθότι η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων τελεί υπό τον έλεγχο δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής, όπως προαπαιτεί το άρθρο 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ (ΑΠ 837/2018, ΟλΣτΕ 3013/2014).
Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 10 του άρθρου 63Δ, όπως η παρ. 10 αντικαταστάθηκε με την παρ.11 του άρθρου 10 του Ν. 4051/2012 και της παρ.1 περ. στ του άρθρου 68 του Ν. 3601/2007 με τίτλο "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα...", όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν την κατάργηση του ως άνω νόμου με το άρθρο 166 παρ.1 του Ν. 4261/2014, προκύπτει ότι με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να υποχρεωθεί πιστωτικό ίδρυμα ή ο ειδικός εκκαθαριστής αυτού σε περίπτωση που αυτό είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση και μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης να μεταβιβάσουν περιουσιακά στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα και ότι στις ως άνω περιπτώσεις δεν εφαρμόζονταν οι προστατευτικές για τους εργαζόμενους διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Π.Δ/τος 178/2002.
Επομένως, η διαδικασία εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων είναι συλλογική διαδικασία εκκαθάρισης που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή (Τράπεζα Ελλάδος) και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 348/2020, ΑΠ 33/2020), ενώ αντίθετα η διαδικασία κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ και ειδικότερα επιχείρησης που οδηγεί στην απόκτηση αυτής από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί συλλογική διαδικασία εκκαθάρισης, ούτε τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής.
Επιπρόσθετα στις προαναφερθείσες διαδικασίες μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων πιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, προβλέπεται ρητά με την παρ. 10 του άρθρου 63Δ του Ν. 3601/2007 εξαίρεση από την εφαρμογή των προστατευτικών για τους εργαζόμενους διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του Π.Δ/τος 178/2002 (αντίστοιχη εξαίρεση προβλέπεται και με την παρ. 2 του άρθρου 145Β του μεταγενέστερου Ν. 4261/2014, ισχύοντος καθ' ον χρόνο έλαβε χώρα η ως άνω μεταβίβαση, με την οποία ορίζεται ότι στις περιπτώσεις μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος το άρθρο 479 του ΑΚ δεν εφαρμόζεται και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται), εξαίρεση που δεν προβλέπεται, όπως προεκτέθηκε, στη διαδικασία κατάσχεσης επιχείρησης ως συνόλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ.
του ΚΠολΔ. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η κατάσχεση επιχείρησης ως συνόλου, που δίνεται με άδεια του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, προσομοιάζει με τις διατάξεις του άρθρου 141 του Πτωχευτικού Κώδικα που προβλέπει τη μεταβίβαση με πλειστηριασμό του ενεργητικού της επιχείρησης είναι αβάσιμος, καθότι, όπως προεκτέθηκε, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, με άδεια του Δικαστηρίου που οδηγεί στην απόκτηση αυτής από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας (ΟλΑΠ 7/2009), δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη (ΟλΑΠ 4/2018) και δεν τελεί, όπως η πτώχευση, ή οι άλλες διαδικασίες αφερεγγυότητας υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής (άρθρο 6 παρ.1του Π.Δ/τος 178/2002).
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η κατάσχεση κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, του Νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" του κοινωφελούς ιδρύματος "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" και η κατακύρωσή του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατόπιν δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 του Π/Δτος 178/2002 που ορίζουν τις εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζόμενους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998 που ορίζουν τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας εργοδότη, ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, τα δε αποδεικτικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6 του Π/Δτος 178/2002 και του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998, αλλά αντίθετα πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 178/2002 και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του Π.Δ/τος 178/2002 ισχυριζόμενη ότι με αντιφατικές, άλλως με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ και δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού του νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" ως οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας, δεν αποτελεί διαδικασία ανάλογη της αφερεγγυότητας και νομοθετημένη διαδικασία εκκαθάρισης υπό την εποπτεία αρχής και κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης και ότι η ως άνω διαδικασία επιλέχθηκε για να παρακαμφθεί μια τέτοια διαδικασία εκκαθάρισης που θα είχε ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας του νοσοκομείου, χωρίς να προσδιορίζει τη διαδικασία αυτή.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι με τη διαδικασία κατάσχεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ του Νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" του ως άνω κοινωφελούς ιδρύματος και κατακύρωσής του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατόπιν δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού, επήλθε μεταβίβαση της ως άνω επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 178/2002, στην αναιρεσείουσα, ότι ως εκ τούτου αυτή υπεισήλθε ως διάδοχος εργοδότης στην εργασιακή σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους με το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα, διέλαβε τις παραδοχές ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία συνέχισε τη λειτουργία του νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" χωρίς διακοπή, στο ίδιο κτίριο, με τον ίδιο εξοπλισμό, τίτλο, άδεια λειτουργίας, ότι οι εργασιακές σχέσεις του προσωπικού που εργαζόταν στο νοσοκομείο, μεταβιβάσθηκαν σ' αυτή, χωρίς να επέλθει καμία αλλαγή στο εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων, ότι συντελέσθηκε μεταβίβαση της επιχείρησης του ιδρύματος σ' αυτή (εναγόμενη), σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002, ότι στην ως άνω μεταβίβαση δεν δύναται να εφαρμοσθεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 του ως άνω Π.Δ/τος καθότι η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις αυτού, ούτε στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας του άρθρου 44 του ν. 2648/1998, ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη της πτώχευσης διαδικασία αφερεγγυότητας και ότι η με τον παραπάνω τρόπο μεταβίβαση του νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" στην εκκαλούσα εταιρία έγινε προκειμένου να διασωθεί η επιχείρηση του νοσοκομείου και να συνεχισθεί απρόσκοπτα και αδιάκοπα η λειτουργία του υπό τη νέα διοίκηση και με τις ίδιες θέσεις εργασίας και το προσωπικό του.
Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του ΠΔ/τος 178/2002, 16 παρ. παρ. 5 του 6 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 και 1022 του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 6.-Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.
Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ 28/2005).
Ειδικότερα, η σχέση του ιατρού με το ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο ή την ιδιωτική κλινική μπορεί να είναι: α) Σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, κατά την οποία ο εργαζόμενος στο νοσηλευτικό κέντρο ιατρός παρέχει την εργασία του με μισθό - ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει το χαρακτηρισμό της σύμβασης - και υποβάλλεται σε προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του (νοσηλευτικό κέντρο), η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο μισθωτός ιατρός και να δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της παρεχομένης ιατρικής εργασίας (άρθρα 648 και επ.
Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Ν.Δ/τος 765/1943) ή β) Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, κατά την οποία ο παρέχων στο νοσηλευτικό κέντρο τις υπηρεσίες του ιατρός δεν υποχρεούται στην παροχή καθ` ορισμένα χρονικά διαστήματα τακτικής εργασίας, αλλά ύστερα από συμφωνία με το Κέντρο αναλαμβάνει κατά περίπτωση και με ελεύθερη κρίση την ενέργεια συγκεκριμένης ιατρικής πράξης (εγχείρησης, νοσηλείας κλπ), αντί της συμφωνούμενης εκάστοτε αμοιβής, και δεν έχει την υποχρέωση να εκτελεί κάθε ανατεθειμένη σ` αυτόν πράξη και να συμμορφώνεται, ιδίως ως προς το χρόνο και τον τρόπο, στις εντολές του εργοδότη (άρθρα 648 επ.
Α.Κ.) ή γ) Σύμβαση, ελεύθερης συνεργασίας επιτρεπτώς καταρτιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, κατά την οποία ο ιατρός χωρίς να συνδέεται μονίμως με το νοσηλευτικό κέντρο, προσάγει τους προσωπικούς πελάτες του ασθενείς σ` αυτό και χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις του (χειρουργεία, κλίνες, μηχανήματα κλπ) και τις υπηρεσίες του προσωπικού του (ιατρικού, νοσηλευτικού, βοηθητικού κλπ.), ενεργεί τις σχετικές ιατρικές πράξεις (εγχειρήσεις κλπ.).
Και αυτός λαμβάνει από τον πελάτη του (ή τον ασφαλιστικό του φορέα) τη σχετική αμοιβή του, η δε κλινική λαμβάνει επίσης από τον ασθενή ή τον ασφαλιστικό του φορέα την αμοιβή και τα έξοδα για την παραχώρηση της χρήσεως των εγκαταστάσεών της και την παροχή των υπηρεσιών του προσωπικού της (ΑΠ 118/2009, ΑΠ 1006/2004), χωρίς βέβαια να αποκλείεται η είσπραξη από την κλινική όλου του οφειλόμενου από τον ασθενή ποσού για την προς αυτόν παροχή ιατρικών υπηρεσιών και η εν συνεχεία απόδοση από την κλινική στον ιατρό της άνω συμφωνηθείσας αμοιβής του.
Η ανωτέρω διαζευκτική παράθεση των συμβατικών μορφών που μπορεί να λάβει η σχέση του ιατρού με το ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο ή την ιδιωτική κλινική, δεν αποκλείει την περίπτωση ο μισθωτός ιατρός να συνδέεται με τον εργοδότη του και με άλλες, εκτός της σύμβασης εργασίας, συμβάσεις. Έτσι δεν αποκλείεται η ύπαρξη μεταξύ των αυτών προσώπων παράλληλων συμβατικών σχέσεων, από τις οποίες η μία να είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και η άλλη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου ή μεσιτείας ή άλλη σύμβαση (ΣτΕ 1978/2008, ΑΠ 1040/2007, ΑΠ 325/2001, ΑΠ 322/1980).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ. και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 16/2011, ΑΠ 52/2017).
Ο μισθός αποτελεί αναγκαίο όρο για την ύπαρξη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθώς η αντιπαροχή του μισθού από την πλευρά του εργοδότη αποτελεί μαζί με την παροχή της εργασίας από την πλευρά του μισθωτού μία από τις δύο βασικές εννοιολογικές συντεταγμένες της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, επί μεταβίβασης επιχείρησης κατά την έννοια του π.δ. 178/2002 "Περί προστασίας δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών", που ισχύει από 17/7/2001 (άρθρο 12 αυτού) με το οποίο, αφού καταργήθηκε το, αναλόγου σκοπού, Π.Δ. 572/1988, ο προηγούμενος εργοδότης και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 318/2010) και επομένως, με βάση τις διατάξεις του εν λόγω Π.Δ/τος, ο διάδοχος εργοδότης δεν ευθύνεται για χρέη του μεταβιβάζοντος που έχουν προκύψει από άλλες συμβατικές σχέσεις, όπως π.χ.
συμβαίνει με αμοιβές που οφείλονται σε παρόχους υπηρεσιών δυνάμει σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έργου ή άλλη σύμβαση. 7.-Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ". . .Την εργασία τους εκτελούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες και το πρόγραμμα εργασίας του Νοσοκομείου που καθόριζε το ΚΙΕΝ, σε ώρες εργασίας - ωράριο - εφημερίες που επίσης καθοριζόταν από το τελευταίο, υποχρεούμενοι να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε κάθε ασθενή του Νοσοκομείου, συμμορφούμενοι με τις εντολές και οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΙΕΝ, των προϊσταμένων των τμημάτων τους που τοποθετούσε το ΚΙΕΝ, τις αποφάσεις των αρμοδίων επιτροπών και των εν γένει οργάνων του Ιδρύματος και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του Νοσοκομείου και τον κοινωφελή του χαρακτήρα, ώστε η σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε με το ΚΙΕΝ, τόσο με βάση το περιεχόμενο των συμβάσεων τους, όσο και ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματικά προσφέρθηκε η εργασία να έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Προσέτι, στις συμβάσεις εργασίας τους είχε τεθεί για τους ιατρούς απαγόρευση απασχόλησης με σχέση εξαρτημένης εργασίας και απαγόρευση συνεργασίας υπό την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία με άλλα Νοσηλευτικά Ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου, ενώ στις παραπάνω συμβάσεις εργασίας της Α. Κ., του Ν. Κ., Μ. Φ.
και του Κ. Σ., είχε τεθεί και απαγόρευση απασχόλησης με οποιονδήποτε τρόπο και σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες καθ' όλο το χρόνο που αφορά η αγωγή ελάμβαναν από το ΚΙΕΝ μηνιαίες αποδοχές που αποτελούνταν αφενός από τον συμφωνημένο κατά μήνα σταθερό τους μισθό με τα κάθε είδους επιδόματα και προσαυξήσεις που ορίζονται από τις ΣΣΕ (ΟΣΝΙΕ), τις Δ.Α και το νόμο, όπως εκάστοτε ίσχυσαν, αφετέρου ποσό αντίστοιχο με το ύψος της αμοιβής ιατρού ή μέρους αυτής που εισέπραττε το ΚΙΕΝ πέραν των νοσηλίων, εξετάσεων, φαρμακευτικής δαπάνης κλπ από τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες των εξεταζομένων ή νοσηλευομένων στους οποίους έκαναν ιατρικές πράξεις οι ενάγοντες.
Το ύψος του ποσού που τους κατέβαλλε το ΚΙΕΝ από τη δεύτερη αιτία (ειδική αμοιβή κατά την αγωγή) είχε σχέση με το αν η αμοιβή ιατρού αφορούσε λήπτη υπηρεσιών που οι ίδιοι ενάγοντες είχαν φέρει στο Νοσοκομείο, δηλαδή δικό τους ασθενή στην απόφαση του οποίου να ζητήσει τις υπηρεσίες του Νοσοκομείου καθοριστικό ήταν ότι οι ενάγοντες θα του παρείχαν ιατρικές υπηρεσίες και ότι εκείνοι τον κατεύθυναν σε αυτό ή άλλον, εκτός της προηγούμενης περίπτωσης λήπτη υπηρεσιών στον οποίο το Νοσοκομείο όρισε τους ενάγοντες να εκτελέσουν τις απαραίτητες ιατρικές πράξεις ή άλλος γιατρός του Νοσοκομείου τον παρέπεμψε σε εκείνους για να εκτελέσουν ιατρική πράξη κ.ο.κ.
Στην πρώτη περίπτωση το ΚΙΕΝ τους απέδιδε ολόκληρο το ποσό της αμοιβής ιατρού που εισέπραττε, χωρίς να παρακρατεί κανένα ποσό, ενώ στην άλλη περίπτωση το ΚΙΕΝ τους απέδιδε ποσοστό, που αποφάσιζε το ίδιο, παρακρατώντας μέχρι και το 40% της αμοιβής. Άλλωστε οι ενάγοντες, που δεν απαγορευόταν από τη σύμβαση εργασίας τους με το ΚΙΕΝ να διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο, αλλά απαγορευόταν η συνεργασία τους με οποιοδήποτε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα, εφόσον ασθενής τους χρειαζόταν να νοσηλευθεί σε ιδιωτική νοσηλευτική μονάδα ή να λάβει υπηρεσίες που προσέφερε ο εργοδότης τους στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και οι υπηρεσίες της ειδικότητας των εναγόντων, όφειλαν υποχρεωτικώς να τον παραπέμψουν προς τούτο στο Νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", διότι από τη σύμβαση εργασίας τους είχε τεθεί απαγόρευση συνεργασίας με άλλα Νοσηλευτικά Ιδρύματα.
Το Νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" εισέπραττε από κάθε λήπτη των υπηρεσιών του, άρα και από τους προσωπικούς ασθενείς των εναγόντων στους οποίους εντός του Νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, αμοιβή ιατρού, το ύψος της οποίας καθοριζόταν από τις συμβάσεις που είχε συνάψει με τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες.
Στις συμβάσεις ορισμένων εκ των εναγόντων (Ε. Β., Σ. Μ., Ν. Δ., Μ. Π., Θ. Ρ.) προβλέφθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να καθορίσουν ελεύθερα την αμοιβή τους από τους προσωπικούς ασθενείς τους, όρος που δεν αφορούσε την εισπραττόμενη από το Νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" αμοιβή ιατρού, αλλά επιπλέον ποσό που επιτρεπόταν από τη σύμβασή τους να λάβει κατ' ιδίαν από τον προσωπικό ασθενή τους, αν επιθυμούσαν και η οποία ακόμη και αν λαμβάνονταν από τους ενάγοντες, δεν είχε καμία σχέση με το Νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", ούτε σχετίζεται με τις αξιώσεις που ασκούνται με την αγωγή, οι οποίες αφορούν το ποσό που εισέπραττε το νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" ως αμοιβή ιατρού ως αντισυμβαλλόμενος των ασθενών της για να τους προσφέρει όλες τις υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και υπηρεσίες ιατρού.
Το ποσό της αμοιβής ιατρού, το εισέπραττε το Νοσοκομείο στο όνομά του και για λογαριασμό του και όχι στο όνομα ή για λογαριασμό των εναγόντων κατόπιν εντολής ή πληρεξουσιότητας η οποιασδήποτε άλλης σχέσης. Σε τούτο το συμπέρασμα καταλήγει το δικαστήριο και από το ότι για πολλά έτη (2010 και μετά) το Νοσοκομείο δεν απέδιδε ποσά από τις αμοιβές που εισέπραττε στους ενάγοντες, χωρίς εκείνοι να μπορούν να σταματήσουν, μετά τις πρώτες καθυστερήσεις, την είσπραξή τους από το Νοσοκομείο και να τις εισπράττουν οι ίδιοι.
Επομένως, δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης και των ενόρκως βεβαιωσάντων ότι αν ήθελαν οι ενάγοντες μπορούσαν να εισπράξουν οι ίδιοι την αμοιβή τους από τα ασφαλιστικά ταμεία των ασθενών τους ή από τις ασφαλιστικές εταιρείες και να μην ζητήσουν την είσπραξη τους από το Νοσοκομείο. Οι προσωπικοί ασθενείς των εναγόντων που εισάγονται στο Νοσοκομείο λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό τους και στους οποίους ενεργούσαν ιατρικές πράξεις νοσηλευόταν όπως και οι λοιποί στους οποίους οι ενάγοντες ενεργούσαν ιατρικές πράξεις ως ιατροί του Νοσοκομείου, η δε προσφορά των υπηρεσιών τους στους πρώτους γινόταν ως μέρος της όλης φροντίδας που προσέφερε το ΚΙΕΝ με τον εξοπλισμό του και το έμμισθο-μόνιμο προσωπικό του, ιατρικό, στο οποίο συγκαταλέγονταν και οι ενάγοντες, νοσηλευτικό και βοηθητικό.
Άλλο είναι το ζήτημα ότι για τις ιατρικές τους πράξεις στους πρώτους οι ενάγοντες θα ελάμβαναν υψηλότερη "ειδική αμοιβή" από το ΚΙΕΝ, συμφωνία που άλλωστε δικαιολογείτο αφενός από το ότι οι ενάγοντες με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που είχαν συνάψει με το ΚΙΕΝ αμειβόταν με τις νόμιμες αποδοχές και είχαν αποκλειστεί από τη δυνατότητα συνεργασίας με άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα και αφετέρου από το ότι το ΚΙΕΝ, από την προσέλευση ασθενών σ' αυτό αποκλειστικά λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο των εναγόντων ιατρών και στις ιατρικές τους ικανότητες, παρότι απέδιδε το ισόποσο της αμοιβής ιατρού σ' αυτούς, ωφελούνταν κατά τα νοσήλια, την αμοιβή για διαγνωστικές εξετάσεις κλπ.
Τα ποσά που κατέβαλε το ΚΙΕΝ στους ενάγοντες από την παραπάνω αιτία συνιστούν αντιπαροχή-αντάλλαγμα του ΚΙΕΝ για την εξαρτημένη εργασία τους ως ιατρών του ΚΙΕΝ και την προσωπική τους δέσμευση, στο πλαίσιο της ίδιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της και προς όφελος του εργοδότη τους να κατευθύνουν τους προσωπικούς τους πελάτες στο Νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν", αφού τους είχε αποκλειστεί η δυνατότητα να συνεργαστούν με άλλο Νοσηλευτήριο όπου θα μπορούσαν να παράσχουν υπηρεσία στους ασθενείς τους.
Έχει επομένως η παροχή αυτή χαρακτήρα πρόσθετου μισθού και οι ενάγοντες αντίστοιχη μισθολογική αξίωση (648, 653 ΑΚ). Επίσης, τα ίδια ισχύουν και για όσα ποσά οφείλονται στους ενάγοντες ως ποσοστό της αμοιβής ιατρού που εισέπραξε το ΚΙΕΝ, ομοίως για λογαριασμό του, για εκτέλεση ιατρικών πράξεων εκ μέρους των εναγόντων στους υπόλοιπους ασθενείς του Νοσοκομείου στο πλαίσιο επίσης της εξαρτημένης εργασίας τους ως ιατρών στο Νοσοκομείο, είτε κατά σύσταση του ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, είτε άλλων ιατρών εργαζομένων στο ίδιο Νοσοκομείο που έκριναν ότι χρειάζονται για την αντιμετώπιση περιστατικών και τις δικές τους ιατρικές υπηρεσίες τις οποίες ως έμμισθο-μόνιμο προσωπικό του ΚΙΕΝ είχαν την υποχρέωση να προσφέρουν και προσέφεραν, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση ασθενών, υπό την εποπτεία και τις οδηγίες του εργοδότη τους που σε κάθε περίπτωση ασκούσε το διευθυντικό του δικαίωμα.
Τον χαρακτήρα μισθού των παραπάνω αποδοχών δεν αναιρεί το γεγονός ότι για την είσπραξή τους από το ΚΙΕΝ οι ενάγοντες εξέδιδαν απόδειξη παροχής υπηρεσιών προς αυτό, ούτε ότι δεν υπολογιζόταν τα ποσά αυτά, στα επιδόματα εορτών κλπ, χωρίς αντίρρηση των εναγόντων, διότι σημασία έχει αν οφείλονται ως αντιπαροχή για προσφορά εξαρτημένης εργασίας, όπως πράγματι οφείλονται και όχι ανεξάρτητων υπηρεσιών, χαρακτηρισμός που εξαρτάται ιδίως υπό τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, ενώ όσον αφορά το επιχείρημα περί μη συνυπολογισμού των αποδοχών στα επιδόματα δώρων κλπ γίνεται σύγχυση μεταξύ μισθού και τακτικών αποδοχών.
Την καταβολή της ειδικής αμοιβής το ΚΙΕΝ είχε συμφωνήσει με τις ανωτέρω συμβάσεις εργασίας των ιατρών του Ε. Β., Σ. Μ., Μ. Π., Ν. Δ. και Θ. Ρ., αλλά τόσο σ' αυτούς τους ιατρούς, όσο και στους υπόλοιπους ενάγοντες την κατέβαλε τακτικά κατά μήνα ή διμηνία ανελλιπώς ως αντάλλαγμα για την εργασία τους, οι δε ενάγοντες την αποδεχόταν ως τέτοιο αντάλλαγμα και προσδοκούσαν το πολύ στο τέλος κάθε διμήνου την καταβολή της, ώστε να συνιστά για όλους τους ενάγοντες συμβατική παροχή μισθού στηριζόμενη σε ρητή μισθολογική συμφωνία για τους παραπάνω ιατρούς και σε σιωπηρή για τους υπόλοιπους {Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Η' έκδοση, σελ. 726, ΑΠ 1057/2007 ΕΕΔ 67.475).
Το ΚΙΕΝ παρότι από το 2009 δεν εξοφλούσε, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, την ειδική αμοιβή, συνέχισε να αποστέλλει στους ενάγοντες τους καταλόγους (μεριδολόγια / αμοιβολόγια) απ' όπου προέκυπταν τα ονόματα των ασθενών στους οποίους είχαν εκτελέσει ιατρικές πράξεις και για τους οποίους το Νοσοκομείο είχε εισπράξει αμοιβή ιατρού και όφειλε να τους καταβάλει, κατά τη συμφωνία τους (ρητή ή σιωπηρή), ποσό ίσο με αυτή ή μέρος αυτής, προκειμένου να ενημερωθούν και να ελέγξουν την ακρίβεια τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 (έως τέλος Αυγούστου που αφορούν οι αξιώσεις των εναγόντων) το ΚΙΕΝ δεν κατέβαλε στους ενάγοντες την αμοιβή τους από την ανωτέρω αιτία, ούτε προσκομίζονται στη δίκη αποδείξεις τέτοιων καταβολών, παρότι φαίνεται από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα καταστάσεων θεωρημένων μεριδολογίων κίνησης που αφορούν τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής και είχαν παραδοθεί στους ενάγοντες από το ΚΙΕΝ και υπογράφονται από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου του, όπως και από τις εκτυπώσεις των αμοιβών των ιατρών που αφορούν τους ενάγοντες, ότι είχαν να λαμβάνουν.
Το ακριβές ύψος δε των οφειλομένων στους ενάγοντες από την παραπάνω αιτία αποδεικνύεται από την από 25.9.2014 έγγραφη δήλωση που χορήγησε το ΚΙΕΝ στον καθένα, κατόπιν αιτήσεώς του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε αναγγελία των απαιτήσεών τους στον πλειστηριασμό του Νοσοκομείου του ΚΙΕΝ, χωρίς να αναιρείται η περί τούτου αποδεικτική του αξία από το ότι τα ποσά αναφέρονται ως διεκδικούμενα και όχι ως οφειλόμενα, διότι λαμβάνονται ως σημείο αναφοράς οι ενάγοντες που τα διεκδικούν και όχι το ΚΙΕΝ που τα οφείλει.
Με βάση τις ανωτέρω δηλώσεις "τα καθαρά πληρωτέα ποσά σε ευρώ" στους ενάγοντες για την ειδική τους αμοιβή ανέρχονται στα ποσά που διεκδικούν με την αγωγή τους. Το ΚΙΕΝ παρότι διατήρησε επιφύλαξη στις παραπάνω δηλώσεις για κάθε νόμιμο δικαίωμά του σχετικά με το σύνολο των παραπάνω αξιώσεων των εναγόντων, δεν προέβαλε ποτέ οποιαδήποτε συγκεκριμένη αμφισβήτηση των ποσών που το ίδιο προσδιόρισε ότι δικαιούνται οι ενάγοντες με τις δηλώσεις τους αυτές, ενώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς η αγωγή στρεφόταν και κατ' αυτού, δεν εμφανίστηκε [. . .] Ωστόσο οι αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν το έτος 2009 σύμφωνα με τη νόμιμη (ΑΚ 250§§6,17, ΑΚ 253) ένσταση της εκκαλούσας που πρόβαλε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό και επαναφέρει με έναν εκ των προσθέτων λόγων έφεσης, κατά την επίδοση της αγωγής (30.12.2015), είχαν ήδη παραγραφεί.
Την παραγραφή αυτή δεν διέκοψε η άσκηση της από 29.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης 141457/4809/29.12.2014 αγωγής των εναγόντων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών σε βάρος του ΚΙΕΝ που επιδόθηκε την 31.12.2014 στο μόνο εναγόμενο ΚΙΕΝ και από την οποία παραιτήθηκαν οι ενάγοντες με την από 29.12.2015 αγωγή τους, διότι κατά το χρόνο άσκησης της από 29.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης 141457/4809/29.12.2014 αγωγής είχε ήδη επέλθει η διαδοχή του εργοδότη (ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο 2014 και κατά τους ενάγοντες οι εργασιακές τους σχέσεις μεταβιβάστηκαν την 1.11.2015 στην εκκαλούσα) και προκειμένου να διακοπεί η παραγραφή και για την εκκαλούσα-εναγομένη, έπρεπε οι ενάγοντες να την είχαν στρέψει και να την επιδώσουν και στην εκκαλούσα [. . .] Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή στο σύνολο της για τον 4ο, 7ο, 8ο και 9ο των εναγόντων (που δεν πρόβαλαν αξιώσεις για το έτος 2009) δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, αλλά ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει όλοι οι λόγοι της έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακόλουθα να απορριφθεί και η έφεση ως αβάσιμη.
Η δικαστική δαπάνη όμως του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ιδιαιτέρως δυσχερούς της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (179 ΚΠολΔ). Όσον αφορά όμως τους λοιπούς εφεσίβλητους και συγκεκριμένα την 1η Ε. Β., τη 2η Α. Κ., τον 3ο Σ. Μ., την 5η Μ. Φ. και τον 6ο Ν.
Δ., το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι οι αξιώσεις τους που γεννήθηκαν το έτος 2009 δεν υπέπεσαν σε παραγραφή και συνακόλουθα έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της ενώ έπρεπε να τη δεχθεί εν μέρει, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει κατ' αποδοχήν των σχετικών λόγων έφεσης να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τους συγκεκριμένους εφεσιβλήτους-ενάγοντες και την εκκαλούσα, για την ενότητα του εκτελεστού τίτλου, στο σύνολο της, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή τους έναντι της εκκαλούσας-εναγομένης και να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση ως προς τους 4ο, 7ο, 8ο και 9ο των εναγόντων, ενώ δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και την εκκαλούσα εταιρία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής (1) υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στην Ε.
Β. το ποσό των 5.654,29 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 25.313,4 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και όλα τα ανωτέρω ποσά εκτός του ποσού των σταθερών αποδοχών (3.500,77 €), σε ολόκληρο με το πρώτο εναγόμενο, (2) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην Α.
Κ. το ποσό των 19.739,58 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 13.446,58 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και όλα τα ανωτέρω ποσά εκτός του ποσού των σταθερών αποδοχών (3.616,12 €, όπως το διατακτικό της πρωτοβάθμιας) σε ολόκληρο με το πρώτο εναγόμενο, (3) υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον Σ.
Μ. το ποσό των 19.454,59 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 335.161,91 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και όλα τα ανωτέρω ποσά εκτός του ποσού των σταθερών αποδοχών (8.355,29 €) σε ολόκληρο με το πρώτο εναγόμενο, (4) υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στη Μ.
Φ. το ποσό των 5.629,15 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και εκ του ανωτέρω ποσού το ποσό των 3.139,02 € σε ολόκληρο με το πρώτο εναγόμενο, (5) υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον Ν. Δ. το ποσό των 13.340,18 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 5.644,64 € με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής και όλα τα ανωτέρω ποσά, εκτός του ποσού των σταθερών αποδοχών (4.998,99 €), σε ολόκληρο με το πρώτο εναγόμενο. 8.-Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθ. 38 του ΕισΝΑΚ), 1 της με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 και 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα, εάν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, οι αξιώσεις των αναιρεσίβλητων κατά του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Κοινωφελές ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν" για την καταβολή σε αυτούς της "ειδικής αμοιβής" (που αποτελεί αντικείμενο της ένδικης διαφοράς), αντιστοιχούσας στο σύνολο της αμοιβής εκάστου των αναιρεσίβλητων για την από αυτόν παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε προσωπικούς του ασθενείς (τους οποίους ο ίδιος, ως ελεύθερος επαγγελματίας διατηρών προσωπικό ιατρείο, παρέπεμπε ως θεράπων ιατρός τους στο νοσοκομείο για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων) ή σε ποσοστό επ' αυτής για την από αυτόν παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε άλλους ασθενείς (τους οποίους το νοσοκομείο ή άλλοι ιατροί του νοσοκομείου συνέστηναν σε αυτόν για τις απαραίτητες ιατρικές πράξεις της αντίστοιχης ειδικότητας), την οποία εισέπραττε το νοσοκομείο (μαζί με τις λοιπές δαπάνες νοσηλείας) από την ασφαλιστική εταιρεία ή το ασφαλιστικό ταμείο των εξεταζομένων ή νοσηλευομένων ασθενών, στους οποίους έκαναν ιατρικές πράξεις οι αναιρεσίβλητοι και την οποία στη συνέχεια απέδιδε σε έκαστο των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι εξέδιδαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, [την οποία (ειδική αμοιβή) με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χαρακτήρισε ως πρόσθετη, μέρος των αποδοχών των αναιρεσίβλητων για την από αυτούς παροχή εξαρτημένης εργασίας] είχαν γεννηθεί ή όχι στο πλαίσιο ιδιόμορφης σύμβασης ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ των αναιρεσίβλητων και του νοσοκομείου (άρθ. 361 του ΑΚ), που λειτουργούσε ανεξάρτητα από τη μεταξύ αυτών υφισταμένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και παραλλήλως προς αυτήν, με συνέπεια όλες οι ιατρικές πράξεις που εκτελούντο στο πλαίσιο λειτουργίας της πιο πάνω σύμβασης και οι αντίστοιχα καταβαλλόμενες αμοιβές, επειδή οργανώνονταν και πραγματοποιούνταν από τον θεράποντα ιατρό ελεύθερα και χωρίς συνθήκες εξάρτησης, να μην συνιστούν αποδοχές για την παροχή εξαρτημένης εργασίας και να εκφεύγουν της εφαρμογής του άρθρου 4 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002.
Συγκεκριμένα, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι στο πλαίσιο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων με το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν", οι τελευταίοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας του νοσοκομείου και σε ωράριο - εφημερίες που καθορίζονταν από το ΚΙΕΝ, συμμορφούμενοι στις εντολές και οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΙΕΝ, των προϊσταμένων των τμημάτων τους που τοποθετούσε το ΚΙΕΝ και στις αποφάσεις των αρμοδίων επιτροπών και εν γένει των οργάνων του Ιδρύματος και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του ιδρύματος και τον κοινωφελή του χαρακτήρα, ότι με βάση τις συμβάσεις εργασίας των τους είχε απαγορευθεί κάθε συνεργασία υπό την ιδιότητά τους ως ελευθέρων επαγγελματιών, διατηρούντων ιδιωτικό ιατρείο, με άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου και ότι οι προσωπικοί ασθενείς των αναιρεσίβλητων, που εισάγονταν στο νοσοκομείο λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο τους και κατόπιν σχετικής πρωτοβουλίας των αναιρεσίβλητων, δέχονταν τις ιατρικές των υπηρεσίες, όπως και οι λοιποί νοσηλευόμενοι στο νοσοκομείο ασθενείς, δεν ερεύνησε, ούτε διέλαβε σχετικές παραδοχές, εάν κατά την παροχή ιατρικών υπηρεσιών από τους αναιρεσίβλητους τόσο στους προσωπικούς τους ασθενείς που οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι, κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας, είχαν φέρει στο νοσοκομείο, όσο και στους ασθενείς που τους είχαν συστήσει άλλοι ιατροί του νοσοκομείου ή και το ίδιο το νοσοκομείο για την εκτέλεση των απαραίτητων ιατρικών πράξεων, αυτοί τελούσαν σε σχέση εξάρτησης με το νοσοκομείο τόσο αναφορικά με το χρόνο παροχής των ιατρικών υπηρεσιών τους υπό την έννοια του ελεύθερου ή μη από αυτούς καθορισμού του χρόνου διενεργείας των ιατρικών πράξεων εντός ή και εκτός του ωραρίου εργασίας των πριν ή μετά την έναρξη ή τη λήξη αυτού (λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών υποχρεώσεών τους έναντι των λοιπών νοσηλευομένων ασθενών) και αν ελέγχονταν από το νοσοκομείο γι' αυτό, όσο και αναφορικά με την ανάμειξη ή μη του νοσοκομείου στον καθορισμό του τρόπου παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών, εντός των χώρων των νοσοκομείων, με την άσκηση ιδίως σχετικής εποπτείας και του είδους αυτής ή, αντιθέτως, κατά την παροχή των πιο πάνω υπηρεσιών αυτοί ενεργούσαν ελευθέρως και ανέπτυσσαν σχετικώς πλήρη πρωτοβουλία.
Περαιτέρω δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια εάν οι αναιρεσίβλητοι για την από αυτούς διενέργεια ιατρικών πράξεων σε προσωπικούς κλπ ασθενείς είχαν τη δυνατότητα καθορισμού του ύψους της επίδικης "ειδικής αμοιβής" μέσω του καθορισμού της αμοιβής αυτών, κατόπιν ελεύθερης συμφωνίας μεταξύ των ιδίων και των προσωπικών τους ασθενών, αλλά και των ασθενών που τους είχαν συστήσει σε αυτούς άλλοι ιατροί του νοσοκομείου ή και το ίδιο το νοσοκομείο για τη διενέργεια των απαραίτητων ιατρικών πράξεων και ότι αυτή την αμοιβή, ως "ειδική αμοιβή", όφειλε να αποδώσει το νοσοκομείο σε έκαστο των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, αφού προηγουμένως την είχε εισπράξει (μαζί με τα λοιπά νοσήλια) από την ασφαλιστική τους εταιρεία ή το ασφαλιστικό τους ταμείο και μάλιστα είτε ολόκληρη, χωρίς την παρακράτηση οιουδήποτε ποσού (για τους προσωπικούς ασθενείς που οι αναιρεσίβλητοι είχαν φέρει στο νοσοκομείο), είτε με βάση ποσοστό επ' αυτής, με παρακράτηση μέχρι και το 40% αυτής (για τους ασθενείς που άλλοι ιατροί ή και το νοσοκομείο είχαν συστήσει σε αυτούς) ή εάν αντιθέτως το ύψος της ως άνω "ειδικής αμοιβής" καθορίζονταν διαφορετικά (λ.χ.
με βάση τα καθορισμένα από την κρατική διοίκηση τιμολόγια ή σε σταθερό ποσό που καθόριζε το νοσοκομείο για τις πιο πάνω περιπτώσεις, ως πρόσθετη αμοιβή αυτών στο πλαίσιο της μόνης υφισταμένης σχέσης εξαρτημένης εργασίας). Η ανωτέρω ασάφεια δεν διασκεδάζεται από τη μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η ειδική αμοιβή συνιστούσε "αφετέρου ποσό αντίστοιχο με το ύψος της αμοιβής ιατρού ή μέρους αυτής που εισέπραττε το ΚΙΕΝ, πέραν των νοσηλίων, εξετάσεων φαρμακευτικής δαπάνης, από τα ασφαλιστικά ταμεία ή τις ασφαλιστικές εταιρείες των εξεταζομένων ή νοσηλευομένων στους οποίους έκαναν ιατρικές πράξεις οι ενάγοντες", καθόσον πρόκειται περί διαφορετικών μεταξύ τους περιπτώσεων, ενόψει του ότι τα ασφαλιστικά ταμεία κατά τους κανονισμούς τους δικαιολογούν, ως αμοιβή ιατρού, ένα μικρό μέρος αυτής που συνήθως ορίζεται σε σταθερό ποσό ανάλογα με τη συγκεκριμένη ιατρική πράξη, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες καλύπτουν (πλην ενός μικρού ποσού που ορίζεται στο ασφαλιστήριο) το σύνολο των νοσηλίων, περιλαμβανομένης και της συμφωνηθείσας αμοιβής του ιατρού.
Επίσης η ασάφεια αυτή επιτείνεται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ορισμένοι εκ των αναιρεσίβλητων ιατρών μπορούσαν να καθορίσουν ελεύθερα την αμοιβή τους από τους προσωπικούς τους ασθενείς την οποία λάμβαναν κατ' ιδίαν από αυτούς και ότι αυτή δεν είχε σχέση με τις ένδικες αξιώσεις.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
9.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στην "ειδική αμοιβή" των αναιρεσίβλητων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Β. Επί των λόγων της από 12.11.2019 και με αριθμό κατ. … /20.11.2019 αντίθετης αίτησης αναίρεσης των Ε. Β. κλπ. 10.-Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999). Μέσω του λόγου αυτού αναίρεσης, ερευνάται και το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων έφεσης (ΟλΑΠ 2091/1986).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 520 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. πρόσθετοι λόγοι έφεσης μπορούν να ασκηθούν μόνο ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Ως προσβληθέν "κεφάλαιο" κατά την έννοια της διάταξης αυτής (ως και εκείνης του άρθρου 523 παρ.1 του ΚΠολΔ) νοείται η οριστική διάταξη της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτό αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, ως και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ενστάσεως (ΑΠ 189/2016, ΑΠ 978/2014, ΑΠ 1359/2011).
Ως αναγκαία δε συνεχόμενα κεφάλαια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015, ΑΠ 238/2001).
Αντιθέτως, οι ενστάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν κεφάλαια της δίκης (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού) φέρονται χωρίς περιορισμούς στο εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης (ΑΠ 76/2015), τέτοια δε ένσταση συνιστά και η ένσταση παραγραφής (ΑΠ 660/1974).
11.-Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ως παραδεκτό πρόσθετο λόγο έφεσης περί παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειόντων του έτους 2009, τον οποίο στη συνέχεια δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσία, παρόλο που ο λόγος αυτός δεν είχε προβληθεί με το κύριο δικόγραφο της έφεσης, ούτε συνεχόταν αναγκαίως με τα εκκληθέντα με το κύριο δικόγραφο της έφεσης κεφάλαια.
Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) του κυρίως δικογράφου της από 21.12.2017 και με αριθ. κατάθ. 611931/507420/22.12.2017 έφεσης της τότε εκκαλούσας -εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προκύπτει ότι αυτή με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε ως συνέπεια την εσφαλμένη παραδοχή της εκκαλουμένης ότι η "ειδική αμοιβή" των μεριδολογίων - αμοιβολογίων αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών των εφεσίβλητων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, υπαγομένη στην έννοια του μισθού που οφείλει ο εργοδότης (δεύτερος λόγος έφεσης) και ότι οι εν λόγω "ειδικές αμοιβές" που εισέπρατταν αυτοί για τις υπηρεσίες που παρείχαν σε προσωπικούς των ασθενείς συνιστούν τακτικές αποδοχές με την έννοια του οφειλομένου ανταλλάγματος για την παροχή εργασίας στον εργοδότη (τρίτος λόγος έφεσης).
Επομένως, στο πλαίσιο του εκκληθέντος κεφαλαίου που αφορούσε παράπονο για την επιδίκαση με την πρωτοβάθμια απόφαση στους ενάγοντες και τότε εφεσίβλητους [ήδη αναιρεσείοντες] της ως άνω "ειδικής αμοιβής" αυτών, ως μέρους των τακτικών τους αποδοχών για την παροχή (εξαρτημένης) εργασίας, το οποίο ως αυτοτελές αίτημα παροχής έννομης προστασίας περιλαμβάνει και τις κατ' αυτού ενστάσεις, ήταν παραδεκτή η προβολή της ένστασης παραγραφής μέρους των ως άνω αξιώσεων των εναγόντων και τότε εφεσίβλητων με πρόσθετο λόγο έφεσης, που περιέχεται στο από 2.10.2018 και με αριθ.
κατάθ. 8573/635/2.10.2018 ίδιο δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης. Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. 12.-Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται αν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 264 αριθ. 3 του ιδίου Κώδικα την παραγραφή διακόπτει επίσης η αναγγελία για κατάταξη σε πλειστηριασμό. Κατά την έννοια του άρθρου 260 του ΑΚ, για την αναγνώριση της αξίωσης, ως λόγου διακοπής της παραγραφής, αρκεί οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτή ότι υπάρχει, χωρίς να είναι απαραίτητο η συμπεριφορά αυτή ή η ενέργεια του οφειλέτη να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή να γίνεται με σκοπό ανάληψης υποχρέωσης ή να γίνει αποδεκτή από το δανειστή (ΑΠ 212/2019, ΑΠ 1018/2011, ΑΠ 794/2012, ΑΠ 1596/1995).
Για τον εξώδικο τρόπο διακοπής της παραγραφής που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη, αρκεί επομένως κάθε εκδήλωση του υποχρέου έναντι του δικαιούχου αναγνωριστική του υποστατού της υποχρέωσής του, είτε ρητή, είτε σιωπηρά, αλλά πάντως σαφής, χωρίς να απαιτείται να περιβληθεί κάποιο τύπο, έστω και αν δεν γίνει σκόπιμα προς ανάληψη της υποχρέωσης (ΑΠ 794/2012, ΑΠ 1018/2011, ΑΠ 68/2001).
Η παραγραφή διακόπτεται επίσης με την έγγραφη αναγγελία της απαίτησης του δανειστή προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, εφόσον όμως κοινοποιηθεί και στον οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 972 παρ.1 του ΚΠολΔ και με την προϋπόθεση της τήρησης των εκεί προβλεπόμενων προθεσμιών (ΑΠ 482/1991, ΑΠ 1781/1998). Περαιτέρω από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 4 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.
Δ/τος της 16/18.7.1920 προκύπτει ότι εάν πριν τη μεταβίβαση της επιχείρησης, ο προηγούμενος (μεταβιβάζων) εργοδότης προέβη στην αναγνώριση της οφειλής απαιτήσεων από τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας του απασχολουμένου στην επιχείρησή του προσωπικού με συνέπεια τη διακοπή του χρόνου παραγραφής των σχετικών αξιώσεων των εργαζομένων, ο νέος (αποκτών) εργοδότης δεσμεύεται από την ως άνω αναγνώριση με συνέπεια να έχει επέλθει και ως προς αυτόν διακοπή της παραγραφής, καθότι όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη μεταφέρονται, ως είχαν, στον νέο εργοδότη.
Αντιθέτως, εάν η ως άνω αναγνώριση της οφειλής απαιτήσεων από τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας του απασχολουμένου στην επιχείρηση προσωπικού λάβει χώρα από τον προηγούμενο εργοδότη μετά την πιο πάνω μεταβίβαση της επιχείρησης και στο πλαίσιο της κατά τα άρθρα 4 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002 εις ολόκληρο ευθύνης αυτού με το νέο εργοδότη για εργατικές αξιώσεις που είχαν προκύψει μέχρι το χρόνο που ανέλαβε την επιχείρηση ο νέος εργοδότης, τότε η ως άνω αναγνώριση, ως λόγος διακοπής της παραγραφής δρα υποκειμενικά, κατά τα άρθρα 486 και 492 του ΑΚ, και κατά συνέπεια βλάπτει μόνο τον προηγούμενο εργοδότη και όχι τον συνυπόχρεο νέο εργοδότη, ως προς τον οποίο μπορεί να συμπληρωθεί ο κατά νόμο χρόνος παραγραφής, ανεξαρτήτως της εν λόγω αναγνώρισης.
Κρίσιμο επομένως στοιχείο για την ευθύνη του νέου εργοδότη από την εκ μέρους του προηγούμενου εργοδότη αναγνώριση αξιώσεων των εργαζομένων της επιχείρησης, ως διακοπτικού της παραγραφής γεγονότος, αποτελεί ο χρόνος μεταβίβασης της επιχείρησης ως οικονομικής οντότητας στο νέο φορέα που επάγεται μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και συγκεκριμένα το χρονικό σημείο που την ευθύνη λειτουργίας της επιχείρησης αναλαμβάνει ο νέος εργοδότης.
Ο χρόνος αυτός προκύπτει από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, η δε περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως κρίση περί τα πράγματα, δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
13.-Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις των και σε αντίκρουση της ένστασης παραγραφής για τις αξιώσεις αυτών του έτους 2009 από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προέβαλλαν επικουρικά αντένσταση διακοπής της παραγραφής, συνισταμένη στο ότι ο προηγούμενος εργοδότης των και συγκεκριμένα το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελές Ίδρυμα Ερρίκος Ντυνάν" (ΚΙΕΝ) τους χορήγησε τις από 25.9.2014 έγγραφες δηλώσεις - βεβαιώσεις για το ύψος των απαιτήσεων αυτών προς καταβολή της ειδικής αμοιβής για τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 αναγνωρίζοντας έτσι ρητά τις πιο πάνω οφειλές του, προκειμένου να αναγγείλουν τις σχετικές απαιτήσεις των στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στις οποίες (αναγγελίες) πράγματι αυτοί προέβησαν κατά μήνα Οκτώβριο (πέραν της αντένστασης διακοπής της παραγραφής από την επίδοση της προηγούμενης από 29.12.2014 αγωγής των με τα αυτά αιτήματα και την ίδια νομική και ιστορική βάση στον αρχικό τους εργοδότη, από την οποία παραιτήθηκαν), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό τους και δεν απάντησε σε αυτόν.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, ως εφεσίβλητοι, με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις των, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους (σελ. 58 αυτών), προέβαλαν ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεών τους, λόγω ρητής αναγνώρισης της οφειλής από τον προηγούμενο εργοδότη τους (ΚΙΕΝ) με τη χορήγηση σε αυτούς σχετικών δηλώσεων - βεβαιώσεων, προκειμένου να αναγγείλουν τις απαιτήσεις στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, στις οποίες (αναγγελίες) αυτοί πράγματι προέβησαν.
Επίσης, ως εφεσίβλητοι στη σελ. 8 των προτάσεών τους, προέβαλαν ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση στις 31.12.20014 στον προηγούμενο εργοδότη τους (ΚΙΕΝ) της προηγούμενης από 29.12.2014 αγωγής των με το ίδιο περιεχόμενο και αιτήματα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αν και δέχθηκε ότι ο πλειστηριασμός της επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας και η κατακύρωσή της στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία έλαβε χώρα στις 24.9.2014 έναντι πλειστηριάσματος 115.135.251 ευρώ και ότι η μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων των εναγόντων έλαβε χώρα την 1.11.2014 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά την αγωγή οι εργασιακές σχέσεις μεταβιβάσθηκαν στο νέο εργοδότη από 1.11.2015, καθότι στην αγωγή - σελ. 11 αυτής - διαλαμβάνεται ότι από 1.11.2014 η αναιρεσείουσα ανέλαβε την ευθύνη λειτουργίας του νοσοκομείου και ότι από την ίδια χρονολογία -1.11.2014 - μεταφέρθηκε σε αυτήν όλο το προσωπικό), περιορίσθηκε στο ν' απορρίψει την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που στηριζόταν στην επίδοση στις 31.12.2014 της προηγούμενης από 29.12.2014 αγωγής τους με το ίδιο περιεχόμενο στον αρχικό τους εργοδότη, με το (ορθό) σκεπτικό ότι κατά το χρόνο της επίδοσης είχε ήδη επέλθει η διαδοχή του εργοδότη, ενώ δεν απήντησε στον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής, λόγω ρητής αναγνώρισης των αξιώσεων των αναιρεσειόντων από τον προηγούμενο αυτών εργοδότη (ΚΙΕΝ) πριν την πιο πάνω μεταβίβαση.
Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του περί τούτου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου και τελευταίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την ως άνω αντένσταση διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνώρισης των αξιώσεων των εναγόντων, ούτως ώστε να γεννάται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής κανόνα ουσιαστικού δικαίου) πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (σε συνδυασμό και με την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης της αντίθετης αίτησης της αναιρεσείουσας εταιρείας) προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 18.11.2019 και με αριθ. κατάθ. 11098/1082/21.11.2019 και από 12.11.2019 και με αριθ. κατάθ. 11077/1079/20.11.2019 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 4603/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, για την ανοιγείσα με την από 18.11.2019 αίτηση αναίρεσης αυτής, δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, για την ανοιγείσα με την από 12.11.2019 αίτηση αναίρεσης αυτών, δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2022
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ