Legislator Case Law & Legislation
322/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal dismissal due to illegal service of summons to public entity.

Case Number 322/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the appellate court's dismissal of the appeal, which had been based on the appellant's absence. The appellant, a port authority, argued that the service of the summons for the annulment hearing was illegal because it was delivered to an employee who had no employment relationship with the entity. The court found that the recipient was not a permanent staff member and the delivery was improper, rendering the annulment hearing void and the subsequent appeal dismissal invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b) and 524(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The dismissal of an appeal due to the appellant's absence is not merely formal but substantive, and if the absence results from illegal service of summons, the appeal must be reinstated.

Keywords

AI generated
illegal service of summons annulment hearing void annulment public entity rights Code of Civil Procedure appellate annulment void legal act

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 524(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 322 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 322/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΙΕΡΑΣ ΠΟΛΗΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ", που εδρεύει στην Ιερά Πόλη Μεσολογγίου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο υπεισήλθε αυτοδικαίως σε όλα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, πόρους, δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ", και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Στελιάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λουκόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2005 μη οριστική και 88/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 88/2012 οριστική του Εφετείου Πατρών και κατόπιν ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, η 32/2013 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση όλων των ανωτέρω οριστικών αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/6/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 8/10/2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης καθώς και την απόρριψη των 1ου και 3ου των λόγων αυτής και την αποδοχή του δεύτερου λόγου της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι, αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον βέβαια συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλομένους (ΟλΑΠ 16/1990).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 554 ΚΠολΔικ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης, που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται, ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Στην προκείμενη υπόθεση, η κρινόμενη από 04-06-2013 αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας την 06-06-2013, στρέφεται: α) κατά της υπ' αριθμό 88/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 26-11-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος περί καταβολής στον πρώτο του ποσού των 190.576,22 € ως δαπάνες για τις εργασίες, που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος με βάση τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων, β) κατά της ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσας υπ' αριθμό 88/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας του, την έφεση του τελευταίου κατά της παραπάνω υπ' αριθμό 88/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και γ) κατά της υπ' αριθμό 32/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία δικάζοντας ερήμην του εκεί ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας του τελευταίου κατά της υπ' αριθμό 88/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Με βάση τα προεκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμό 88/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, αφού αυτή ενσωματώθηκε στην απορρίψασα την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, λόγω της ερημοδικίας του, υπ' αριθμό 88/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία και μόνο προσβάλλεται παραδεκτά με λόγους αναίρεσης, οι οποίοι αναφέρονται σε σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ] κατά των υπό στοιχεία β' και γ' αποφάσεων, είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους [άρθρ. 577 § 1 και 3 ΚΠολΔ].

ΙΙ] Κατά το άρθρο 559 αρ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά τον νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην κατά τη συζήτηση εκείνη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση [ΑΠ 46/2008, 708/2008]. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, ο οποίος συνιστά κύρωση της παραβίασης της κατοχυρωμένης υπό του ΚΠολΔ (άρθρα 111 παρ. 2, 281 επ. 559 ΚΠολΔ) και του Συντάγματος (άρθρο 20) αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης, ιδρύεται στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη.

Μη νόμιμη δε είναι η ερημοδικία α) εάν ο μη παραστάς ή θεωρηθείς δικονομικώς απών διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου, β) όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε νομίμως, που συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία δεν τηρήθηκε η οριζόμενη υπό του νόμου προπαρασκευαστική προθεσμία εμφάνισής του στο Δικαστήριο προς συζήτηση της υπόθεσης.

Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων, τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία [ΑΠ 1559/2008]. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 § 1 στοιχ. γ, 127 § 1, 129 § 1 και 139 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε επίδοση δικογράφου προς νομικό πρόσωπο πρέπει να εγχειρίζεται τούτο στον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό του, αν δε αυτός δεν ευρεθεί στο κατά το άρθρο 124 § 2 ΚΠολΔ γραφείο, μπορεί να γίνει επίδοση προς άλλο πρόσωπο κατά τα αναφερόμενα στην τελευταία διάταξη (ΟλΑΠ 900/85).

Ο εκπρόσωπος όμως του νομικού προσώπου δικαιούται εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο, ωσάν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 2137/2007, 882/1989).

Για την εγκυρότητα της έκθεσης επίδοσης που συντάσσεται κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 139 παρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να αναγράφεται σε αυτήν, ότι οι κατά νόμο εκπρόσωποι του ν.π.δ.δ. απουσιάζουν ή κωλύονται να παραλάβουν το προς επίδοση δικόγραφο [ΑΠ 396/2006]. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔικ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής. Τα περιστατικά αντίθετα, που βεβαιώνονται σ' αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη, που στηρίζεται σε δήλωση του παραλαμβάνοντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους.

Για τη συνδρομή των ελαττωμάτων, από τα οποία στοιχειοθετείται η παράβαση των σχετικών με την επίδοση διατάξεων, που ιδρύει τον κατ' άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, αποφαίνεται ο Άρειος Πάγος εξετάζοντας την νομιμότητα της γενόμενης επίδοσης, όχι μόνο από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτή, αλλά και από άλλα στοιχεία, που προσκομίζονται αμέσως κατά προαπόδειξη [ΑΠ 702/2007].

Έτσι, το αναιρεσείον, που ισχυρίζεται για τη θεμελίωση του λόγου, ότι η παραλαβούσα την κλήση δεν ήταν υπάλληλός του, πρέπει να το αποδείξει και, αν τούτο αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα στοιχεία, ο σχετικός λόγος γίνεται δεκτός ως βάσιμος άλλως απορρίπτεται αυτός ως αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το αναιρεσείον παρά το νόμο δικάσθηκε ερήμην με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 32/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που απέρριψε την από 22-03-2012 ανακοπή του κατά της 88/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Τούτο δε, διότι ήταν άκυρη η ερημοδικία του, αφού ουδέποτε του κοινοποιήθηκε επικυρωμένο αντίγραφο της από 16-10-2012 κλήσης προς συζήτηση της από 2-3-2012 ανακοπής για τη δικάσιμο της 12-3-2013, στην οποία η εκδίκαση αυτής έγινε ερήμην του. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης (32/2013) απόφασης το αναιρεσείον ως ανακόπτον δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, ενώ από την υπ' αριθμό 14.421/6-11-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, Σ.

Δ. Σ., προέκυπτε, ότι αυτό είχε κληθεί προς συζήτηση της ανακοπής του νομίμως και εμπροθέσμως με την από 16-10-2012 κλήση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, στην πιο πάνω έκθεση επίδοσης βεβαιώνεται, ότι λόγω μη ανεύρεσης του Προέδρου του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αλλά της υπαλλήλου αυτού, Α.

Α., όπως αυτή δήλωσε στον αναλαβόντα την επίδοση δικαστικό επιμελητή, αυτός επέδωσε το έγγραφο της κλήσης προς συζήτηση της ανακοπής στην τελευταία. Όμως αυτή ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος του αναιρεσείοντος και ουδεμία σχέση είχε ή έχει με αυτό, γεγονός, που κατέστησε την επίδοση παράνομη και την ερημοδικία του αναιρεσείοντος άκυρη.

Ο προκείμενος λόγος, στον οποίο γίνεται αναφορά για το μη νόμιμο της επίδοσης της κλήσης είναι ορισμένος και πρέπει να εξετασθεί η συνδρομή των ελαττωμάτων, από τα οποία στοιχειοθετείται η παράβαση των περί επίδοσης διατάξεων, που ιδρύει τον από τον αρ. 6 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτή, αλλά και από την προαποδεικτικώς προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα με αρ.

πρωτ. 397 από 23-5-2013 βεβαίωσή του, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αποδεικνύεται, ότι η φερόμενη ως παραλαβούσα την ένδικη κλήση προς συζήτηση της ανακοπής επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, Α. Α., δεν υπήρξε μόνιμη υπάλληλος του αναιρεσείοντος Λιμενικού Ταμείου και ουδεμία εργασιακή σχέση την συνέδεσε με αυτό.

Μετά από αυτά, εφόσον αποδεικνύεται η αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που πληρούν το πραγματικό του προαναφερθέντος πρώτου αναιρετικού λόγου, πρέπει αυτός να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, ενώ παρέλκει στο παρόν δικονομικό στάδιο η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, καθόσον προηγείται η κρίση επί της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 88/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας), που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 32/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ