Legislator Case Law & Legislation
322/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for non-payment of damages due to insufficient grounds.

Case Number 322/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment awarding damages for moral harm. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate a prior acquittal judgment, claiming it had a decisive impact on the case outcome. The court rejected this, finding the lower court's general reference to all submitted evidence and the acquittal's inclusion in its reasoning constituted sufficient grounds for the decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient grounds is inadmissible when the appellate court has considered all evidence and relevant prior judgments without needing specific separate evaluation, provided the decision clearly reflects that all submitted materials were taken into account.

Keywords

AI generated
insufficient grounds appeal evaluation of evidence prior acquittal judgment moral harm damages Code of Civil Procedure appellate review standard decisive impact on outcome

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 15/2006
Supreme Court 1/1999
Supreme Court 2/2008
Supreme Court 240/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 322 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 322/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μπουτσικάρη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τσικλού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6353/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2106/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-8-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 9-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2106/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση του 1ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Α. Κ. και εξαφανίστηκε ως προς αυτόν η 6353/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου Ν. Κ. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του 1ου εναγομένου να του καταβάλει εντόκως 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας της εις βάρος του αδικοπραξίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ) . Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 15/2006, Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013, ΑΠ 1490/2006).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υπόχρεου, του μεγέθους της προσβολής, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κλπ, να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα , με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη , να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.

Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 285/2012, ΑΠ 1166/2009).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο , με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, τα εξής: " Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών Α. Κ. στις 25-6-2001 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την ταυτόχρονη έγκλησή του κατά του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου αδελφού του Ν. Κ., στην οποία ισχυρίζονταν κατά λέξη τα ακόλουθα:

Μηνύω τον Ν. Κ. του Κ... Ήτοι ο εναγόμενος ... με την από 25-6-01 μήνυσή του ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο κατ' εξακολούθηση. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. Μεταξύ των διαδίκων οι οποίοι είναι αδέλφια ανέκυψαν διαφορές σχετικά με ένα ακίνητο που βρίσκεται στο χωριό ...

που οδήγησαν σε ένα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα με αγωγές και μηνύσεις μεταξύ αυτών και λοιπών μελών της οικογενείας τους. Στις 9-2-1998 ο ενάγων από κοινού με τον Χ. Κ. κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την ταυτόχρονη μήνυσή του κατά του εναγομένου για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Άμφισσας.

Ακολούθως στις 8-12-1998 ο ενάγων κατέθεσε την από 7-12-1998 μήνυσή του κατά του εναγομένου, και λοιπών μηνυομένων για την πράξη της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο. Προς απόδειξη των διαλαμβανομένων ισχυρισμών του στις ως άνω μηνύσεις ο ενάγων κατέθεσε μεταξύ άλλων και ένα φωτοαντίγραφο, του προσαρτημένου στο υπ' αριθμ.

…/1978 συμβόλαιο του Συμ/φου Τολοφώνος Αναστασίου Ζέτου, από Σεπτεμβρίου 1977 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Φ. Κ., στο οποίο διάγραμμα απεικονίζετο το μεταβιβαζόμενο με το εν λόγω συμβόλαιο ακίνητο και οι όμορες ιδιοκτησίες και το οποίο είχε αποστείλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα μετά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου, αφού πρώτα ο ίδιος ο εναγόμενος είχε προβεί σε επισημειώσεις επάνω σε αυτό διευκρινιστικές της ειδικότερης θέσης του εντός του οικοπέδου κτίσματος, των δικαιούχων τμημάτων της έκτασης, των διαδρόμων και των συνόρων.

Πέραν των επισημειώσεων αυτών που είχαν , όπως προαναφέρθηκε, τεθεί από τον εναγόμενο, ο ενάγων δεν προέβη σε καμία γραφική ή γραμμική επέμβαση επ' αυτού κατά την υποβολή των ως άνω μηνύσεών του και συνακόλουθα τα διαλαμβανόμενα στην από 25-6-2001 έγκληση του εναγομένου ότι ο ενάγων νόθευσε το εν λόγω σχεδιάγραμμα χαράσσοντας μεταξύ των στοιχείων Η-Ζ-Ε-Ο μία κάθετη γραμμή θέτοντας στα άκρα της τα γράμματα ΗΟ και στο μέσον τον αριθμό 10,10 με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ότι τα παραπάνω είχαν τεθεί από τον ίδιο τον εναγόμενο και να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο τελευταίος αποδέχονταν ότι το ποσοστό 24,72% που η μητέρα τους του μεταβίβασε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο εκτείνονταν σε μικρότερη έκταση, είναι εντελώς ψευδή.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επί της από 7-9-1995 διεκδικητικής αγωγής του εναγομένου κατά του ενάγοντος και λοιπών συνεναγομένων του εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2247/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία τελεσίδικα, καθορίστηκε η ιδιοκτησία ενός εκάστου των αντιδίκων μερών επί του εν λόγω οικοπέδου. Μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως ο ενάγων και λοιποί ομόδικοί του άσκησαν κατά του εναγομένου και λοιπών ομοδίκων του την από 1-11-1999 αρνητική αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Άμφισσας στην οποία ενσωμάτωσαν τοπογραφικό διάγραμμα του ενδίκου οικοπέδου επί του οποίου ο ενάγων είχε πράγματι προβεί στις αναφερόμενες από τον εναγόμενο προσθήκες.

Όμως στις προσθήκες αυτές προέβη ο ενάγων όχι για να παραπλανήσει το Δικαστήριο αλλά αντίθετα για να προσδιορίσει τα όρια και τις διαστάσεις της απεικονιζόμενης σ' αυτό οικοπεδικής έκτασης έτσι όπως είχαν αναγνωριστεί και οριοθετηθεί με την ως άνω τελεσίδικη υπ' αριθμ. 2247/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στην οποία απόφαση και αναφερόταν στην ως άνω από 1-11-99 αρνητική αγωγή του, και ακολούθως να καθορίσει το αντικείμενο της αγωγής του και περιγράψει κατά θέση και όρια το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας του επί του οποίου προσβάλλονταν η κυριότητά του.

Συνακόλουθα όσα αντίθετα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος στην από 25-6-2001 έγκλησή του τυγχάνουν αναληθή. Σημειώνεται ότι με το υπ' αριθμ. 1003/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών ο ενάγων απηλλάγη αμετάκλητα, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 4231/2005 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, των κατηγοριών της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, που καταγγέλθηκαν με την ως άνω από 25-6-01 έγκληση του εναγομένου.

Ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι εσφαλμένα υπέλαβε ότι το προσαρτημένο στις από 9-2-98 και από 7-12-98 δύο μηνύσεις του ενάγοντος σχεδιάγραμμα δεν ήταν εκείνο που ο ίδιος είχε αποστείλει αλλά το δεύτερο σχεδιάγραμμα επί του οποίου ο ενάγων είχε προβεί σε δικές του προσθήκες. Και τούτο διότι ο ενάγων στις δύο αυτές μηνύσεις του αναφέρονταν σε μία κάθετη τομή που χώριζε το ανατολικό οικόπεδο σε έμπροσθεν και όπισθεν, τομή που δεν υπήρχε ούτε στο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Κ.

ούτε ο ίδιος (ο εναγόμενος) είχε χαράξει, γεγονός που του δημιούργησε την πεποίθηση ότι πρόκειται για το δεύτερο σχεδιάγραμμα. Ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον, εάν η επικαλούμενη τομή αφορούσε την τομή ΟΗ του δευτέρου σχεδιαγράμματος, ο ενάγων θα την ανέφερε με τα συγκεκριμένα αυτά στοιχεία ΟΗ που ό ίδιος όρισε και όχι αορίστως.

Ενόψει των ανωτέρω ο εναγόμενος καίτοι, όπως αποδείχθηκε, τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των όσων κατήγγειλε σε βάρος του ενάγοντος παρά ταύτα τα περιέλαβε στην μήνυση του με πρόθεση να τον βλάψει και να πλήξει την προσωπικότητα του. Με την μήνυση του δε αυτή, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, δικαστικοί υπάλληλοι και δικηγόροι, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ως επιληφθέντες της προαναφερόμενης υπόθεσης, ο εναγόμενος διέδωσε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και προσέβαλαν την προσωπικότητά του ως ατόμου και επαγγελματία, δεδομένης και της δικηγορικής του ιδιότητας, αφού τον εμφάνιζαν ως άτομο ανέντιμο, το οποίο φέρονταν να προβαίνει σε έκνομες ενέργειες (πλαστογραφία, απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο κ.λ.π.)...

Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, ο εναγόμενος προσέβαλε, παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσε σ' αυτόν έντονη συναισθηματική ταλαιπωρία και στενοχώρια, εξαιτίας της οποίας αυτός υπέστη ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας του εναγομένου, το είδος και το μέγεθος της προσβολής, το βαθμό πταίσματος του εναγομένου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστούν στον ενάγοντα 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του, ποσό το οποίο κρίνει ως εύλογο και δίκαιο, ενόψει των παραπάνω περιστάσεων".

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες τόσο για την βασιμότητα των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ενδίκου αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, που ετέλεσε ο αναιρεσείων εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, όσο και για τις προϋποθέσεις στις οποίες στήριξε την ουσιαστική του κρίση περί του επιδικαστέου, ως χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος ( εκ του άρθρου 559 αρίθμ. 1 ΚΠολΔ) με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΙV) Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση ως προς την αλήθεια ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να προβεί και σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το ίδιο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 παρ. γ' του Κ.Πολ.Δ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 240/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και την 70338/2007 αμετάκλητη απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών , μολονότι την επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του και την προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο , η οποία έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι με την απόφαση αυτή αθωώθηκε αμετάκλητα για έλλειψη δόλου για τις πράξεις της ψευδούς κατά μηνύσεως και της ψευδορκίας, γεγονός που θα απέκλειε την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής , που στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο δε, διότι από την βεβαίωση του Εφετείου, ότι, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψιν "και όλα γενικά τα έγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και την φερόμενη ως αγνοηθείσα απόφαση ποινικού δικαστηρίου.

Το ότι το δικαστήριο προβαίνει σε ειδική μνεία και αξιολόγηση ορισμένων εξ αυτών λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση για το σχηματισμό της κρίσης του, η οποία άλλωστε εκτιμάται ελεύθερα Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ( άρθρα 176 , 183 Κ.Πολ.Δ) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-8-2012 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 2106/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ