Legislator Case Law & Legislation
322/2012 AI generated

322/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 322/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

322/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece Turkish nationals constitutum possessorium direct possession right of repossession rural land rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 322 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 322/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Αρετάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-1988 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 580/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 2-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 293 Κρητικού ΑΚ, "ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητον δυνάμει τίτλου κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής", ενώ κατά το άρθρο 294, καλής πίστεως νομέας θεωρείται εκείνος που αγνοεί, κατά την έναρξη της νομής, ότι απέκτησε το πράγμα από μη αληθινό κύριο. Η διάταξη του άρθρου 302 εφαρμόζεται και επί τακτικής χρησικτησίας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητος ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται αναγκαίως και η συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως του νομέως, η έννοια της οποίας είναι ευνοϊκότερη για τον χρησιδεσπόζοντα, σε σχέση με την αντίστοιχη έννοια του βυζαντινορωμαϊκου δικαίου των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασ (50.14), ν. 20 παρ. 2 Πανδ (9.8) 27 Πανδ (18.1) 48 Πανδ. (41.3), 109 Πανδ (50.16)- και του ισχύοντος ΑΚ- αρθρ. 1042- αφού κατ' αυτήν αρκεί και μόνη η άγνοια της ελλείψεως κυριότητος του δικαιοπαρόχου, χωρίς να απαιτείται και θετικώς πεποίθηση του νομέως, με περιεχόμενο είτε ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, είτε ότι ο ίδιος έχει αποκτήσει την κυριότητα.

Περαιτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας, θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές η επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση ό,τι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η επίδικη έκταση ήταν κατά το έτος 1901 χέρσος βοσκότοπος... Κατά το έτος 1901, η Κρήτη ήταν ακόμα υπό Οθωμανική κατοχή και ίσχυαν οι Οθωμανικοί Νόμοι επομένως το επίδικο ακίνητο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "μούλκι" αφού δεν ήταν γη εντός πόλης ή χωρίου ούτε αποτελούσε περιβόλι, κήπο κλπ.

Επίσης δεν ήταν έκταση καλλιεργήσιμη και επομένως ούτε δικαίωμα εξουσιάσεως θα μπορούσε να αποκτηθεί επ' αυτού (ούτε και με ταπί). Κατά συνέπεια με τον ανωτέρω τίτλο, του 1901 δεν αποκτήθηκε νομίμως κυριότητα επ' αυτού. Ωστόσο είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Μ. Δ. είχε στη νομή του την προαναφερθείσα ευρύτερη έκταση (μέρος της οποίας είναι και το επίδικο) πολύ πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου του 1901 αλλά σε κάθε περίπτωση από τη σύνταξη και μεταγραφή αυτού, την οποία (έκταση) νεμόταν με τον ανωτέρω τίτλο που είχε νόμιμα συνταχθεί και μεταγραφεί και με καλή πίστη, δεδομένου ότι όχι μόνο αγνοούσε την έλλειψη κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, αλλά έτι περαιτέρω είχε τη θετική πεποίθηση ότι είχε αποκτήσει από αληθινό κύριο.

Απόδειξη δε της καλής του πίστης αποτελεί και το γεγονός της σύνταξης συμβολαιογραφικού εγγράφου και μάλιστα σε εποχή που η τακτική αυτή δεν ήταν η συνήθης, αφού οι μεταβιβάσεις γίνονταν δια λόγου και άτυπα. Τη νομή αυτή, εξάλλου, συνέχισαν και οι διάδοχοι του ανωτέρω απώτατου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, αφού και αυτοί νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο με τους προαναφερθέντες τίτλους (47070/1907, 5658/1909, 6464/1911) και με καλή πίστη ...

Οι πράξεις νομής τους ήταν αυτές της ενοικίασης του επιδίκου προς βοσκή ζώων, της επίβλεψης αυτού καθώς και της ανέγερσης οικίας και στέρνα εντός αυτού". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος απέκτησαν κυριότητα επί της επίδικης έκτασης με τακτική χρησικτησία κατά τα άρθρα 293, 1356, 298 και 302 του Κρητ.ΑΚ, εφόσον νεμήθηκαν την έκταση αυτή με τους προαναφερθέντες τίτλους και με καλή πίστη από το έτος 1904, αλλά και πριν από αυτό και δη από τις 31-5-1903, ήτοι από της μεταγραφής του συμβολαίου του 1901 και δεδομένου ότι η νομή που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας μπορεί να προσμετρηθεί και μετά τη λήξη αυτής.

Κατά συνέπεια, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος είχαν αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας μέχρι τις 31-5-1913, ήτοι πολύ πριν το έτος 1915 που άρχισε να ισχύει στην Κρήτη το δικαιοστάσιο. Εφόσον, λοιπόν, η τακτική χρησικτησία είχε συμπληρωθεί μέχρι το έτος 1913 το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στο' Τουρκικό Κράτος και επομένως δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με βάση τη (μεταγενέστερη) σύμβαση της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 συμβάσεως ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, κατά την οποία οι εκτάσεις που ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο περιέρχονται μετά την απελευθέρωση στο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του άρθρου 3 του περί γαιών νόμου, ως διάδοχο του κατακτητή δυνάμει της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 συμβάσεως ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και τον κυρωτικό της νόμο Ν. 79 (ΔΣΙΓ) και άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 147 της 5-1/1-2-1914 "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις νομοθεσίας και της δασικής αυτών οργανώσεως" και ως εκ τούτου ο ενάγων έγινε κύριος της επίδικης έκτασης τόσο με πρωτότυπο όσο και με παράγωγο τρόπο με βάση τα επικαλούμενα εκ μέρους του συμβόλαια.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, που δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της άσκησης εμφανών υλικών πράξεων φυσικής εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη αδιαλείπτως επί δεκαετία από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, μεταξύ δε των πράξεων νομής, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1903 έως 1913, ήταν και η βοσκή ζώων, (της διατάξεως του άρθρου 2 ν. 1595/1938, σύμφωνα με την οποία η βοσκή ζώων δεν θεωρείται πράξη νομής, μη εχούσης εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου ισχύος της και επομένως ο περί του εναντίου από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (αριθ.1 παρ.2 άρθρου 559 ΚΠολΔ) με το να δεχτεί ότι συνέτρεχε καλή πίστη στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου του ενάγοντα, αφού, σύμφωνα με αυτά, τελεί κάποιος σε κακή πίστη που του μεταβιβάζεται η κυριότητα, χωρίς να προβεί σε διερεύνηση της νομικής και πραγματικής κατάστασης του μεταβιβαζομένου ακινήτου ή αν προφανώς αγνοεί ηθελημένα και παραβλέπει την κατάσταση αυτή, παραβιάζοντας σε ασυνήθιστα μεγάλο βαθμό τους κανόνες της απαιτουμένης επιμέλειας στις συναλλαγές.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού τα ως άνω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν το χαρακτήρα αυτόν, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 580/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ