Legislator Case Law & Legislation
322/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company's claim for subrogation based on driver's expired license.

Case Number 322/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an insurance company against a lower court judgment regarding a traffic accident claim. The court found that the insured driver had failed to renew their driving license, which triggered an exclusion clause in the insurance policy. Consequently, the insurance company was legally entitled to seek reimbursement from the driver for amounts paid to the third-party victim. The court dismissed the remaining incidental arguments and remitted the case to a different panel of the original court for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681A of the Code of Civil Procedure; Article 6, paragraph 1, item a, in conjunction with Article 11, paragraph 1 of the Code of 489/1976; An insurance company is entitled to claim subrogation against the insured driver when the driver's failure to renew their driving license activates an exclusion clause in the insurance policy.

Keywords

AI generated
subrogation claim insurance policy exclusion expired driving license traffic accident liability appeal admissibility subrogation right insurance coverage

Cited Legislation

AI generated
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 6, paragraph 1, item a, in conjunction with Article 11, paragraph 1 of the Code of 489/1976
Articles 13, paragraph 2a, 94, paragraph 1 and 3, 95, paragraph 1, 3, 5a and 9 of Law 2696/1999
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, item B' of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 322 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 322/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών και απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2011 αγωγή των Σ. Χ. του Χ. και Κ. συζ. Σ. Χ., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκε με την από 4-1-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122Α'/2012 μη οριστική και 158/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 2-7-2018 (αρ. κατ. 50/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 4, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αρ. .../28-9-2018 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης, Δ. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα.

Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτού.

Εξάλλου, η κρινόμενη από 2-7-2018 (αρ. κατ. 50/2018) αίτηση για την αναίρεση της οριστικής υπ' αριθμ. 71/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος αυτής, που αφορά την παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, προκύπτει ότι στις 20-5-2010 στην Εθνική Οδό Καβάλας - Ξάνθης συνέβη τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο το με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Σ. Χ., ιδιοκτησίας της συζύγου του Κ. Χ., η οποία επέβαινε σ' αυτό, συγκρούστηκε με το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Β. Τ., ήδη αναιρεσίβλητος, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ...

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ, οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία. Ο οδηγός και η επιβάτης του ανωτέρω ΙΧΦ αυτοκινήτου, μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, τραυματίστηκαν και κατόπιν τούτου άσκησαν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας αυτού την από 26-4-2011 (αρ.

κατ. 110/2011) κύρια αγωγή, με την οποία αξίωναν το ποσό των 284.714,70 ευρώ και 496.767,47 ευρώ αντίστοιχα ο καθένας ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες, που είχαν υποστεί και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Παράλληλα, η αναιρεσείουσα με την ιδιότητά της ως 2ης κυρίως εναγομένης, άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου, ασφαλισμένου της, (1ου κυρίως συνεναγομένου αυτής) την από 4-1-2012 (αρ.

κατ. 19/2012) παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, με την οποία ζήτησε, σε περίπτωση ευδοκίμησης της εναντίον της κύριας αγωγής, να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος - ασφαλισμένος οδηγός να της καταβάλει, όποιο ποσό αυτή θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες παθόντες, διότι, όπως η αναιρεσείουσα ισχυριζόταν, είχε ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, επειδή ο ασφαλισμένος οδηγός, ηλικίας 73 ετών κατά το ατύχημα, εστερείτο της άδειας ικανότητας οδήγησης, επειδή η άδειά του είχε λήξει λόγω της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του και δεν είχε ανανεωθεί νόμιμα, καθώς επίσης, διότι με την υπ' αρ. ...7-5-2010 πράξη βεβαίωσης παράβασης η άδεια οδήγησης είχε αφαιρεθεί για χρονικό διάστημα 60 ημερών, δηλαδή από 7-5-2010 έως 7-7-2010, το οποίο καταλάμβανε το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Επί της κύριας αγωγής και της αναγωγής, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε κατ' αρχήν η μη οριστική υπ' αριθμ. 122Α/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία διατάχθηκε η προσκόμιση εγγράφων του ΙΚΑ και του ΟΓΑ. Το κεφάλαιο αυτό αφορούσε την κύρια αγωγή, η οποία δεν ερευνάται στην παρούσα δίκη.

Ακολούθως εκδόθηκε η οριστική υπ' αριθμ. 158/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε, ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου (παραβίαση διπλής διαχωριστικής γραμμής με είσοδο στο αντίθετο ρεύμα πορείας) και υποχρέωσε τους κυρίως εναγομένους (δηλαδή τους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης) να καταβάλουν στον 1ο κυρίως ενάγοντα οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου το συνολικό ποσό των 32.260 ευρώ και στη συνεπιβάτιδα σύζυγό του το συνολικό ποσό των 98.631,43 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, ότι ενεργοποιήθηκε ο όρος 21 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί εξαίρεσης του ασφαλισμένου οδηγού και ήδη αναιρεσιβλήτου από την ασφαλιστική κάλυψη, της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, διότι η άδεια ικανότητας οδήγησης αυτού, η οποία είχε εκδοθεί στη Γερμανία, είχε λήξει με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας αυτού, χωρίς όμως να ανανεωθεί νόμιμα σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία, στην οποία υπάγεται ο αναιρεσίβλητος, εφόσον είχε στο μεταξύ αποκτήσει κανονική διαμονή στην Ελλάδα και ότι, εκτός τούτου είχε επίσης ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι η άδεια οδήγησής του είχε αφαιρεθεί στις 7-5-2010 για χρονικό διάστημα 60 ημερών λόγω βεβαίωσης παράβασης τροχαίου ατυχήματος από την Τροχαία Ξάνθης.

Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε και την αγωγή εξ αναγωγής της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και υποχρέωσε τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, ό,τι αυτή θα υποχρεωνόταν να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες - παθόντες τρίτους με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την καταβολή έως την εξόφληση.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και ειδικότερα, άσκησαν έφεση οι κυρίως ενάγοντες - παθόντες, οι υπόχρεοι κυρίως εναγόμενοι και ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκης κεφάλαιο της αναγωγής, με την από 20-11-2013 (αρ.

κατ. 160/2013) έφεσή του, υπό στοιχείο Γ' έφεση σύμφωνα με την αρίθμηση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 1β και 2α αυτής) ζήτησε την απόρριψη της εναντίον του παρεμπιπτόντως εξ αναγωγής αγωγής. Οι εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατά το κεφάλαιο της αναγωγής, που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε την αγωγή εξ αναγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνοντας, ότι το ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές, κατά συνοπτική παράθεση αυτών, το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ασφαλισμένος οδηγός, ηλικίας 74 ετών κατά το ατύχημα κατείχε άδεια οδήγησης, που είχε εκδοθεί το έτος 1969 στην Γερμανία και ήταν ισχυρή στον τόπο έκδοσής της, ότι κατά το ατύχημα ο ασφαλισμένος οδηγός ήταν πλέον μόνιμος κάτοικος της Ελλάδος και θα έπρεπε να έχει ανανεώσει την άδεια, μετά την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, όπως επιτάσσει η ελληνική νομοθεσία, γεγονός που όμως αυτός δεν έπραξε και ότι παράλληλα, η άδεια οδήγησης είχε αφαιρεθεί στις 7-5-2010 για εξήντα ημέρες λόγω βεβαίωσης τροχαίας παράβασης, πλην, ότι όλα αυτά περί έλλειψης άδειας οδήγησης δεν συνδέονται αιτιωδώς με το τροχαίο ατύχημα, διότι, από τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, δεν αποδείχθηκε ότι ο ασφαλισμένος οδηγός - αναιρεσίβλητος δεν είχε την ικανότητα να οδηγεί και ότι συνακόλουθα, η ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα εξακολουθεί να τον καλύπτει ασφαλιστικά.

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του Ν. 3557/ 2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: 1.

Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος).

Από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β' και γ', όχι όμως και στην περίπτωση α', δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί.

Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης συνάγεται ότι στην α' περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις.

Η διατύπωση αυτή στο νόμο, δηλαδή, η μη αναφορά, σε αντίθεση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις, της σύνδεσης της αιτιώδους συνάφειας της έλλειψης άδειας οδήγησης με την πρόκληση του ατυχήματος, αποτελεί συνειδητή ρύθμιση του νομοθέτη, διαφοροποιημένη σε σχέση με τις δύο άλλες περιπτώσεις, και δεν πρόκειται για απλή παράλειψή του.

Ναι μεν η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη, η θεωρία και η πάγια νομολογία (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006) θεωρούσαν, μέχρι την κατάργηση της παραπάνω υπουργικής απόφασης, και τους λόγους αυτούς απαλλαγής ή εξαίρεσης (που αποτελούσαν συμβατικές εξαιρέσεις της κάλυψης του ασφαλισμένου) ως καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη (συμβατικά), δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην επίμαχη περίπτωση, δεν επερχόταν μόλις διαπιστωνόταν η έλλειψη άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού, που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, αλλά τούτο επερχόταν, εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης, και του ατυχήματος, πλην, όμως, τούτο δεν σημαίνει, ότι ο νομοθέτης είναι δεσμευμένος (νομοθετικά) να ακολουθήσει οπωσδήποτε την παραδοχή αυτή.

Αντίθετα, έχει την ευχέρεια να αποκλίνει, εφόσον, βέβαια, εκφράζεται σαφώς, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 6β του π.δ. 237/1986, όπως πλέον ισχύει, στην οποία, σε αντίθεση με τις άλλες δύο ρυθμιζόμενες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών, δεν θέτει ως προϋπόθεση του λόγου απαλλαγής ή εξαίρεσης του ασφαλιστή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω παράβασης και του ατυχήματος, χωρίς, περαιτέρω, να είναι υποχρεωμένος, όταν προβλέπει λόγους εξαίρεσης για τη ρύθμιση κάποιου θέματος, να θέτει, είτε μόνο λόγους εξαίρεσης, είτε μόνο καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, αλλά έχει τη δυνατότητα να κάνει συνδυασμό μεταξύ τους.

Συνεπώς, με βάση την προπαρατιθέμενη ρύθμιση του νόμου, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού, που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος (ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/2016). Όλα όσα προαναφέρθηκαν έχουν νομική αξία στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη λεγόμενη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει απ' αυτά, ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα (ΑΠ 474/2017).

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ασφαλιστής, ασκώντας αγωγή εξ αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, λόγω παραβάσεως του καθιερούμενου από την άνω διάταξη ασφαλιστικού βάρους, οφείλει να επικαλεσθεί μόνο το αντικειμενικό περιστατικό της παραβάσεως αυτής. Κατ` αρχήν, είναι δεδομένη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος και δεν είναι απαραίτητη η επίκληση της υπαιτιότητας των εξ αναγωγής υποχρέων στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, διότι προϋπόθεση της βασιμότητας της αναγωγής είναι η προηγούμενη ευδοκίμηση της κύριας αγωγής, που προϋποθέτει υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (ΑΠ 997/2014).

Εξάλλου, κατά τις σχετικές διατάξεις του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, που ενδιαφέρουν στην εξεταζόμενη υπόθεση, ορίζονται τα εξής: α) άρθρο 13 παρ. 2 εδάφ. α': "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης και την αναγκαία σωματική και διανοητική ικανότητα και να βρίσκεται σε κατάλληλη κατάσταση για να οδηγεί, οφείλει δε κατά το χρόνο της οδήγησης να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του ή τα ζώα του", β) άρθρο 94 παρ. 3: "Απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου", η οποία, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται να είναι Κατηγορίας Β, για την οδήγηση επιβατηγού αυτοκινήτου, του οποίου ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ, γ) άρθρο 95 παρ. 1, εδάφ.

α' - ε': "Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους... Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.

Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση", δ) άρθρο 95 παρ. 3: "Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της (εδάφ. α')... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας (εδάφ.

γ')" και ε) άρθρο 95 παρ. 5: "Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της και γ.

αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε" (ΑΠ 958/2015, ΑΠ 1628/2013, ΑΠ 242/2011). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανανέωση της άδειας οδήγησης που έληξε, λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών, δεν καλύπτει τον ενδιάμεσο χρόνο (από τη λήξη μέχρι την ανανέωση), κατά τον οποίο ο οδηγός, που στερείται της άδειας, προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα (ΑΠ 474/2017, ΑΠ 911/2002, πρβλ.

επίσης ΑΠ 268/2019, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 230/2015, ΑΠ 1628/2013, ΑΠ 859/ 2013, ΑΠ 242/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 95 παρ. 9: "...ισχύουσα άδεια οδήγησης που εκδόθηκε από Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να ισχύει στο ελληνικό έδαφος ως έχει, εφόσον ο κάτοχός της δεν έχει ηλικία μικρότερη των 18 ετών. Αν ο κάτοχος τέτοιας άδειας αποκτήσει κανονική διαμονή στην Ελλάδα, εφαρμόζονται οι διατάξεις που αναφέρονται στο χρόνο και στις ιατρικές προϋποθέσεις για την ανανέωση της άδειας και καταβάλλονται τα ποσά που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις...".

Συμπερασματικά, από τις ανωτέρω διατάξεις συνδυαστικά εκτιμώμενες προκύπτει σαφώς ότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 6β παρ. 1 εδ. α' του Ν. 489/1976, μετά το Ν. 3557/2007, που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου του τροχαίου ατυχήματος (20-5-2010), δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος και αρκεί το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού.

Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς, όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Έτσι, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας απαιτήσει για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, ενέχει παραβίαση αυτής, αφού ζήτησε περισσότερα, από όσα στοιχεία αξιώνει ο νόμος (ΑΠ 1877/2017, ΑΠ 1162/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 Α.Κ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. προκύπτει, ειδικότερα, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που, με την εξαίρεση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης, πρέπει να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του, και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς, πράξης ή παράλειψης, και της ζημίας που επήλθε, περιουσιακής ή μη.

Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξης ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 Α.Κ., εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό.

Το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, συνεπώς, διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 526/2011).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.

Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1106/2019, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι για την ενεργοποίηση του όρου 21 παρ. α' του υπ' αρ...24-8-2009 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου οδηγού και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εστερείτο κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος της άδειας ικανότητας οδήγησης, απαιτείται δήθεν η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης και της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 περ.

β' παρ. 1 περ. α' του ΠΔ 237/1986, που κωδικοποίησε τον Ν. 489/1976, 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 και αυτές σε συνδυασμό με τις τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 3, 95 παρ. 1, 3, 5α και 9 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους.

Με τον 2ο αναιρετικό λόγο, που ασκείται επικουρικά, για την περίπτωση απόρριψης του 1ου αναιρετικού λόγου, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την τυπική έλλειψη της άδειας ικανότητας οδήγησης του ασφαλισμένου της και ήδη αναιρεσιβλήτου, διότι δήθεν σύμφωνα με τις συνθήκες και τις περιστάσεις του ατυχήματος δεν καταδείχθηκε ανικανότητα αυτού περί την οδήγηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας και ειδικότερα, περί του εάν η οδηγική συμπεριφορά εξεταζόμενη αντικειμενικά ήταν ικανή να προκαλέσει το τροχαίο ατύχημα, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ σε συνδ. 297-298 ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του 2ου επικουρικού λόγου χωρίς αμφιβολία και συνεπώς κατά τούτο ο 2ος επικουρικός λόγος κρίνεται αρκούντως ορισμένος (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 146/2018).

Επίσης, με τον ίδιο 2ο επικουρικό λόγο κατά το Β' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ανυπαρξίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της τυπικής έλλειψης της άδειας ικανότητας οδήγησης και της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, δεν προσέφυγε στην ερμηνεία και εφαρμογή των παρακάτω διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία είναι ανίκανος περί την οδήγηση, ο ηλικίας 73 ετών οδηγός, που επί οκτώ έτη μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του οδηγεί όχημα, χωρίς να έχει εξεταστεί από ιατρούς για να κριθεί η σωματική, πνευματική και ψυχολογική του ικανότητα για την οδήγηση και ο οποίος παραβιάζει αδικαιολόγητα τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπως έχει πράξει ο αναιρεσίβλητος.

Με τον 3ο συναφή προς τους προηγούμενους αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που έχουν προαναφερθεί, με την αιτίαση ότι ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας της οδήγησης από οδηγό που δεν κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης και της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, το Εφετείο διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Τέλος, με τον επίσης συναφή 4ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας το βάρος απόδειξης της οποίας έχει ο ασφαλισμένος οδηγός και ήδη αναιρεσίβλητος, αν και ο τελευταίος με τον 2ο λόγο της έφεσής του, που συνιστά "πράγμα", είχε ισχυριστεί, προς αντίκρουση της παρεμπίπτουσας εξ αναγωγής αγωγής της αναιρεσείουσας, ότι ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης, που είχε εκδοθεί στη Γερμανία και ήταν σε ισχύ και ότι η αφαίρεση αυτής στην Ελλάδα επί 60 ημέρες δεν ασκούσε επιρροή στην ισχύ της άδειας οδήγησης, διότι αυτή επιστρέφεται χωρίς θεωρητική πρακτική ή ιατρική εξέταση αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται, για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, ως προς το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας εξ αναγωγής αγωγής, που αφορά την παρούσα δίκη, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά τη νομική ανάπτυξη του άρθρου 17 του Ν. 3557/2007 και την ουσιαστική εκτίμηση των αποδειχθέντων ως προς τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, δέχτηκε, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα ακόλουθα: "...Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3557/2007 η ισχύς του οποίου άρχισε από 14.5.2007, καταργήθηκε η υπ' αριθμό Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 που ορίζει ότι: 1.

Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν τους λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, δεν αποτελούν αυτοσκοπούς, αλλά λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, αν η επιδειχθείσα από αυτόν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφορά επιδρά στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, την κάλυψη του οποίου έχει αναλάβει με τη σύμβαση ασφάλισης ο ασφαλιστής.

Οι προβλεπόμενοι στα εδάφια β' και γ' λόγοι απαλλαγής απαιτούν και κατα τη γραμματική τους διατύπωση για την ενεργοποίησή τους ως προϋπόθεση τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ:

α) της αναλώσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και του ατυχήματος και β) της διαφορετικής χρήσεως του αυτοκινήτου από αυτή που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και του ατυχήματος. Ανάλογη ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας δεν περιέχει η περίπτωση α' (έλλειψη άδειας οδήγησης), όπως προκύπτει από τη γραμματική διάταξη της προαναφερόμενης διάταξης.

Οι δύο λόγοι απαλλαγής (β' και γ') δεν έχουν διαφορετική νομική φύση από το λόγο απαλλαγής της περίπτωσης α'. Η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη αντιλαμβάνεται τους άνω λόγους απαλλαγής ή εξαιρέσεως ως κεκαλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη άδειας στο πρόσωπο του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, αλλά τούτο επέρχεται, εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της ελλείψεως άδειας ικανότητας οδηγού και του ατυχήματος.

Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 6β παρ. 1 εδ. α' του ν. 489/1976 (έλλειψη ικανότητας οδήγησης). Τέτοια, κατά κανόνα θα συντρέχει, όταν οι συνθήκες και οι περιστάσεις φέρουν τυπικά στοιχεία ατυχήματος ανίκανου προς οδήγηση προσώπου ως στερουμένου κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού π.χ.

αδικαιολογήτως υψηλή ταχύτητα πέρα του ορίου, αδικαιολόγητη κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας, οφιοειδής κίνηση του αυτοκινήτου, μη αντίληψη ευκρινούς στροφής κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές τεκμαίρεται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας και ο ασφαλιστής επικαλούμενος τις συνθήκες του ατυχήματος προς απόδειξη του λόγου απαλλαγής του θεωρείται ότι ανταποκρίθηκε στο επιβαλλόμενο σε αυτόν σχετικό βάρος απόδειξης...

Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων της πρωτοβάθμιας δίκης και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που περιέχεται στα με αριθμό 122Α'/2012 (ταυτάριθμα της κατά τα ανωτέρω συμπροσβαλλόμενης με αριθμό 122Α'/2012 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου -μάρτυρας ανταπόδειξης δεν εξετάστηκε-, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της συναφούς ποινικής δικογραφίας που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισαν οι ενάγοντες κατόπιν διαταγής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την ως άνω μη οριστική του απόφαση, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 386 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 20.5.2010 και περί ώρα 07:15 ο πρώτος ενάγων (πρώτος εκκαλών της α' έφεσης), Σ. Χ., οδηγώντας το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας (δεύτερη εκκαλλούσα της α' έφεσης), Κ. συζ. Χ., μάρκας VOLKSWAGEN, έβαινε επί της εθνικής οδού Καβάλας - Ξάνθης, με κατεύθυνση προς Ξάνθη, με συνεπιβάτιδα τη σύζυγό του δεύτερη ενάγουσα.

Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ κατά μήκος του οδοστρώματος υπάρχει διπλή διαχωριστική συνεχής γραμμή. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο πρώτος των εναγομένων (εκκαλών της γ' έφεσης), Β. Τ., οδηγώντας το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, μάρκας MERCEDES - ΒΕΝΖ, έβαινε επί της αυτής ως άνω οδού με αντίθετη προς τους ενάγοντες κατεύθυνση, ήτοι προς Καβάλα.

Όταν τα παραπάνω οχήματα έφτασαν στο ύψος του 37,50ου χιλιομέτρου της παραπάνω οδού, όπου η οδός είναι ευθεία, ο πρώτος των εναγομένων, εισήλθε αιφνίδια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν οι ενάγοντες και επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του στο εμπρόσθιο μέρος του οχήματος των εναγόντων, παρόλο που ο πρώτος ενάγων ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς όμως να καταφέρει να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων.

Το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος δεν κατέβαλλε την επιμέλεια και προσοχή, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός...".

Ακολούθως, το Εφετείο, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδειχθέντων, αναφορικά με την αγωγή εξ αναγωγής, δέχθηκε, επίσης, τα εξής: "...Τέλος, αποδείχθηκε ότι με το με αριθμό .../24.8.2009 ασφαλιστήριο συμβόλαιο που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου και της δεύτερης -ασφαλιστικής εταιρίας- των εναγομένων της κύριας αγωγής, το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ασφαλίστηκε στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για το χρονικό διάστημα από 3.8.2009 μέχρι 3.8.2010, που περιλαμβάνει και τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 21 παρ. α' των Γενικών και Ειδικών Όρων Ασφάλισης Οχημάτων, από τους οποίους διέπεται και η ως άνω σύμβαση, δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.

Συνεπώς, έγκυρα συμφωνήθηκε μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ασφαλιστικής εταιρίας, και του παρεμπιπτόντως εναγομένου, πρώτου εναγομένου της κύριας αγωγής, ότι αποκλείεται η κάλυψη από την ασφαλιστική εταιρία των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του ασφαλισμένου οχήματος στην περίπτωση που ο οδηγός δεν κατέχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, Β. Τ., ο οποίος είναι γεννημένος στις 7.7.1937, ήταν κατά το χρόνο του επίδικου τροχαίου ατυχήματος 74 ετών, οδηγούσε το ασφαλισμένο αυτοκίνητο στερούμενος της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, καθόσον η με αριθμό ... άδεια που κατείχε είχε εκδοθεί το έτος 1969 από τη Νομαρχία Έσλινγκεν της Γερμανίας, είχε ισχύ στη Γερμανία, πλην όμως, ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν πλέον μόνιμος κάτοικος Ελλάδας (βλ.

την από 20.6.2011 βεβαίωση για τα στοιχεία της άδειας οδήγησης της Νομαρχίας Έσλινγκεν, που επικαλείται και προσκομίζει ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος) θα έπρεπε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 9 του ν. 2696/1999, όπως αυτή ίσχυε κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, να έχει ανανεώσει την άδειά του μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, σύμφωνα με τα ισχύοντα στην Ελλάδα, γεγονός που αυτός δεν έπραξε, ενώ, επίσης, στις 7.5.2010 σύμφωνα με τη με αριθμό ...7.5.2010 πράξη βεβαίωσης παράβασης της Τροχαίας Ξάνθης του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα 60 ημερών.

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός της μη ανανέωσης της άδειας οδήγησης κατά το ελληνικό δίκαιο, καθώς και η αφαίρεσή της από την Τροχαία Ξάνθης επέδρασε στην αμελή συμπεριφορά του ως οδηγού και ότι συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ατυχήματος, διότι αυτός είχε την ικανότητα να οδηγεί, γεγονός που αποδεικνύεται εκ του ότι η συγκεκριμένη άδεια παραμένει σε ισχύ στο τόπο έκδοσής της, ενώ ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος με τη με αριθμό 797/14.9.2011 απόφαση του Πταισματοδικείου Ξάνθης κρίθηκε αθώος του ότι στις 12.5.2010 οδηγούσε το ως άνω όχημα, ιδιοκτησίας του, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την κατά το νόμο απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης αυτού.

Εξάλλου, το επίδικο τροχαίο ατύχημα δεν έγινε κάτω από τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που καταδεικνύουν ανικανότητα στο πρόσωπο του εναγομένου να οδηγεί, ως στερουμένου της κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, λαμβανομένου υπόψη ότι κατείχε άδεια οδήγησης που δεν είχε τυπικά ανανεωθεί μέχρι την ημέρα του ατυχήματος.

Συνεπώς δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η παραπάνω εξαίρεση της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην σχετική προηγούμενη μείζονα σκέψη, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος για το λόγο ότι ο υπαίτιος οδηγός στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης, πρέπει η παράβαση αυτού του ασφαλιστικού βάρους να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, προϋπόθεση που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω.

Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην περίπτωση έλλειψης της άδειας ικανότητας οδήγησης, όπως ορίζεται ρητά στο ζήτημα της μέθης ή της διαφορετικής χρήσης του οχήματος, και η απαλλαγή της ενάγουσας δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη αυτή, αλλά εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και του τροχαίου ατυχήματος.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δικαιούται η ενάγουσα να διεκδικήσει αναγωγικά από τον εναγόμενο την αποζημίωση που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του τα αντίθετα έκρινε και έκανε δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 6β περ. 1α του π.δ. 237/1986 και τις αποδείξεις εκτίμησε.

Συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος λόγος της γ' έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τη διάταξή της για την παρεμπίπτουσα αγωγή, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί η αγωγή αυτή...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 6 περ.

β' παρ. 1 περ. α' του Ν. 489/1976 (έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης) απαιτώντας για την εφαρμογή της τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης και της ζημίας που προκάλεσε σε τροχαίο ατύχημα ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, αν και αυτά δεν συνιστούσαν προϋπόθεση εφαρμογής της ανωτέρω νομοθετικής ρύθμισης, ενώ συγχρόνως διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής διάταξης και, συνεπώς ιδρύεται και η αναιρετική πλημμέλεια για την εκ πλαγίου παραβίαση αυτής σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 και αυτές σε συνδυασμό με τις τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 3, 95 παρ. 1, 3, 5α και 9 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).

Ειδικότερα, υπό το νέο καθεστώς του Ν. 3557/2007, που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος, για να ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη αρκεί το γεγονός και μόνο ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από τον Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια ικανότητας οδήγησης, η οποία θεωρείται ότι δεν ισχύει, αν έληξε ο χρόνος ισχύος της και δεν ανανεώθηκε.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στις άδειες οδήγησης, που εκδόθηκαν από Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο κάτοχός τους έχει πλέον αποκτήσει κανονική διαμονή στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος, αν και ήταν 74 ετών κατά το τροχαίο ατύχημα και μόνιμος κάτοικος στην Ελλάδα, δεν είχε ανανεώσει την άδεια ικανότητας οδήγησης, την οποία είχε εκδώσει το έτος 1969 στη Γερμανία.

Η παράλειψη αυτή ενεργοποίησε τον όρο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος και η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενη κατά του ασφαλισμένου οδηγού να απαιτήσει από αυτόν, όσα αυτή κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Συνακόλουθα, ο 1ος και ο 3ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 6 περ.

β' παρ. 1 περ. α', σε συνδ. 11 παρ. 1 του κωδ. Ν. 489/1976 και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 3, 95 παρ. 1, 3, 5α και 9 του Ν. 2696/1999 πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής εξ αναγωγής. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω γενόμενων δεκτών αναιρετικών λόγων οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, κατά το κεφάλαιο της εξ αναγωγής αγωγής, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που επίσης αποβλέπουν στην αποδοχή της αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της εξ αναγωγής αγωγής και ειδικότερα, παρέλκει η έρευνα του 2ου επικουρικού λόγου κατά αμφότερα τα σκέλη αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1α και β' ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση των άρθρων 914, 297 - 298 και των διδαγμάτων κοινής πείρας ως προς την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας), καθώς και του 4ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ [λήψη υπόψη πράγματος - ένσταση (όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται) αιτιώδους συνάφειας, παρά το νόμο αν και δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον αναιρεσίβλητο].

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας εξ αναγωγής αγωγής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 71/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής της παρεμπίπτουσας εξ αναγωγής αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ